Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανεμόζανον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ζανίν (ο ίκτερος).

Ετυμολογία:

άνεμον+ζαννίν= γαλλ. Jaune, ο όχτακας, ίχτερος, κιτρινάδα

Συνώνυμα:

Ντζανίν (το), Οχτικάς (ο), Ανεμόζανον (το)