Επιδημίες

Image

Σε παλαιότερες εποχές, ιδίως δε κατά τα Μεσαιωνικά Χρόνια αλλά και κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής, η Κύπρος επλήττετο συχνά από μεγάλες επιδημίες, που αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό. Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν τα κατάλληλα φάρμακα, ούτε και τρόποι αντιμετωπίσεως των επιδημικών ασθενειών, οι νεκροί από τέτοιες επιδημίες ήσαν, κάθε φορά, πάρα πολλοί. Μόνος τρόπος αντιμετωπίσεως των επιδημιών ήσαν τα στοιχειώδη μέτρα παρεμποδίσεως της εισαγωγής τέτοιων ασθενειών στην Κύπρο (όπως της πανώλους), μέτρα εντελώς ανεπαρκή πάντως, καθώς και της απομακρύνσεως ή απομονώσεως των υπολοίπων από τις περιοχές που επλήττοντο και επροσβάλλοντο από επιδημίες.

 

Ο Φλώριος Βουστρώνιος επίσης, αναφέρει επιδημία πανώλους που είχε πλήξει την Κύπρο ενωρίτερα, το 1267, ενώ τον ίδιο χρόνο γράφει ότι η Κύπρος είχε δεχθεί και εισβολή ακρίδων, και είχε ακόμη πληγεί και από ισχυρό σεισμό – τρία μεγάλα κακά στον ίδιο χρόνο. Αναφέρει επίσης ο Φλώριος μεγάλη επιδημία που έπληξε την Αίγυπτο το 1293-4 , δεν επηρέασε την Κύπρο τότε, αλλά απέτρεψε εισβολή των Αιγυπτίων (Σαρακηνών) στο νησί λόγω ακριβώς της τραγωδίας που τους είχε πλήξει. Αναφερόμενος δε στη μεγάλη επιδημία πανώλους του 1348  (την οποία μνημονεύει ενωρίτερα ο Λεόντιος Μαχαιράς), ο Φλώριος γράφει ότι κατ’ αυτήν είχαν πεθάνει τα δύο τρίτα των κατοίκων της Κύπρου (ενώ ο Μαχαιράς ομιλεί για θάνατο του μισού πληθυσμού). Ο Φλώριος αναφέρει επίσης τη μεγάλη επιδημία του 1392 – 1393. Για δε την επιδημία του 1410, γράφει ότι αυτή διήρκεσε 13 μήνες.

           

Μεγάλες ή μικρότερες επιδημίες θα πρέπει ασφαλώς να είχαν πλήξει την Κύπρο και σε άλλες εποχές, γι’ αυτές όμως δεν σώθηκαν μαρτυρίες. Σε μερικές περιπτώσεις οι αρχαιολόγοι διαπίστωσαν σε ανασκαφές αυξημένες ταφές, άρα αυξημένους θανάτους, κατά τα Προϊστορικά χρόνια, και τέτοιοι θάνατοι μπορούν να αποδοθούν είτε σε πολεμικές συγκρούσεις, είτε σε σεισμούς, είτε και σε επιδημίες.

 

 

