Γλώσσα

Η βυζαντινή γλώσσα στην Κύπρο

Image

Η Βυζαντινή γλώσσα αποτελεί μία περίοδο της Ελληνικής γλώσσας, η οποία συμπεριλαμβάνει περισσότερα από χίλια χρόνια, από την αρχή του Βυζαντίου μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

 

Η Βυζαντινή γλώσσα αποτελεί επίσης μία από τις κοινές μορφές της Ελληνικής γλώσσας, δηλαδή μορφές, που ήταν σε χρήση από όλους τους Έλληνες.

 

Η Ελληνική γλώσσα στην ιστορία της είχε τέσσερεις κοινές μορφές.

 

Η πρώτη κοινή ήταν στα προϊστορικά χρόνια. Αυτή δεν παραδίδεται από τη γραφή, αλλά κατασκευάζεται από τους γλωσσολόγους από τα στοιχεία των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων. Από την προϊστορική αυτή κοινή κατάγονται οι αρχαίες διάλεκτοι, η Ιωνική, η Αχαϊκή, η Δωρική και άλλες. Ως γνωστό οι αρχαίοι Έλληνες, πριν από τον Μέγα Αλέξανδρο, δεν χρησιμοποιούσαν όλοι μια κοινή γλώσσα, αλλά διαλέκτους ανάλογα με τις πόλεις τους, που ήταν ανεξάρτητα κράτη. Κοινή γλώσσα των Ελλήνων κατά την περίοδο αυτή ήταν η γλώσσα των ομηρικών ποιημάτων, που χρησιμοποιούνταν από όλους.

 

Η δεύτερη κοινή είναι η μορφή, που δημιουργήθηκε και διαδόθηκε στα κράτη των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Βάση της κοινής αυτής αποτελεί η γλώσσα των Αθηνών, η λεγόμενη Αττική διάλεκτος, η οποία απέκτησε κύρος για τα έργα, που γράφτηκαν σ' αυτή, και άρχισε να διαδίδεται με την ηγεμονία των Αθηνών, πολιτική και πολιτιστική, στους άλλους Έλληνες. Η κοινή αυτή είναι γνωστή ως Ελληνιστική, γιατί χρησιμοποιήθηκε από ένα ελληνίζοντα κόσμο, ή Αλεξανδρινή, γιατί η Αλεξάνδρεια υπήρξε το σπουδαιότερο πληθυσμιακό, εμπορικό και πνευματικό κέντρο του ελληνιστικού κόσμου.

 

Η τρίτη κοινή είναι η Βυζαντινή. Αυτή αποτελεί τη γλώσσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, είτε ως συνέχεια της Αλεξανδρινής κοινής, είτε ως μίμηση της αρχαίας Ελληνικής.

 

Υπάρχουν πολλοὶ επιστήμονες, οι οποίοι δεν αναγνωρίζουν Βυζαντινή κοινή. Αυτοί υποστηρίζουν ότι το Βυζάντιο στη λόγια γλώσσα του, δηλαδή στη γλώσσα της διοίκησης, της Εκκλησίας, της γραμματείας, της παιδείας, χρησιμοποιεί την αρχαία Ελληνική γλώσσα, η οποία, όπως λένε, είναι νεκρή τότε, ενώ στη γλώσσα του λαού συνεχίζει την Αλεξανδρινή κοινή, η οποία κατέληξε στη σύγχρονη δημοτική γλώσσα. Η άποψη αυτή έχει κάποια βάση, αλλά δεν μπορεί να είναι απόλυτα ορθή για μερικούς λόγους. Πρώτον υπάρχει κρατική υπόσταση, η οποία, ίσως μοναδικό φαινόμενο στην Ιστορία, διατηρείται για περισσότερα από χίλια χρόνια. Δεύτερον κατά τα χίλια χρόνια χρήσης της Ελληνικής γλώσσας στο Βυζάντιο εμφανίστηκαν πολλές εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα, φωνολογικό, τυπολογικό, συντακτικό, ώστε μπορούμε να μιλούμε για νέα δεδομένα. Δεν είναι δυνατό η νέα Ελληνική γλώσσα να ανάγεται απευθείας στην Αλεξανδρινή κοινή, και να παραγνωρίζονται τα χίλια και πλέον χρόνια, που μεσολάβησαν. Η νέα Ελληνική γλώσσα, κοινή και διάλεκτοι, κατάγονται από την κοινή του Βυζαντίου. Η Βυζαντινή κοινή είναι η μητέρα της νέας Ελληνικής γλώσσας και η Αλεξανδρινή η γιαγιά της. Η ξεχωριστή κρατική υπόσταση και παράδοση αρκούν, για να κατατάξουν ακόμη και πραγματικές διαλέκτους σε γλώσσες, όπως γίνεται με τη Δανική, τη Σουηδική και τη Νορβηγική.

