Ζωοδόχος Πηγή, Λεμεσός

Image

Το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, γνωστό και ως Παναγίας Γλωσσά, είναι ένα από τα πιο πρόσφατα ιδρυθέντα στην Κύπρο, ή πιθανότατα, επανιδρυθέντα. Συγκεκριμένα ιδρύθηκε το 1975 με απόφαση του τότε μητροπολίτη Λεμεσού Χρυσάνθου και με τη σύμφωνη γνώμη του τότε αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’. Βρίσκεται σε ημιορεινή περιοχή που δεσπόζει του χωριού Κελλάκι και διοικητικά ανήκει στην εκκλησιαστική μητροπολιτική περιφέρεια Λεμεσού.

           

Στην περιοχή όπου ιδρύθηκε το μοναστήρι υπήρχε παλαιός εγκαταλειμμένος μικρός ναός, περιβαλλόμενος από λίγα ερειπωμένα επίσης, πετρόκτιστα δωμάτια. Ο ναός περιστασιακά είχε λειτουργήσει και ως καθολικό μικρού μοναστηριού. Φαίνεται όμως ότι πιο πριν ήταν ναός μεσαιωνικού οικισμού. Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι στην περιοχή υπήρχε κάποτε οικισμός που είχε ιδρυθεί από κατοίκους της κοντινής Αμαθούντος, οι οποίοι αναγκάστηκαν να μετοικήσουν στα ενδότερα λόγω του κινδύνου από επιδρομές. Εάν ισχύει η παράδοση αυτή, η ίδρυση του οικισμού θα πρέπει να τοποθετηθεί ίσως κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών, δηλαδή μεταξύ 7ου και 10ου   αιώνα. Ο οικισμός διαλύθηκε σε άγνωστο χρόνο. Αναφέρεται επίσης ότι, σε άγνωστο και πάλι χρόνο, στον εναπομείναντα ναό του διαλυθέντος οικισμού εγκαταστάθηκαν λίγοι μοναχοί και τον μετέτρεψαν σε μικρό μοναστήρι. Δεν υπάρχουν, πάντως, συγκεκριμένες πληροφορίες για το μοναστήρι εκείνο, πέραν του ότι αναφέρεται το όνομα ενός μοναχού, του Σίλβεστρου, που διαβιούσε εκεί σε ακαθόριστο και πάλι χρόνο και είχε προβεί σε ανοικοδόμηση ή επιδιόρθωση του ναού. Στη συνέχεια, ο ναός εγκαταλείφθηκε, παρέμεινε δε ερειπωμένος για πολλά χρόνια. Από δε τα μέσα της δεκαετίας του 1920, περιήλθε στη φροντίδα της κοινότητας Κελλακίου. Οι κάτοικοι του χωριού συνήθιζαν να τελούν εκεί τη θεία λειτουργία μία φορά το χρόνο, την Παρασκευή της Διακαινησίμου.

 

Ο παλαιός εκείνος ναός, βυζαντινού ρυθμού, έχει ανοικοδομηθεί. Το επώνυμο της Παναγίας ( του Γλωσσά ή και της Γλώσσας) πιστεύεται ότι προήλθε από την ύπαρξη, κάποτε, θαυματουργής εικόνας της Παναγίας που εθεωρείτο ότι θεράπευε ασθένειες και παθήσεις της γλώσσας. Ωστόσο το επίθετο αυτό της Παναγίας διασώζει μεσαιωνικό τοπωνύμιο. Η τοποθεσία αναφέρεται ως Γλώσσα και φαίνεται ότι αυτή ήταν η ονομασία οικισμού που κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας αποτελούσε φέουδο. Το φέουδο αυτό περιλαμβανόταν μεταξύ των πολλών που αποτελούσαν ιδιοκτησίες του Τάγματος των Ιωαννιτών ιπποτών.

           

Το μοναστήρι που ιδρύθηκε το 1975 αποτελούν μεγάλος σύγχρονος ναός και σχετικά, επίσης νεόκτιστα, μοναστηριακά οικοδομήματα. Είναι γυναικείο και αρχικά το υπηρετούσαν 14 μοναχές με επικεφαλής την μοναχή Θεοκτίστη. Στο μοναστήρι το 2008 διαβιούσαν 11 μοναχές.

 

Το μεγάλο καθολικό του μοναστηριού είναι σύγχρονος μονόκλιτος ναός με τρούλλο. Υπάρχουν και δύο παρεκκλήσια, εκ των οποίων το ένα, στα νοτιοανατολικά του ναού, είναι ορθογώνιο άσχημο εξωτερικά οικοδόμημα, όμως εσωτερικά είναι διακοσμημένο ολόκληρο με σύγχρονες τοιχογραφίες που έγιναν επί μητροπολίτη Λεμεσού Χρυσάνθου Α΄ τη δεκαετία του 1990. Το άλλο παρεκκλήσι, των Αγίων Πάντων, οικοδομήθηκε και πάλι επί Χρυσάνθου, το 1997, και αποτελεί συνέχεια του καθολικού, εκτεινόμενο στα δυτικά του.

 

Κοντά στο μοναστήρι, και περί τα 300 μέτρα δυτικότερα, υπάρχει το ερειπωμένο εκκλησάκι που θεωρείται ότι ήταν αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ, αλλά προφανώς πρόκειται για το κατάλοιπο οικισμού που διαλύθηκε σε άγνωστο χρόνο. Το εκκλησάκι ήταν κτισμένο με ακατέργαστους λίθους και είχε χοντρούς τοίχους. Οι τοίχοι στέκουν σε ύψος μέχρι και 2 μέτρα περίπου, σε δύο δε σημεία μέχρι και το ύψος από το οποίο ξεκινούσε η καμάρα. Έχει εσωτερικές διαστάσεις 7 μέτρα επί 3,50, χωρίς την αψίδα, η οποία έχει χορδή 3,50 μέτρα και βέλος 2,50. Υπήρχαν τρεις θύρες, στον δυτικό, βόρειο και νότιο τοίχο. Ο ναός ήταν ολόκληρος κοσμημένος με τοιχογραφίες, από τις οποίες σώζονται μόνο τμήματα. Το κάτω μέρος των τοιχογραφιών, που έφθαναν μέχρι το πάτωμα, ήταν γεωμετρικοί διάκοσμοι.