Επιδημίες στην αρχαιότητα: Κατά την Αρχαιότητα δεν υπάρχουν στις γραπτές πηγές σχετικές αναφορές για συγκεκριμένες επιδημίες, αν και θα πρέπει να έπλητταν πάντως το νησί. Σε μερικές δε περιπτώσεις υπονοείται η ύπαρξη τέτοιων επιδημιών. Κατά τα Προϊστορικά Χρόνια, σε ανασκαφές που έγιναν σε χώρους ιδίως της βόρειας περιοχής του νησιού, παρατηρήθηκαν αυξημένοι θάνατοι που, εάν δεν οφείλοντο σε πολεμικές συγκρούσεις με εισβολείς, ίσως να επρόκειτο για θανάτους μαζικούς λόγω επιδημίας. Εξ άλλου, το 449 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι πολιορκούσαν την πόλη του Κιτίου στην Κύπρο, ο αρχηγός του εκστρατευτικού τους σώματος, ο Κίμων, αναφέρεται ότι είχε πεθάνει αιφνίδια από λοιμό, δηλαδή από κάποια επιδημία. Φαίνεται εντελώς απίθανη η αναφορά του Θουκυδίδη, ότι ο Κίμων πέθανε από λιμό (= πείνα), και ασφαλώς θα επρόκειτο περί ορθογραφικού λάθους: από λοιμό (=επιδημία) αντί λιμό (=πείνα). Εξ άλλου και ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει ότι ο Κίμων πέθανε αφού ασθένησε (νόσοι τελευτήσαι...), ο δε Πλούταρχος επίσης λέγει ότι ο Κίμων πέθανε νοσήσας. Ο δε εντελώς ξαφνικός του θάνατος θα πρέπει να προήλθε από επιδημική νόσο. Εξάλλου, μεγάλες επιδημίες μαρτυρούνται και κατά τα Βυζαντινά Χρόνια, όχι τόσο σε άμεση σχέση προς την Κύπρο αλλά σε γενικότερες, συνήθως, αναφορές για μεγάλα θανατικά «στην Ανατολή», που θα πρέπει να επηρέαζαν και το νησί.

 

Θανατικόν των παιδιών: Σαφέστερες μαρτυρίες για μεγάλες επιδημίες που κυριολεκτικά αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό της Κύπρου, σκοτώνοντας κάθε φορά χιλιάδες ανθρώπων, έχουμε για τα Μεσαιωνικά Χρόνια, τόσο από τον χρονικογράφο Λεόντιο Μαχαιρά όσο και από άλλες πηγές.

 

Η πρώτη μεγάλη επιδημία την οποία μνημονεύει ο Μαχαιράς, συνέβη το έτος 1348, επί ημερών του βασιλιά Ούγου Δ'. Κατά την επιδημία εκείνη είχε πεθάνει ο μισός πληθυσμός της Κύπρου, όπως λέγει ο χρονικογράφος. Το δε 1363 υπήρξε άλλη μεγάλη επιδημία που έπληξε κυρίως τα μικρά παιδιά («θανατικόν των παιδιών», λέγει ο Μαχαιράς, δηλαδή μία παιδική     επιδημική ασθένεια που ήταν θανατηφόρος). Μία τρίτη μεγάλη επιδημία, πάντοτε κατά μαρτυρίαν του Λεοντίου Μαχαιρά, ήλθε το έτος 1392- 1393. Επρόκειτο για επιδημία πανώλους που μνημονεύεται και σε άλλες πηγές και που κράτησε αρκετούς μήνες. Έγιναν τότε λιτανείες (κοινές μάλιστα Ελλήνων [Ορθοδόξων] και Λατίνων) στις οποίες πήραν μέρος ο ίδιος ο βασιλιάς (ήταν τότε ο Ιάκωβος Α'), η βασιλική οικογένεια και όλοι οι ευγενείς, μάλιστα ξυπόλητοι, μαζί με τον λαό, και οδυρόμενοι. Όμως ενώ η επιδημία δεν υποχωρούσε, ο βασιλιάς και η οικογένειά του αποσύρθηκαν στο μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά για να προφυλαχθούν. Αργότερα όμως επέστρεψαν στη Λευκωσία και πήραν μέρος σε νέες λιτανείες. Πέθαναν και τότε πολλές χιλιάδες ανθρώπων.

 

Στα 1410 ήλθε άλλη μεγάλη επιδημία, λέγει ο Μαχαιράς, που κράτησε ένα χρόνο ή και περισσότερο (είχε αρχίσει από τον Ιούνιο του 1409). Βασιλιάς τής Κύπρου ήταν τότε ο Ιανός, επί ημερών του οποίου συνέβη και άλλη μεγάλη επιδημία, το 1419-1420, καθώς και άλλη πάλι, το 1422 (οπότε πέθανε και η βασίλισσα Καρλόττα — σύζυγος του Ιανού — που ετάφη μάλιστα κρυφά για να μην αντιληφθεί τον θάνατο της ο βασιλιάς που ασθενούσε επίσης).