 

Η τέταρτη κοινή της Ελληνικής γλώσσας είναι η σημερινή, η οποία συνδέεται με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.

 

Η Βυζαντινή γλώσσα, ως παρελθόν πια, αποτελεί ιστορικό μνημείο της Ελληνικής γλώσσας. Μπορεί να μελετηθεί μόνο από τα έργα, που άφησε, όχι ως ομιλούμενη, όπως είναι η σημερινή Ελληνική γλώσσα. Επίσης η Βυζαντινή γλώσσα μπορεί να οριοθετηθεί ιστορικά. Μέσα στα όριά της μπορούν να καταγραφούν και τα μνημεία της. Μνημεία της Βυζαντινής γλώσσας είναι οι ιστορίες, οι χρονογραφίες, τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας, οι ύμνοι, οι κανόνες, οι επιστημονικές πραγματείες, οι νόμοι, τα λογοτεχνικά έργα, οι επιστολές, τα διοικητικά  διατάγματα, τα χρυσόβουλα, τα μολυβδόβουλα, οι κώδικες, οι επιγραφές, τα σημειώματα, τα δικαιοπρακτικά έγγραφα, και εν γένει ό,τι αποτελεί γλωσσικό υλικό. Όταν κάποτε καταγραφεί με την τεχνολογία το υλικό αυτό, το οποίο σε μεγάλο μέρος είναι ακόμη ανέκδοτο, θα αποτελεσθεί ο Βυζαντινός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας, άξιος θαυμασμού με τα εκατομμύρια των λέξεων και απαραίτητος για τη μελέτη του εξαίσιου δημιουργήματος του ανθρωπίνου πνεύματος, που αποτελεί η Ελληνική γλώσσα με τα οικουμενικά δημιουργήματά της.

 

Αναπόσπαστο μέρος της Βυζαντινής γλώσσας αποτελεί και η Βυζαντινή γλώσσα της Κύπρου, η οποία χαρακτηρίζεται μόνο τοπικά, όχι ειδολογικά. Ιδιαίτερη παραγωγή, κοντά στην κοινή, είχε η Κύπρος με τη φραγκοκρατία, η οποία υποβοήθησε τη συγγραφή κειμένων, όπως τα χρονικά του Λεοντίου Μαχαιρά και του Γεωργίου Βουστρωνίου. Σε λίγο θα ακολουθήσουν σε ιδιαίτερη παραγωγή και άλλα ελληνικά μέρη υπό ξένη κυριαρχία.

 

Η δημώδης γλώσσα του Βυζαντίου

Δημώδης ή ομιλούμενη βυζαντινή γλώσσα, είναι η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο λαός, σε αντίθεση με τη γλώσσα που έγραφαν οι μορφωμένοι λόγιοι. Οι μελετητές αναζητούν στο Βυζάντιο κείμενα, γραμμένα αποκλειστικά σε δημώδη γλώσσα. Όμως βρίσκουν κείμενα, θεωρούμενα δημώδη, αλλὰ κατάσπαρτα με λόγιους τύπους. Έτσι αποφαίνονται ότι η δημώδης γλώσσα του Βυζαντίου δεν είναι επαρκώς γνωστή και ότι κατακαλύπτεται από τη λόγια. Έχουν δίκαιο ως ένα βαθμό.

