Ηρακλείδιος άγιος, Ταμασσός

Image

Το μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου είναι κτισμένο στα νοτιοανατολικά του χωριού Πολιτικό, λίγο έξω από την αρχαία Ταμασσό. Η θέση του μοναστηριού οφείλεται αναμφίβολα στην ύπαρξη του τάφου του αγίου Ηρακλειδίου* εκεί. Δεν είναι γνωστό πότε ιδρύθηκε το μοναστήρι. Η ύπαρξη Μαρτυρίου του 4ου αιώνα και βασιλικής του 5ου αιώνα μέσα στο σημερινό μοναστήρι δεν αποτελούν αναγκαστικά μαρτυρία για τόσο πρώιμη ίδρυση του μοναστηριού. Είναι γεγονός ότι στον Bio του αγίου Ηρακλειδίου, που γράφτηκε στον 5ο αιώνα, γίνεται αναφορά σε κελιά και στο σπήλαιο - εκκλησία, και από άλλες γραπτές πηγές γνωρίζουμε ότι είχε αναπτυχθεί ο μοναχικός βίος κατά την εποχή αυτή στην Κύπρο. Οι μαρτυρίες αυτές αν και υποστηρίζουν την ίδρυση του μοναστηριού του Αγίου Ηρακλειδίου κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο, δεν επιβεβαιώνονται από άλλες πηγές. Τα σωζόμενα μοναστηριακά κτίρια είναι πολύ μεταγενέστερα, κτισμένα όμως σε αρχαιότερα θεμέλια, μερικά από τα οποία χρονολογούνται κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο. Δυστυχώς δεν έγινε ακόμη συστηματική ανασκαφική έρευνα στο μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου και έτσι δεν είναι γνωστή η μορφή και ο χαρακτήρας των θεμελίων που βρέθηκαν εκεί κατά το 1963.

 

Και αν ακόμη δεχθούμε ότι το μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου ιδρύθηκε κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο, δεν έχουμε καμιά πληροφορία γι’ αυτό πριν από τον 18ο αιώνα. Ο Νείλος*, ηγούμενος του μοναστηριού του Μαχαιρά και αργότερα επίσκοπος Ταμασσού στις αρχές του 13ου αιώνα, δεν αναφέρει το μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου, ενώ αναφέρει ότι ίδρυσε στην Ταμασσό γυναικείο μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία Βλαχερνίτισσα.

 

Είναι όμως γεγονός αναμφισβήτητο ότι υπήρχε στο χώρο του σημερινού μοναστηριού συνεχής λατρεία του αγίου Ηρακλειδίου. Έτσι, τον 4ο αιώνα ιδρύθηκε Μαρτύριο πάνω από το ρωμαϊκό τάφο που φέρεται ως τάφος του αγίου. Τον 5ο αιώνα ιδρύθηκε τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, τα κλίτη της οποίας χωρίζονταν με κίονες. (Για τη βασιλική βλέπε λεπτομερέστερα χωριστό κεφάλαιο αμέσως πιο κάτω). Βάσεις των κιόνων και κιονόκρανα βρέθηκαν εντοιχισμένα στους μεταγενέστερους πεσσούς της εκκλησίας. Τον 8ο αιώνα, μετά την καταστροφή της κιονοστήριχτης βασιλικής, ιδρύθηκε άλλη βασιλική, του ίδιου μεγέθους, της οποίας όμως τα κλίτη χωρίζονταν με έξι πεσσούς σε κάθε πεσσοστοιχία. Η δεύτερη αυτή βασιλική φαίνεται ότι διατηρήθηκε μέχρι τον 14ο ή 15ο αιώνα. Την εποχή αυτή στα ερείπια του Μαρτυρίου του 4ου αιώνα κτίστηκε τετράγωνο τρουλλωτό μαυσωλείο και στο μέσο κλίτος της βασιλικής το σημερινό νότιο κλίτος του καθολικού του μοναστηριού. Το βόρειο κλίτος του καθολικού κτίστηκε στα ερείπια του βόρειου κλίτους της βασιλικής πολύ αργότερα, ίσως στα τέλη του 17ου αιώνα, αφού ο Βασίλι Μπάρσκυ*, που επισκέφθηκε το μοναστήρι στα 1735, αναφέρει ότι είχε κτιστεί πρόσφατα. Δεν λείπουν όμως μαρτυρίες για την ύπαρξη του μοναστηριού τον 16ο και 17ο αιώνα, αν και οι μαρτυρίες αυτές είναι έμμεσες και μπορούν να ερμηνευθούν και διαφορετικά. Τέτοιες μαρτυρίες είναι η διατήρηση στο μοναστήρι εικόνων που χρονολογούνται στον 16ο και 17ο αιώνα. Έτσι στο πρώτο ήμισυ του 16ου αιώνα ζωγραφίστηκε η εικόνα του ευαγγελιστή Ιωάννη, που βρίσκεται στο μαυσωλείο. Στα 1588 ζωγραφίστηκαν από τον ίδιο ζωγράφο οι μισοκατεστραμμένες σήμερα εικόνες του αγίου Ηρακλειδίου και του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Τον 16ο αιώνα, αν όχι νωρίτερα, ζωγραφίστηκε και το πρώτο στρώμα των τοιχογραφιών στο τέμπλο του μαυσωλείου που αποτελείται από πεσσίσκους και θωράκια που ανήκουν στην αρχική βασιλική. Το 1611 ζωγραφίστηκαν οι εικόνες του Προδρόμου, του Χριστού και της Παναγίας που βρίσκονται στο εικονοστάσιο του νότιου κλίτους του καθολικού.