 

Τέλος, ο Μαχαιράς αναφέρει και άλλη μία μεγάλη επιδημία που άρχισε τον Ιούνιο του 1438 και κράτησε 17 μήνες. Έπληξε κυρίως τη Λευκωσία και διάφορα χωριά και προκάλεσε πολλούς θανάτους.

 

Επιδημία πανώλης: Το 1494 ο Ιταλός ιερωμένος Πιέτρο Κασόλα πέρασε από την Κύπρο μαζί με άλλους, κατά την διάρκεια προσκυνηματικού ταξιδιού στους Αγίους Τόπους, και γράφει ότι απέφυγε να επισκεφθεί τη Λευκωσία και την Αμμόχωστο διότι «φοβόταν να εκθέσει σε κίνδυνο την ζωή του», αφού πληροφορήθηκε ότι στις πόλεις αυτές «οι άνθρωποι πέθαιναν από επιδημία πανώλους». Αργότερα διαδόθηκε ότι και στη Λεμεσό συνέβαινε το ίδιο. Όταν το καράβι στο οποίο επέβαινε έφθασε στην Ρόδο, ο Κασόλα λέγει ότι ετέθη αμέσως, μαζί με όλους τους επιβάτες, σε καραντίνα. Η καραντίνα ήταν η μέθοδος που εφάρμοζαν οι αρχές κάθε χώρας για να αποτρέψουν την εισαγωγή ασθενειών από επιδημίες. Έθεταν δηλαδή σε απομόνωση όσους κατέφθαναν από περιοχές με τέτοιες επιδημίες, και όσους υποψιάζοντο ότι ήσαν μολυσμένοι και τους κρατούσαν στην απομόνωση για πολλές ημέρες,   οπότε είτε εκδηλωνόταν η ασθένεια και πέθαιναν, είτε δεν εκδηλωνόταν οπότε εκρίνοντο ως υγιείς και τους επιτρεπόταν η είσοδος στη χώρα.

 

Ακριβώς τέτοια μέτρα ελαμβάνοντο και από τις αρχές της Κύπρου. Ο ταξιδιώτης Ελία ντι Πεσάρο, που πέρασε από την Κύπρο το 1563, αναφέρει ότι ιδιαίτερα αυστηρά μέτρα προστασίας έπαιρναν τότε οι κάτοικοι της Αμμοχώστου που φρόντιζαν να υπάρχει πολλή καθαριότητα, ενώ «κανένα άτομο που φθάνει από μολυσμένη ή υπό υποψίαν μολυσμένη περιοχή δεν μπορεί να εισέλθει στην πόλη προτού κρατηθεί [σε απομόνωση] για 40 ημέρες στο λιμάνι...»

 

Η καραντίνα, ως μέθοδος πρόληψης εισαγωγής επιδημικών ασθενειών, συνέχισε να εφαρμόζεται στην Κύπρο ακόμη και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Παρόμοιο μέτρο πρόληψης ίσχυε βέβαια και αλλού. Λειτουργούσαν, προς τούτο, ειδικοί χώροι στα λιμάνια (όπου εγίνοντο οι αφίξεις), στους οποίους εκρατούντο σε απομόνωση οι ύποπτοι ως φορείς ασθενειών, και ήσαν τα λεγόμενα Λοιμοκαθαρτήρια.

 

Το μεγάλο θανατικό: Μία πολύ μεγάλη επιδημία αναφέρει και ο Γεώργιος Βουστρώνιος ότι έπληξε την Κύπρο το 1470 και κράτησε δύο και μισό χρόνια. Ο χρονικογράφος γράφει ότι η επιδημία αυτή εξολόθρευσε το ένα τρίτο των κατοίκων του νησιού. Ο βασιλιάς της Κύπρου (ήταν ο Ιάκωβος Β' τότε), πήρε τους δικούς του και απομονώθηκε στο βασιλικό κτήμα στο χωριό Ακάκι, προκειμένου να προφυλαχθεί από το θανατικό, όπου και πήρε αυστηρά μέτρα προστασίας. Ο ίδιος χρονικογράφος αναφέρει και μία περίπτωση κατά την οποία απεσταλμένοι της βασίλισσας Καρλόττας στον σουλτάνο του Καΐρου για πολύ σοβαρό ζήτημα, το 1459, πέθαναν όλοι εκεί, διότι στο Κάιρο «ἦτον θανατικόν μέγαν». Οι απεσταλμένοι είχαν πάει στο Κάιρο προκειμένου να πείσουν τον σουλτάνο να μην υποστηρίξει τον Ιάκωβο Β', τον αντίπαλο της Καρλόττας για τον θρόνο της Κύπρου. Φυσικά η αποστολή αυτή απέτυχε πλήρως αφού οι πρέσβεις πέθαναν!