 

Ο λαός, που χρησιμοποιεί τη γλώσσα του, δεν γνωρίζει, και δεν ενδιαφέρεται να γνωρίζει, από πού προέρχονται τα στοιχεία της: αν είναι λόγια, δημοτικά ή και ξένα. Η ομιλούμενη γλώσσα απαρτίζεται από την παιδεία και τις εμπειρίες των ομιλούντων. Έτσι σήμερα από τις εμπειρίες εισέρχονται στην Ελληνική γλώσσα αγγλικές λέξεις, χωρίς να ενδιαφέρονται οι ομιλούντες να τις αποκλείσουν ως ξένες.

 

Οι Ρωμαίοι πολίτες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ζούσαν σ' ένα περίγυρο με τη λόγια γλώσσα: στη διοίκηση, στην Εκκλησία, στην παιδεία. Έτσι απάρτιζαν το γλωσσικό τους όργανο με βάση την ομιλούμενη γλώσσα και με στοιχεία από την περιρρέουσα λόγια. Η ανάμειξη φαίνεται σε έντονο βαθμό στα δημώδη κείμενα, που παραδίδονται. Αυτή η ανάμεικτη γλώσσα δεν πρέπει να θεωρείται πλαστή, αλλά το φυσικό όργανο έκφρασης του λαού και των συγγραφέων σύμφωνα με την παιδεία και τις εμπειρίες τους.

 

Τα πρώτα έργα σε δημώδη λόγο, όπως τον περιγράψαμε, ανευρίσκονται στο Βυζάντιο από τον δωδέκατο αιώνα και εξής. Αυτά είναι τα Πτωχοπροδρομικά ποιήματα του Θεοδώρου Προδρόμου. Για πρώτη φορά γράφεται μια κατά προσέγγιση ομιλούμενη γλώσσα, με λεξιλόγιο, μορφολογία και σύνταξη, που στην ουσία είναι νέα Ελληνικά. Όμως ο ίδιος γράφει συγχρόνως και έργα στη λόγια γλώσσα.        

 

Η δημώδης γλώσσα του Βυζαντίου ανευρίσκεται και στη νέα Ελληνική γλώσσα. Γιατί η νέα Ελληνική γλώσσα με όλα τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα είναι ήδη απαρτισμένη κατά τη βυζαντινή περίοδο και γιατί κατάγεται από τη Βυζαντινή κοινή. Η γλώσσα των δημωδών βυζαντινών κειμένων είναι ομοιόμορφη. Δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη σχέση προς τις  μεταγενέστερες νεοελληνικές διαλέκτους. Στην πραγματικότητα έχουμε μια κοινή δημοτική γλώσσα.

 

Ότι η νέα Ελληνική γλώσσα είναι απαρτισμένη ήδη κατά τη βυζαντινή περίοδο και ότι έκτοτε δεν είχε σαρωτικές αλλαγές αποδεικνύεται και από το εξής: Ένας σημερινός Έλληνας κατανοεί τη δημώδη γλώσσα του δωδέκατου αιώνα, όπως τη γλώσσα των Πτωχοπροδρομικών ποιημάτων, ενώ ένας Γάλλος, χωρίς ειδική μόρφωση, δεν κατανοεί το "Άσμα του Ρολάνδου", που γράφτηκε την ίδια εποχή.

 

Το 1204 οι Φράγκοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, και ίδρυσαν φραγκικά κράτη στην επικράτειά της. Έτσι η δημώδης παραγωγή στο Βυζάντιο και στις κατεχόμενες μετά ελληνικές χώρες συνδέεται προς την επαφή με τους Φράγκους. Οι Έλληνες συνειδητοποίησαν ότι η ομιλούμενη γλώσσα μπορεί να είναι και όργανο λογοτεχνικής δημιουργίας, κατα το πρότυπο των Φράγκων. Οι Κρητικοί υπό την κυριαρχία των Ενετών, βλέποντας ότι οι Ιταλοί χρησιμοποιούν ως γλώσσα λογοτεχνίας την ομιλούμενη Ιταλική, και όχι τη Λατινική, η οποία στη χρήση είναι σαν την αρχαία Ελληνική, τους μιμούνται. Έτσι γράφουν στη δημώδη γλώσσα, η οποία στην πραγματικότητα είναι η κοινή γλώσσα του Βυζαντίου με τοπικά χαρακτηριστικά.