 

Από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα το μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου γίνεται κέντρο ζωγραφικής κυρίως εικόνων αλλά και τοιχογραφιών. Για εκατό περίπου χρόνια, μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οι μοναχοί ζωγράφοι του Αγίου Ηρακλειδίου ζωγραφίζουν εικόνες, βημόθυρα και εσταυρωμένους τέμπλων σ' όλη την Κύπρο και ταυτόχρονα διακοσμούν με τοιχογραφίες τις εκκλησίες του μοναστηριού του Αρχαγγέλου κοντά στον Αναλιόντα και του μοναστηριού του Αρχαγγέλου στο Μονάγρι, του Αγίου Μηνά στη Βάβλα, τις εκκλησίες στη Ψημολόφου και τους Καπέδες, και πιθανώς παίρνουν μέρος και στην τοιχογράφηση του ναού του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Λευκωσία. Τέτοιοι ζωγράφοι είναι ο Ιωαννίκιος, ο Φιλόθεος, ο Φιλάρετος, ο Νεκτάριος, ο Λεόντιος, ο Λαυρέντιος, ο Δοσίθεος κ.ά. Κατά περίεργο τρόπο ο Μπάρσκυ, που έμεινε στο μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου για τρεις ημέρες το 1735, δεν αναφέρει μοναχούς ζωγράφους, ενώ αναφέρει ότι βρήκε έξι ή επτά μοναχούς από τους οποίους δυο ιερομόναχοι ήσαν έμπειροι στη ψαλμωδία και την ανάγνωση. Ο Μπάρσκυ σχεδίασε το μοναστήρι. Το σχέδιο αυτό του Μπάρσκυ είναι πολύτιμο γιατί φανερώνει πώς ήταν το μοναστήρι πριν από την ανακαίνισή του από τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρύσανθο το 1773.

 

Το 1759 ο μοναχός του μοναστηριού Φιλάρετος ζωγράφισε στο δυτικό τμήμα του νότιου τοίχου του καθολικού τους αγίους Βασίλειο, Χρυσόστομο, Γρηγόριο και Νικόλαο. Ο ίδιος πιθανώς ζωγράφος ζωγράφισε διάφορες σκηνές από τη ζωή του αγίου Ηρακλειδίου στο εσωρράχιο του ανατολικού τόξου, κοντά στο τέμπλο, της τοξοστοιχίας με την οποία συνδέονται τα δυο κλίτη του καθολικού. Από τις σκηνές αυτές σώζονται οι εξής: «Ὁ ἅγιος Ἡρακλείδιος δίδεται ὑπό τοῦ πατρός αὐτοῦ συνοδοιπόρος Βαρνάβα καί Μάρκου τῶν ἀποστόλων», «ὁ ἅγιος διδάσκεται ὑπό τῶν ἀποστόλων εἰς τήν ὁδόν τήν εἰς Χριστοῦ πίστιν καί βαπτίζεται», και «ἐν τ σπηλαίῳ Ταμασοῦ κατοίκησις τῶν ἀποστόλων καί τοῦ ἀγίου Ἡρακλειδίου». Φαίνεται ότι υπήρχαν και άλλες τοιχογραφίες στην εκκλησία, ακόμη και στο νάρθηκα, γιατί κατά τις ανασκαφές του 1963 βρέθηκαν κάτω από το δάπεδο του νάρθηκα κομμάτια τοιχογραφιών που ανήκαν στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

