Παύλου Ιάκωβος (μάστρε-Γιακουμής)

Image

Ο Ιάκωβος Παύλου, γνωστός ως μάστρε-Γιακουμής, είναι ένας από τους γνωστότερους και σημαντικότερους πρωτομάστορες, ναοδόμους και λιθοξόους στα τέλη του 19ου αιώνα - αρχές του 20ου.

 

Γεννήθηκε γύρω στα 1865-67 στο χωριό Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου και πέθανε το 1928 στην Αμμόχωστο. Ο πατέρας του ήταν ο Παύλος Ιακώβου και αδέλφια του ήταν ο Σωτήρης και η Μαρίτσα. Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1880 νυμφεύτηκε τη Σοφία, (Σοφιανού), από την Έγκωμη με την οποία απόκτησε εννέα παιδιά. 

 

Δεν έχουν καταγραφεί στοιχεία για τη ζωή του στα πρώτα της στάδια, ούτε και για την πρώιμη περίοδο της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, κατά την οποία θα πρέπει να είχε μαθητεύσει κοντά στον σπουδαίο πρωτομάστορα/αρχιτέκτονα Χριστόδουλο Μιχαήλ Γρούτα από το Δάλι, ο οποίος μετέδωσε στον τότε νεαρό Γιακουμή τις πρώτες γνώσεις και τεχνικές, τις οποίες στη συνέχεια ανέπτυξε και τελειοποίησε. Εικάζεται ότι γνώριζε και χρησιμοποιούσε τεχνικές που ήταν ευρέως διαδεδομένες στη Μικρά Ασία και στην Ελλάδα, όπως τη χρήση μεταλλικών τενόντων για ενίσχυση των σταυροθολίων και μείωση των ωθήσεων στις κολόνες και στους εξωτερικούς τοίχους. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή, για να ακολουθήσει κάποιος το επάγγελμα του εργολάβου/αρχιτέκτονα έπρεπε να μαθητεύσει για μια τουλάχιστον επταετία δίπλα σε έναν αναγνωρισμένης αξίας μάστορα, ως «τσιράκι».

 

Από νεαρή ηλικία ο Ιάκωβος Παύλου κατέδειξε το ταλέντο και τις ικανότητές του, όταν στην εκκλησία της Παναγίας της Λύσης (1888) κλήθηκε να αναλάβει τη συνέχιση, τον τελικό σχεδιασμό και την αποπεράτωσή της. Επηρεασμένος από τα γοτθικά μνημεία της εποχής και κυρίως από τον εμβληματικό ναό -γοτθικής τεχνοτροπίας- του Αγίου Νικολάου στην Παλαιά Αμμόχωστο, ολοκλήρωσε με επιτυχία την εκκλησία, δημιουργώντας έναν αριστουργηματικό ορθόδοξο ναό με έντονες γοτθικές επιδράσεις, μοναδικό στο είδος του, ένα πραγματικό κομψοτέχνημα και στολίδι της Μεσαορίας.

 

Από εκεί και πέρα οι δρόμοι για τον νεαρό Γιακουμή ήταν διάπλατα ανοικτοί. Ακολούθησαν οι εκκλησίες: Παναγία Ευαγγελίστρια στο Δάλι (1909), η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο χωριό Πατρίκι της Αμμοχώστου (1911), η εκκλησία Αγίου Μηνά στο Γέρι (1916),  η εκκλησία Προφήτη Ηλία στους Στύλλους Αμμοχώστου (1915),  ο ναός του Χρυσοσώτηρος στην Ακανθού (1915) και τέλος ο ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου στο χωριό Αυγόρου (1926).

 

Ο μάστρε-Γιακουμής έκτιζε -κατά κύριο λόγο- ναούς και το όνομά του έχει συνδεθεί με τις πλείστες εκκλησίες και μονές της εποχής εκείνης κυρίως στην επαρχία Αμμοχώστου, αλλά και σε άλλες επαρχίες. Αναμφίβολα, η επιτυχημένη επαγγελματική του πορεία ως πρωτομάστορα τον καθιέρωσε σταδιακά και ως αρχιτέκτονα. Γράφει η εφημερίδα «ΕΝΩΣΙΣ» το 1910 για την ανέγερση του Μητροπολιτικού Ναού της Παναγίας Ευαγγελιστρίας στο Δάλι: «Την οικοδομήν διευθύνει ο εκ Κοντέας επιμελής και ικανότατος αρχιτέκτων κ. Ιάκωβος (Γιακουμής) του οποίου πολλά έργα εν Κύπρω διακρίνονται επί στερεότητι και καλλιτεχνία». Αυτή του η φήμη τον έκανε περιζήτητο και μονίμως απασχολημένο, γι’ αυτό και διατηρούσε μικρά συνεργεία (με νεαρούς μάστορες, «μαθητούδια» και «τσιράκια»), τα οποία εργάζονταν ταυτόχρονα σε διαφορετικές τοποθεσίες. Από τα δικά του συνεργεία και τα «μαθητούδια» του, προέκυψαν μετέπειτα σπουδαίοι μάστορες όπως ο Αντώνης Κοντεάτης, ο Γιάγκος (Ιωάννης) Παπακυριακού, ο Μωυσής Γεωργίου, ο Συμεών ο Καμηλάρης, ο Καράκωστας  και λιθοξόοι όπως ο Παύλος Σωτηρίου (Ζαοπόας).