 

Με τη φραγκική διοίκηση, που δεν χρειαζόταν πια τη λόγια Ελληνική γλώσσα, το κύρος της γλώσσας αυτής κατέρρευσε. Οι δεσμοί με την Κωνσταντινούπολη, που συντηρεί το παλαιό ιδεώδες, αποκόπηκαν. Οι υπόδουλοι Έληνες έχουν μπροστά τους το παράδειγμα των Φράγκων, που χρησιμοποιούν τη λαϊκή τους γλώσσα στη διοίκηση και τη φιλολογία. Τώρα δεν χρειάζεται η γνώση της λόγιας γλώσσας, ένα είδος δοκτοράτου της εποχής, για την άνοδο στα κρατικά και εκκλησιαστικά αξιώματα. Στην Κύπρο, στην Κρήτη και σε άλλα μέρη κάτω από φραγκική κυριαρχία έσπασε το παραδοσιακό καθεστώς της λόγιας γλώσσας.

 

Στην εξέλιξη της δημώδους γλώσσας υπήρξαν δύο γραμμές. Η μια κατάγεται από την ανάμεικτη με λόγια στοιχεία γλώσσα του Βυζαντίου, η άλλη από τη λαϊκή γλώσσα, που κατέγραφαν οι μισσιονάριοι του Πάπα σε γραμματικές, λεξικά, θρησκευτικά θεατρικά έργα και άλλα. Οι εκδόσεις της Βενετίας παρουσιάζουν την πρώτη γραμμή, η κρητική λογοτεχνία την άλλη.

 

Η δημώδης γλώσσα της βυζαντινής Κύπρου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δημώδους γλώσσας του Βυζαντίου με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά. Η Κυπριακή διάλεκτος αρχίζει να διαμορφώνεται μετά τον δωδέκατο αιώνα με την αποκοπή της Κύπρου από τον βυζαντινό κορμό και τη δημιουργία του φραγκοκυπριακού κράτους. Με την κατάλυση της βυζαντινής κυριαρχίας, που ευνοούσε τη λόγια γλώσσα, υποχωρεί και η λογία παράδοση στην Κύπρο. Πρότυπο τώρα αποτελεί η φραγκική γλώσσα της διοίκησης και της φιλολογίας. Ο χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς  κατά τα φραγκικά πρότυπα γράφει το Χρονικό του σ' ένα νέο τύπο γλώσσας με λαϊκή βάση, λόγια και τοπικά στοιχεία και γαλλικές λέξεις, την οποία ονομάζει "Φράγκικα και Ρωμαίκα". Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας οι Κύπριοι εγκαταλείπουν αυτό τον τύπο της γλώσσας, και αναλαμβάνουν τον σύγχρονο πανελλήνιο της περιόδου αυτής. 

 

Η λόγια Βυζαντινή γλώσσα

Η Ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία. Ο χαρακτηρισμός αυτός σημαίνει ότι όλες οι μορφές, που πήρε η Ελληνική γλώσσα μέσα στην Ιστορία, αποτελούν μία καί την αυτή γλώσσα, την Ελληνική, και όχι διαφορετικές γλώσσες. Η ενότητα αυτή της Ελληνικής γλώσσας διατηρήθηκε χάρη κυρίως στη γλώσσα, που χρησιμοποίησε το Βυζάντιο, και απετέλεσε τον κρίκο μεταξύ νέας και αρχαίας γλώσσας.

 

Η λόγια γλώσσα, είναι η γλώσσα, την οποία χρησιμοποίησε για περισσότερο από χίλια χρόνια το Βυζάντιο ως γλώσσα της θρησκείας, της  διοίκησης και της παιδείας. Με τη χρήση της λόγιας γλώσσας οι Βυζαντινοί επιδείκνυαν την ελληνομάθειά τους ως στοιχείο ανωτερότητας.       