 

Από σημείωμα επί του χειρογράφου των «Χρονικών» Μαχαιρά και Βουστρωνίου της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας, πληροφορούμαστε επίσης για μία άλλη πολύ μεγάλη επιδημία που έπληξε την Κύπρο αμέσως μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Οθωμανούς, το 1570-71. Η επιδημία εκείνη, που φαίνεται ότι είχε «εισαχθεί» από το τεράστιο στράτευμα των Οθωμανών που είχε εισβάλει στην Κύπρο ή και είχε προκληθεί λόγω του πολέμου και των χιλιάδων άταφων νεκρών, κράτησε οκτώ μήνες και εξολόθρευσε τα δύο τρίτα του πληθυσμού!

 

Μεγάλες επιδημίες κατά την τουρκοκρατία: Μεγάλες επιδημίες συνέχισαν να πλήττουν την Κύπρο και καθ' όλη την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής (1570/71-1878), οπότε μάλιστα η αδιαφορία των τουρκικών αρχών (παρά την ύπαρξη των Λοιμοκαθαρτηρίων και την ισχύ κανονισμών προστασίας) για εκτέλεση έργων, συνέβαλε σημαντικά στην επιδείνωση της κατάστασης. Δεν καταβαλλόταν κατά την περίοδο αυτή καμιά φροντίδα για την καθαριότητα και παντού υπήρχαν βρόμικοι σωροί σκουπιδιών, τα ζώα εσφάζοντο οπουδήποτε και τα εντόσθια τους επετιούνταν στους δρόμους και στους αγρούς, πλήθη αδέσποτων σκύλων κυκλοφορούσαν, οι ελώδεις περιοχές πλήθαιναν και εγίνοντο μόνιμες εστίες ασθενειών, τεράστια σμήνη από κουνούπια υφίσταντο, και γενικά πολλές ασθένειες κυριαρχούσαν. Ξένοι επισκέπτες της περιόδου, πολύ συχνά κάνουν λόγο για το ανθυγιεινό κλίμα της Κύπρου, για τα προβλήματα από τα έλη (κυρίως κοντά στις πόλεις Λάρνακα και Αμμόχωστο), για πυρετούς που κυριαρχούσαν, για παθήσεις των ματιών που επίσης κυριαρχούσαν και για μια μόνιμη αρρωστημένη εμφάνιση των Κυπρίων.

 

Ο επισκέπτης Πιέτρο ντέλλα Βάλλε, που επεσκέφθη την Κύπρο το 1625, κάνει λόγο για πολλά χωριά που ήσαν κατεστραμμένα και περίπου έρημα, διότι μία επιδημία πανώλους που είχε σημειωθεί λίγα χρόνια πριν από την επίσκεψή του, είχε σκοτώσει «τους περισσότερους κατοίκους του νησιού», θα επρόκειτο μάλλον για την μαρτυρούμενη από άλλες πηγές μεγάλη επιδημία του 1589 (κράτησε 10 μήνες), που συνέβη δηλαδή 35 περίπου χρόνια πριν από την επίσκεψη του ντέλλα Βάλλε. Για την επιδημία του 1589 κάνει λόγο ο επισκέπτης ντε Βιλλαμόντ, που είχε περάσει τότε ακριβώς από την Κύπρο. Κατά την μαρτυρία του, στην Αμμόχωστο «μαινόταν εδώ και αρκετόν καιρό η πανώλης και οι κάτοικοί της, καθώς και εκείνοι της γύρω περιοχής, πέθαναν σχεδόν όλοι...». Η ίδια αυτή επιδημία του 1589 μνημονεύεται και σε σημείωμα επί του χειρογράφου των «Χρονικών» Μαχαιρά και Βουστρωνίου της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης. Είναι άλλο σημείωμα από εκείνο που μνημονεύει την επιδημία του 1570-71, και αναφέρει ότι από την επιδημία του 1589, που κράτησε 10 μήνες, πέθαναν πάρα πολλοί, άνδρες και γυναίκες και κυρίως παιδιά.

