Σιτηρά

Τα σιτηρά κατά τη Φραγκοκρατία

Image

Η Κύπρος υπήρξε κατά τη φραγκοκρατία και βενετοκρατία ένας απέραντος σιτοβολώνας και είχε αυτάρκεια παραγωγής για τον πληθυσμό της, αλλά και για εξαγωγές ακόμα σε άλλες χώρες. Αναφέρονται κατά την χρονική περίοδο 1302-1303 εξαγωγές από την Κύπρο στην Αρμενία. Είναι γνωστό, όμως, ότι μαστιζόταν συχνά από ανομβρίες, ξηρασίες, επιδρομή ακρίδας και άλλα και τότε σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρειαζόταν να εισαγάγει σιτάρι από τη Σικελία. Το 1309, όπως αναφέρεται στο Χρονικό Amadi, χρειάστηκε να γίνει ειαγωγή σιταριού, για τις ανάγκες της μεγαλονήσου. Το σιτάρι αναφέρεται ως σκληρό και μαλακό. Παράγονταν και μεγάλες ποσότητες κριθαριού, το οποίο χρησιμοποιούσαν για τροφή των ζώων αλλά και για παρασκευή ψωμιού, για μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Κύπρου, κυρίως των παροίκων.

Στοιχεία διατροφής σε μια προγενέστερη εποχή αναφέρονται σε έγγραφο, ημερομηνίας 30 Δεκεμβρίου 1237. Στο εν λόγω έγγραφο η βασίλισσα Αλίκη της Κύπρου, με τη σύμφωνη γνώμη του γιου της βασιλιά Ερρίκου, παραχωρούσε ετησίως στη μονή της Παναγίας και των Αγίων Πάντων της Άκρας, η οποία κατείχε περιουσία στην Πάφο και εκεί άρχισε να οικοδομείται εκκλησία αφιερωμένη στην Οσία Μαρία την Αιγυπτία, τα εξής: 42 μόδια σιτάρι, 266 γαλόνια κρασί, 266 rota

τυρί, 76 μόδια φασόλια, 19 μόδια ρύζι- ίσως είναι η παλαιότερη πηγή στην οποία αναφέρεται το ρύζι σε σχέση με την Κύπρο- 95 rota λάδι και 38 rota ζάχαρη.

Ένας κανονισμός του 1296 σχετικά με την τιμή του ψωμιού στην Κύπρο, μαρτυρεί μία δύσκολη περίοδο του βασιλείου. Μετά την πτώση και των τελευταίων εδαφών του Λατινικού Βασιλείου της Ιερουσαλήμ, πολλοί πρόσφυγες κατέφυγαν στην Κύπρο και η άφιξή τους δημιούργησε πολλά οικονομικά προβλήματα, αφού, λίγα χρόνια μετά η Ανατολή υπέφερε από ξηρασία, η οποία προκάλεσε μεγάλη καταστροφή στις εσοδείες. Στη γειτονική Αίγυπτο, για παράδειγμα, η έλλειψη

σιτηρών λόγω ανομβρίας άρχισε το 1294, και, συνεχίστηκε ως το 1296, ενώ, η Κύπρος δεν έμεινε έξω από αυτή την κρίση. Η εντολή της 6ης Δεκεμβρίου 1296 σχετικά με την τιμή του σιταριού και του ψωμιού στην Κύπρο, αποτελεί τεκμήριο της κρίσης αυτής. Ο κανονισμός του 1296 μας κάνει γνωστά για εκείνη τη μακρινή εποχή τρία διαφορετικά είδη ψωμιού, σε σχέση με τι αλεύρι ήταν καμωμένα. Αναφέρονται ως ψωμί από σιμιγδάλι ( pain de semenel), ψωμί από αλεύρι (pain de

flor) και ψωμί το οποίο περιείχε πίτουρο ( pain de gruau). Στην πρώτη κατηγορία ήταν το ψωμί, το οποίο παρασκευαζόταν από εκλεκτό αλεύρι και τέλεια κοσκινισμένο, και πρόκειται για ψωμί πολύ λευκό. Στη δεύτερη κατηγορία επρόκειτο πάλι για ψωμί λευκό, αλλά παρασκευασμένο όχι με τόσο καλά κοσκινισμένο αλεύρι. Το τρίτο είδος ψωμιού περιείχε ποσότητα πίτουρου (son στα αρχαία γαλλικά : gruau) και ως εκ τούτου το χρώμα του ήταν σκούρο.

Σε καιρούς καλής εσοδείας το σιτάρι στην Κύπρο στοίχιζε το μόδιο ένα βυζάντιο λευκό Κύπρου (besant blanc de Chypre) και όχι βυζάντιο σαρακίνικο. Το μόδιο της Κύπρου είχε περίπου 40 λίτρα και υποδιαιρείτο σε 8 καφίζια. Σε εποχές κακής εσοδείας, όμως, δύο καφίζια στοίχιζαν ένα βυζάντιο, δηλαδή, το μόδιο στοίχιζε τέσσερα βυζάντια. Μέτρο βάρους του ψωμιού ήταν τότε το «rote» ισάξιο περίπου με 2,26 κιλογραμμάρια. Οι τιμές υπολογίζονταν σε δηνάρια (deniers) και κάθε βυζάντιο υποδιαιρείτο σε 48 dhnòaria. Η τιμή των τριών προαναφερόμενων ποιοτήτων ψωμιού ήταν: το ψωμί de flor, της δεύτερης ποιότητας ήταν δύο φορές πιο ακριβό από αυτό,

της τρίτης ποιότητας με το πίτουρο, de gruau, ενώ το αρίστης ποιότητος de semenel, στοίχιζε κατά ένα τέταρτο πιο ακριβά από το ψωμί de flor. Το ψωμί της κατώτερης ποιότητας στοίχιζε 4 1⁄2 δηνάρια, το ψωμί μέτριας ποιότητας 9 δηνάρια και το ψωμί αρίστης ποιότητας στοίχιζε 11 και 1⁄4 δηνάρια.