Η αρχαία Ελληνική γλώσσα, την οποία συντήρησε το Βυζάντιο έδωσε την ορολογία του πνεύματος. Γι' αυτό σήμερα οι όροι της πνευματικής δημιουργίας και της επιστήμης στις ευρωπαϊκές γλώσσες, και σε όλες τις γλώσσες, που δανείζονται από αυτές, είναι ελληνικής προέλευσης.

 

Στη μελέτη της γλώσσας το Βυζάντιο πρέπει να αντιμετωπισθεί ως μια αυτοκρατορία, όχι ως μια κοινωνία χωρίς συνοχή. Για να λειτουργήση ένα κράτος, σαν το Βυζάντιο, με συγκεντρωτική διοίκηση καί Εκκλησία, θέλει να έχει μια κοινή γλώσσα. Την κοινή αυτή γλώσσα πρόσφεραν οι πραγματικότητες των χρόνων της δημιουργίας του. Ήταν η κοινή γλώσσα, η οποία διαμορφώθηκε στα κράτη των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως γλώσσα επικοινωνίας του τότε γνωστού κόσμου, η γλώσσα της Καινής Διαθήκης, η γλώσσα των Αττικιστών και της παιδείας, η οποία γινόταν με τα κείμενα του χρυσού αιώνα των αρχαίων Αθηνών.

 

Σ' ένα επιπόλαιο παρατηρητή φαίνεται ότι η λόγια γλώσσα του Βυζαντίου, από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι ίδια και αμετάβλητη, είναι απλώς αρχαία Ελληνικά. Όμως υπάρχουν διάφοροι τύποι της γλώσσας αυτής, απο την απλή κοινή μέχρι τη μίμηση των πρότυπων έργων της Αττικής διαλέκτου ή την άντληση γλωσσικών τύπων από όλη την αρχαιότητα. Συμβατικά η βυζαντινή γραμματεία μπορεί να διαιρεθεί σε πρωτοβυζαντινή, κυρίως βυζαντινή και υστεροβυζαντινή.

 

Οι πρώτοι χριστιανοί χρησιμοποίησαν την κοινή, όπως αυτή παρουσιάζεται στην Καινή Διαθήκη. Αλλά από τα μέσα του τέταρτου αιώνα ο χριστιανισμός έγινε η θρησκεία της κυρίαρχης ομάδας. Έτσι οι Πατέρες της Εκκλησίας του τέλους του τέταρτου αιώνα επέλεξαν για τα  ποιμαντικά, τα δογματικά και τα αντιρρητικά έργα και το κήρυγμά τους την κλασσικίζουσα γλώσσα, η οποία αποτέλεσε πρότυπο και παράδειγμα στην ιστορία της Εκκλησίας για τα επόμενα χίλια χρόνια. Άλλωστε στο Βυζάντιο, για να  αναδειχθεί κάποιος στην ιεραρχία του κράτους και της Εκκλησίας, έπρεπε να είναι πεπαιδευμένος στην αρχαία Ελληνική γλώσσα. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήταν μαθητής του μεγάλου ειδωλολάτρη ρητοροδιδασκάλου Λιβανίου.

 

Οι Αττικιστές από τον δεύτερο αιώνα π. Χ. δίδαξαν τη χρήση αττικών τύπων, που χρησιμοποίησαν οι συγγραφείς των αρχαίων Αθηνών, και απόρριψη κάθε νεολογισμού, που εδημιουργείτο με την εξέλιξη στη ζωντανή γλώσσα. Υποστήριζαν τη χρήση τύπων και εκφορών, γιατί θεωρούσαν την αρχαία και τη σύγχρονή τους γλώσσα ενιαία. Ο μέγας Φώτιος, ο σπουδαιότερος συγγραφέας του Βυζαντίου, του ένατου αιώνα, απορρίπτει ό,τι είναι κοινό, και σχετίζεται με την ομιλούμενη γλώσσα, και γράφει σε αττικίζουσα γλώσσα.