 

Ο Ρώσος μοναχός Βασίλειος Γρηγόροβιτς Μπάρσκυ πάλι, που περιηγήθηκε ολόκληρη σχεδόν την Κύπρο μεταξύ του 1726 και του 1736, κάνει λόγο για μεγάλη επιδημία πανώλους στο νησί το 1734-1735, οπότε σημειώθηκαν και σεισμοί και άλλα μεγάλα κακά. Η πανώλης έπληξε την Λευκωσία τότε, και επεξετάθη «σε όλες τις πόλεις και στα χωριά».

 

Ο αββάς Τζιοβάννι Μαρίτι, πάλι, περιγράφει μία επιδημία πανώλους που έπληξε την Κύπρο το 1760. Η ασθένεια «εισήλθε» στην Κύπρο από μερικούς ναύτες ενός τούρκικου καραβιού που ναυάγησε κοντά στην Πάφο, προερχόμενο από την Αλεξάνδρεια. Όσοι διασώθηκαν, μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία και εκεί διαδόθηκε πρώτα η επιδημία, από όπου στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το νησί, σκοτώνοντας 22.000 ανθρώπους!

 

Το «Χρονικόν της Λύσης» μας δίνει επίσης μαρτυρίες για σειρά επιδημιών κατά τον 19ο αιώνα: μεγάλη επιδημία το 1813, που συνεχίστηκε ελαφρότερη το 1814 και 1815, «λυσσιάρα» (=λύσσα) το 1820, μέτριας εκτάσεως θανατικό στην Λάρνακα και στην περιοχή της το 1832, θανατικό το 1835, πολλοί θάνατοι από χολέρα το 1865, θάνατοι από «ρουσούδι» (=ιλαρά) το 1866, επιδημία που θανάτωσε παιδιά το 1879, θάνατοι από ευλογιά το 1897.

 

Οι Βρεττανοί λαμβάνουν μέτρα: Μεγάλα προβλήματα υγείας αντιμετώπισαν οι Βρεττανοί όταν κατέλαβαν την Κύπρο το 1878. Πολλοί στρατιώτες τους και άλλοι ασθενούσαν και αρκετοί πέθαιναν. Μία δε από τις πρώτες φροντίδες των πρώτων Άγγλων διοικητών των επαρχιών της Κύπρου, αλλά και των πρώτων βρετανικών αποικιακών κυβερνήσεων, ήταν η προώθηση σειράς μέτρων για αντιμετώπιση των ασθενειών και για εξασφάλιση υγιεινών συνθηκών διαβίωσης. Η (συχνά αναγκαστική) καθαριότητα ήταν ένα από τα πρώτα μέτρα, ενώ άρχισε και η αποξήρανση των ελών σε πολλές περιοχές. Η εξουδετέρωση των αδέσποτων σκύλων (φορέων του εχινόκοκκου) και η εισαγωγή μέτρων προλήψεως διαφόρων ασθενειών, ήσαν επίσης από τις πρώτες φροντίδες των Βρεττανών. Και σταδιακά, μάλιστα με την εφεύρεση πλέον και την χρήση φαρμάκων, η κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά, έως ότου οι επιδημίες περιορίστηκαν και σχεδόν εξαλείφθηκαν — σήμερα μάλιστα δεν υπάρχουν. Παράλληλα, εξαφανίστηκαν και οι πυρετοί και οι παθήσεις των ματιών, και άλλες ασθένειες που για αιώνες μάστιζαν το νησί.