 

Ο μάστρε-Γιακουμής ευτύχησε να επιτελέσει έργον επί τριών Αρχιεπισκόπων (Σωφρονίου Γ’, Κυρίλλου Β’, Κυρίλλου Γ’) και να συνεργαστεί με τις εκάστοτε τοπικές αρχές και τις εκκλησιαστικές επιτροπές, που του ανέθεταν εργασίες, θεωρώντας τα έργα του εξαιρετικής τέχνης, άριστης τεχνικής και αναμφίβολης ποιότητας και στερεότητας. Να σημειωθεί ότι στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η στενή συνεργασία του με τον πρώτο σπουδασμένο αρχιτέκτονα της Κύπρου, τον περίφημο Θεόδωρο Φωτιάδη. Μαζί συνεργάστηκαν σε αρκετά σπουδαία αρχιτεκτονήματα, ανάμεσα στα οποία και η αριστουργηματική εκκλησία του Χρυσοσώτηρος στην Ακανθού.

 

Ταυτόχρονα όμως ο μάστρε-Γιακουμής αναλάμβανε επεκτάσεις, προσθήκες, αλλά και  επισκευές σε προϋπάρχοντες ναούς, που είτε λόγω φυσικής φθοράς είτε και λόγω φυσικών καταστροφών (σεισμών κυρίως) έχρηζαν επιδιόρθωσης. Εντυπωσιακή επέκταση και επισκευή πραγματοποίησε στην εκκλησία Τιμίου Σταυρού στα Λεύκαρα (1910), όπου μεταξύ άλλων κατασκεύασε τους «ηλιακούς», το σημερινό προαύλιο και την είσοδο στη νότια πλευρά. Ανακαίνισε, δηλαδή «εσοβάτισε και εμαρμάρωσε», επί Κυρίλλου Β’ και την Ιερά Μονή του Αποστόλου Βαρνάβα στην επαρχία Αμμοχώστου (1915), εκκλησία στον Δαυλό (κατά πάσα πιθανότητα την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου), επισκεύασε την εκκλησία του Αγίου Ανδρονίκου και της Αγίας Αθανασίας στο χωριό Ξυλοτύμπου επαρχίας Λάρνακας (1918) και αργότερα κατασκεύασε τον νάρθηκα της δυτικής εισόδου στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Πραστειό Αμμοχώστου (1922). Σύμφωνα με μαρτυρία ενός από τους μαθητές του, εργασίες ανοικοδόμησης διεξήγαγε επίσης στο Μετόχι Κύκκου (1922)  και στη βυζαντινή Μονή της Παναγίας του Τοχνιού στις Μάνδρες Αμμοχώστου (c1919).

 

 

Επιπλέον κοσμούσε με απαράμιλλη τέχνη και επιδεξιότητα τις εκκλησίες που έκτιζε ως λιθοξόος και εξαίρετος τεχνίτης της πέτρας και σκάλιζε λίθινα/μαρμάρινα αριστουργήματα. Εξαιρετικής τέχνης και μοναδική στο είδος της θεωρείται η πυραμιδοειδής Αγία Τράπεζα στην εκκλησία της Παναγίας της Λύσης, η Αγία Τράπεζα στην εκκλησία της Παναγίας στη Δερύνεια Αμμοχώστου, ενώ η αντίστοιχη Αγία Τράπεζα στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στην Κοντέα -δυστυχώς- δεν υφίσταται πλέον. Κατασκεύασε επίσης το άνω εικονοστάσι στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος στο Ριζοκάρπασο (1908) και το καμπαναριό στην Παναγία της Λύσης το 1920.  

 

Παράλληλα όμως ασχολήθηκε και με ποικιλία άλλων κατασκευών. Αξιοσημείωτη είναι η ανοικοδόμηση της Οθωμανικής Σχολής στην Παλαιά Αμμόχωστο το 1925, όπως καταμαρτυρείται από σχετικό έγγραφο και οι αστικές κατοικίες που ανεγείρει, όπως είναι η Οικία Κούτρα στο Αυγόρου (1923), η οποία σήμερα λειτουργεί ως Εθνογραφικό Μουσείο. Ο μάστρε-Γιακουμής είχε δε αναμειχθεί και στην κατασκευή του στρατοπέδου του Καράολου, όταν οι Άγγλοι το 1916 εγκατέστησαν οθωμανούς αιχμαλώτους από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Κύπρο.

 

Το πλούσιο και πολυσχιδές έργο του αναμφίβολα εντυπωσιάζει, πόσω μάλλον, όταν ο σύγχρονος ερευνητής συνειδητοποιεί ότι ο μάστορας αυτός πέτυχε να συνεχίσει την προϋπάρχουσα αρχιτεκτονική παράδοση και ταυτόχρονα -εξαιτίας των δεξιοτήτων και του ευρέος πνεύματος που τον χαρακτήριζαν- κατόρθωσε να την ανανεώσει και να την εμπλουτίσει δημιουργώντας έργα που άντεξαν στον χρόνο και σφράγισαν με την αισθητική και την στερεότητά τους την αρχιτεκτονική στο πρώτο ήμισυ της περιόδου της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο.

 

Πηγή

 

Οι πληροφορίες και το φωτογραφικό υλικό είναι από το αρχείο της οικογένειας του Μάστρε- Γιακουμή. 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image