 

Τον ενδέκατο και τον δωδέκατο αιώνα ο κλασσικισμός, που έφερε η αναγέννηση των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, έδωσε πλούσιους καρπούς. Από τώρα και στο εξής μόνο το κλασσικό και το αρχαίο είναι αποδεκτά από τους ανθρώπους των γραμμάτων. Οι λόγιοι γράφουν για τον εαυτό τους και για τον κύκλο τους. Συγγραφείς αυτή την περίοδο, όπως ο Μιχαήλ Ψελλός, η Άννα η Κομνηνή και ο Νικήτας Χωνιάτης, χρησιμοποίησαν μια γλώσσα με λεξιλόγιο, μορφολογία και σύνταξη, που πίστευαν ότι είναι αρχαία ελληνικά. Τα πρότυπά τους εκτείνονται απο τον Όμηρο ως τους Πατέρες της Εκκλησίας.

 

Κοντά στη με αυτό τον τρόπο αττικίζουσα γλώσσα υπήρξε και η χρήση της κοινής με διασυνδέσεις προς την ομιλούμενη γλώσσα. Κατά κανόνα οι ιστορικοί του Βυζαντίου χρησιμοποιούν την αττικίζουσα γλώσσα, και οι χρονογράφοι, που αρχίζουν τη διήγησή τους από κτίσεως κόσμου, την κοινή.

 

Όταν εμφανίζονται στό Βυζάντιο κείμενα, που θεωρούνται δημοτικά, απο τον δωδέκατο αιώνα και εξής, είναι κι αυτά δεσμευμένα στη λόγια γλώσσα, γιατί σ' αυτήν στηριζόταν η παιδεία των συντακτών τους. Η γλώσσά τους είναι ανάμεικτη με άφθονα λόγια στοιχεία.

 

Οι Κύπριοι συγγραφείς της Βυζαντινής εποχής γράφουν τα έργα τους στην κοινή ή τη λόγια γλώσσα, που ήταν ο κανόνας. Στην κοινή γράφουν ο Άγιος Επιφάνιος Κωνσταντίας (τέταρτος αιώνας), ο Λεόντιος Νεαπόλεως (έκτος-έβδομος αιώνας), ο Θεόδωρος Πάφου (έβδομος αιώνας), ο άγιος Νεόφυτος (δωδέκατος αιώνας). Ο οικουμενικός πατριάρχης Γεώργιος ο Κύπριος (δέκατος τρίτος αιώνας) γράφει στην αττικίζουσα γλώσσα. Σε ανάμεικτη γλώσσα με λόγια και λαϊκά στοιχεία γράφει ο Γεώργιος Λαπίθης (δέκατος τέταρτος αιώνας).

 

 

Βιβλιογραφία:

  • Robert, Browning, Η Ελληνική γλώσσα, μεσαιωνική και νέα, Αθήνα, Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, 1991
  • Henri, Tonnet, Ιστορία της Ελληνικής γλώσσας, Αθήνα, Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, 1995
  • Χριστοδούλου, Μενέλαος Ν., «Γλωσσικαί περί Κύπρου πραγματείαι του ΙΘ΄ αιώνος», Λευκωσία 1978.
  • Χριστοδούλου, Μενέλαος Ν., «Η Κυπριακή διάλεκτος κατά τον ΙΗ΄ και ΙΘ΄ αιώνα», «Η ζωή στην Κύπρο τον ΙΗ΄ και ΙΘ΄ αιώνα», Λευκωσία 1984, Διαλέξεις Λαϊκού Πανεπιστημίου Ι, Έκδοση Δήμου Λευκωσίας, σσ. 267-278.
  • Χριστοδούλου, Μενέλαος Ν., «Απόψεις περί της ελληνικής γλώσσης της Κύπρου», Κυπριακαί Σπουδαί, τόμος ΞΔ΄-ΞΕ΄, Λευκωσία, 2003

 

Νίκη Χριστοδούλου