 

Βεβαίως, σε παλαιότερες εποχές, οι μεγάλες επιδημίες έπλητταν και εμάστιζαν και πάρα πολλά άλλα μέρη, περιλαμβανομένων όλων των χωρών γύρω από την Κύπρο. Πολλοί δε από τις χιλιάδες των Ευρωπαίων προσκυνητών που ταξίδευαν στους Αγίους Τόπους, επροσβάλλοντο εκεί από ασθένειες και πέθαιναν είτε στην Παλαιστίνη είτε σε άλλα μέρη, είτε στη θάλασσα, κατά το ταξίδι της επιστροφής. Όταν πέθαιναν στη θάλασσα, εάν τα καράβια στα οποία επέβαιναν ευρίσκοντο κοντά στην Κύπρο, οι νεκροί είχαν την «τύχη» να θάβονται στο νησί, διαφορετικά ερίχνοντο στη θάλασσα.

 

Οι συγκεκριμένες επιδημίες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι οι μοναδικές που μνημονεύονται στις πηγές. Αναφέρονται και αρκετές άλλες ακόμη, ενώ θα πρέπει να υπολογιστεί ότι και πολλές άλλες, που συνέβησαν κατά καιρούς, δεν κατεγράφησαν (ή δεν σώθηκαν σχετικά κείμενα που τις μνημόνευαν) και μας είναι άγνωστες. Προκύπτει συνεπώς, εάν συνυπολογισθούν όλα αυτά, ότι η Κύπρος υπέφερε τραγικά συχνά από επιδημίες που κυριολεκτικά αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό. Μάλιστα πολλά χωριά που γνωρίζουμε ότι κάποτε υφίσταντο και που σήμερα δεν υπάρχουν, είχαν καταστραφεί ολοσχερώς ύστερα από εξολόθρευση των κατοίκων τους λόγω των επιδημιών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν λίγοι κάτοικοι εσώζοντο, αμέσως εγκατέλειπαν τα μολυσμένα χωριά τους και μετακινούντο σε άλλα μέρη. Έτσι, πολλά χωριά παρέμεναν εντελώς έρημα και τελικά εχάνοντο, ενώ σε διάφορες περιπτώσεις ιδρύοντο άλλα χωριά λόγω μετακινήσεως των κατοίκων.

 

Όταν δε κοντά στις τόσες επιδημίες προστεθούν και οι συχνές καταστροφές από σεισμούς, οι πολύ συχνές καταστροφές από τα τεράστια σμήνη των ακρίδων, οι επίσης πολύ συχνές καταστροφές από επιθέσεις εισβολέων και πειρατών, οι καταστροφές άλλοτε από ανομβρίες και άλλοτε από πλημμύρες, και επίσης οι καταστροφές από άλλες αιτίες, φαίνεται πράγματι τεράστιος άθλος το ότι ο λαός αυτού του νησιού κατόρθωσε, όλους αυτούς τους αιώνες, να επιβιώνει και να δημιουργεί.

 

Ισπανική γρίππη

Η «ισπανική γρίππη» ήταν η πιο φοβερή πανδημία του 20ου αιώνα, μια από τις χειρότερες στην ιστορία, με θύματα που πλησιάζουν τα είκοσι εκατομμύρια νεκρούς. Ξέσπασε κατά τους τελευταίους μήνες του Μεγάλου πολέμου, το 1918, και εξαπλώθηκε με τρομακτικούς ρυθμούς σε όλο τον πλανήτη. Ειδικά για την Ευρώπη που πάσχιζε να κλείσει τις πληγές της από τον καταστρεπτικό πόλεμο, η επιδημία ήταν εξαιρετικά επώδυνη, αφού μέσα σε ελάχιστους μήνες είχε πολλαπλάσια θύματα από την τετραετή ανθρωποσφαγή. Μάλιστα, ανάμεσα στα θύματα πολλοί ήταν επιζήσαντες στρατιώτες του Πολέμου.

Στην Κύπρο, η εντύπωση που σχηματίζει ο ερευνητής μελετώντας τις πηγές της εποχής είναι ότι η γρίππη του 1918 δεν έγινε το βασικό θέμα της επικαιρότητας. 

Στη Λάρνακα, όπου ο δήμαρχος ήταν γιατρός (Φίλιος Ζαννέτος) εκδόθηκε καθησυχαστική ανακοίνωση (Νοέμβριος 1918) για την προστασία των πολιτών. Τονιζόταν ότι η επιδημία «παρ’ ημίν δεν εξεδηλώθη εισέτι με πολύ κακόν χαρακτήρα, αλλά θύματά τινα αριθμούνται ήδη». Οι πάσχοντες καλούνταν «να πτύωσιν εις επί τούτο δοχεία πλήρη αντισηπτικού τινός υγρού, να μη δέχωνται δε συγγενικάς ή φιλικάς επισκέψεις, οι δε οικείοι να λαμβάνωσιν όσας προφυλάξεις υποδεικνύει η επιστήμη». Η ανακοίνωση, που πρότεινε αντισηπτικές εισπνοές (από γλυκερίνη με ιώδιο, ή «κοινόν έλαιον μετά φαινικού οξέος») ή «γαργαρισμούς δι’ οξυγονούχου ύδατος», κατονόμαζε ως ομάδες «υψηλού κινδύνου» τους ασθενείς, τους ηλικιωμένους και τους αλκοολικούς… Στη Λευκωσία, τον Δεκέμβριο του 1918 ο γιατρός Νικόλαος Δέρβης έδωσε διάλεξη στην «Αγάπη του Λαού», «Περί του επιδημικού κατάρρου (γρίππης)», που δημοσιεύθηκε στον «Κυπριακό Φύλακα», ενώ ο Κερυνειώτης συνάδελφός του, Σπύρος Κ. Χαραλαμπίδης, δημοσίευσε τις δικές του εμπειρίες από την επιδημία στην επαρχία του, στη «Φωνή της Κύπρου», με τίτλο «Αποτελεσματική θεραπεία της γρίππης».

Τα σχολεία των πόλεων πήραν ανάλογα μέτρα προστασίας: Στην Πάφο έκλεισε προληπτικά το Ημιγυμνάσιο τον Νοέμβριο, στη Λάρνακα αποφασίστηκε, «προς προφύλαξιν από της γρίππης» να ανοίγουν τα σχολεία μία ώρα αργότερα, και στη Λευκωσία, οι μαθητές και οι μαθήτριες του Παγκυπρίου Γυμνασίου και του Παρθεναγωγείου Φανερωμένης που επέστρεψαν από τα χωριά τους, μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων του 1918, υποχρεώθηκαν να παραμείνουν «αποκλεισμένοι» για τέσσερις μέρες, «προς προφύλαξιν του άλλου μαθητικού κόσμου από της γρίππης».

Ανάμεσα στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, ίσως και σε αυτούς που μετέφεραν τη γρίππη στην Κύπρο, ήταν οι απολυόμενοι «μουλάρηδες» του Μακεδονικού μετώπου. Αρκετοί από τους Κύπριους αποβιώσαντες ημιονηγούς που είναι θαμμένοι στη Μακεδονία πέθαναν από τη γρίππη. Ως προς τα εδώ θύματα, στην πόλη της Λευκωσίας η πρώτη έξαρση σημειώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1918 και επαναλήφθηκε σφοδρότερη δυο μήνες αργότερα, χωρίς να αφήσει απρόσβλητη καμιά οικογένεια. Τα κρούσματα όμως, ήταν, επί το πλείστον, όπως θα λέγαμε σήμερα, «ήπιας μορφής». Δεν έλειψαν βέβαια οι θάνατοι: Μόνο τον Δεκέμβριο του 1918 δύο στις Κεντρικές Φυλακές (όπου καταγράφηκαν 200 κρούσματα) και άλλοι δύο στην πόλη. Και δεν ήταν οι μόνοι. Τον ίδιο μήνα, στα Περβόλια της επαρχίας Λάρνακας μέσα σε δύο βδομάδες απεβίωσαν 14 άνθρωποι. Ένα δημοσίευμα της «Φωνής της Κύπρου» (15/28 Δεκεμβρίου 1918) καταγράφει με φρίκη τον «θερισμόν εις ανθρώπινα πλάσματα». Η τελική αποτίμηση γίνεται, όμως, με μια μακάβρια ψυχρότητα, για τα δικά μας, σημερινά, μέτρα: «Οι περισσότεροι εκ της επιδημίας ταύτης θάνατοι επισυνέβησαν εν τοις διαμερίσμασι Καρπασίας, Ορεινής, Σολέας και Πιτσιλιάς, όπου καθ’ εκάστην σχεδόν ημέραν σημειούνται θανατηφόρα κρούσματα. Εν τισί των διαμερισμάτων τούτων οικογένειαί τινες εθρήνησαν την απώλειαν τεσσάρων και πέντε μελών των».

Η μεγαλύτερη έξαρση της πανδημίας σημειώθηκε την περίοδο Νοεμβρίου 1918 -Ιανουαρίου 1919. Και αυτό συνέβη τόσο σε ορεινά χωριά όσο και στα χωριά του κάμπου και των ακτών: Στη Γαλάτα απεβίωσαν σε λίγες ημέρες 15 πρόσωπα ηλικίας 18-80 ετών (εφημ. Ελευθερία, 19/1 Φεβρουαρίου 1919), στον Ασκά και στην Άλωνα είχαν καταγραφεί στις αρχές Δεκεμβρίου 1918 περισσότεροι από 20 θάνατοι (εφημ. Ελευθερία, 8/21 Δεκεμβρίου 1918), ενώ ανάλογη θραύση – και λόγω ψύχους – καταγράφηκε και σε άλλα χωρία της Πιτσιλιάς, τον Πολύστυπο, τα Χανδριά και Πλατανιστάσα  (εφημ. Μικρούλα, 5 Φεβρουαρίου 1919). Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του Τύπου και στα πέντε γειτονικά χωριά, τις ημέρες έξαρσης της επιδημίας καταγράφονταν καθημερινά ένα-δύο θανατηφόρα περιστατικά.

Στα Περβόλια Λάρνακας μέσα σε δυο βδομάδες απεβίωσαν από τη γρίππη 14 πρόσωπα (εφημ. Νέον Έθνος, 15/28 Δεκεμβρίου 1918), ενώ ανάλογα θύματα καταγράφηκαν και στην Καρπασία: Στον Άγιο Ανδρόνικο σε μια βδομάδα πέθαναν δέκα άνθρωποι, ενώ ανταπόκριση από το Λεονάρισσο (εφημ. Μικρούλα, 11 Δεκεμβρίου 1918) υπολογίζει τα κρούσματα γρίππης στα χωριά της περιοχής «μεταξύ των 10-25 τοις εκατόν επί του πληθυσμού, τα ημίσεα δ’ είναι θανατηφόρα». Πιο φρικτό περιστατικό, ο θάνατος των τεσσάρων παιδιών μιας οικογένειας στο Λεονάρισσο.

 

Επώνυμα θύματα της γρίππης

Από τα «επώνυμα» θύματα, η πιο διάσημη στην Κύπρο έμελλε να μείνει η Ελένη Κ. Λοϊζίδου. Ο θάνατός της από γρίππη, τον Μάιο του 1919 βύθισε τους γονείς της σε βαρύ πένθος και οδήγησε σε μια γενναία δωρεά τους, στη μνήμη της: Στην ανέγερση του Ελενείου Δημοτικού Σχολείου. Ένα άλλο θύμα της γρίππης ήταν ο Άδωνις Κύρου, ο εκδότης της αθηναϊκής εφημερίδας «Εστία» στην Αθήνα (1872-1918), γιος του Λευκωσιάτη Κύρου Ιωαννίδη και ανιψιός του Δημάρχου Λευκωσίας Αχιλλέα Λιασίδη.

Έναν από τα θύματα της γρίππης στην κυπριακή πρωτεύουσα ήταν ο νεαρός γιατρός Μιχαήλ Ι. Τομπάζη, που πέθανε τα Χριστούγεννα του 1918.

 

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image