 

Το 1759 έγινε το εικονοστάσιο του βόρειου κλίτους του καθολικού που είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα. Το χρύσωμα του τέμπλου αυτού και η διακόσμηση των βημοθύρων του έγινε από τον Φιλάρετο, ο οποίος σε σημείωμά του αναφέρει ότι τότε, την 1η Ιουλίου 1759, πέθανε ο αρχιεπίσκοπος Φιλόθεος.

 

Το 1773, σύμφωνα με τον κώδικα της Αρχιεπισκοπής, το αψογ ἐδιορθώθη τό τοῦ ἁγίου ἡρακλειδίου μοναστήριον ἐκ βάθρων ἐκκλησία καί ὡτάδες. Την ανακαίνιση του μοναστηριού του Αγίου Ηρακλειδίου από τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο αναφέρει και ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία του, αλλά τοποθετεί την ανακαίνιση αυτή στα 1775. Κατά τον Κυπριανό, το μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου ὅν ἕτοιμον εἰς πτῶσιν διά τήν παλαιότητα ἀνεκαίνισεν ἐκ θεμελίων δι' ἰδίων ἐξόδων ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Την ανακαίνιση αυτή του μοναστηριού από τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο αναφέρει και μακρά επιγραφή σε αναθηματική εικόνα στην οποία εικονίζεται, άνω σε τόξο από νέφη στηθαίος ο Χριστός, αριστερά όρθιος ο άγιος Ηρακλείδιος και γονυπετής, μπροστά στο ανακαινισμένο μοναστήρι, ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Η εικόνα αυτή βρίσκεται σήμερα στο συνοδικό του μοναστηριού.

 

Συγκρίνοντας το σχέδιο του μοναστηριού που σχεδίασε ο Μπάρσκυ και την απεικόνιση του μοναστηριού στην αναθηματική εικόνα του Χρυσάνθου, μπορούμε να διαπιστώσουμε τις εργασίες που έγιναν το 1773. Τότε ο νάρθηκας της εκκλησίας, που μέχρι το 1773 ήταν κλειστός με μια τοξωτή θύρα στο μέσο του δυτικού τοίχου, πήρε τη μορφή που έχει και σήμερα, έγινε δηλαδή ανοικτή στοά, ο βόρειος τοίχος αντικαταστάθηκε από ένα τόξο, ενώ ο δυτικός τοίχος από τρία τόξα. Τότε φαίνεται κατασκευάστηκε και η βεράντα μπροστά στα κελιά στη μορφή που διατηρείται και σήμερα. Η βόρεια είσοδος του μοναστηριού που σημειώνει ο Μπάρσκυ καταργήθηκε και παρέμεινε κύρια είσοδος η ανατολική.

 

Ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος φρόντισε για την κατασκευή του εικονοστασίου και της Αγίας Τράπεζας του νότιου κλίτους του καθολικού και κατέβαλε μέρος της δαπάνης για την αργυροκόσμηση της εικόνας του αγίου Ηρακλειδίου το 1799. Αξιόλογες, για την εποχή, είναι οι εικόνες των ευαγγελιστών στον άμβωνα που βρίσκεται στο δυτικό τοίχο του νότιου κλίτους, του αγίου Ηρακλειδίου στο δεσποτικό θρόνο και της Παναγίας στο εικονοστάσιο του βόρειου κλίτους, που είναι έργα του ζωγράφου Λεοντίου.

 

Τον 18ο αιώνα το μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου άκμαζε πολύ. Είχε μεγάλη κτηματική περιουσία και τρία μετόχια, στο Στρόβολο, στον Άγιο Ιωάννη της Μαλούντας και στο Πραστειό. Η ακμή του μοναστηριού συνεχίστηκε και στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1825 το μοναστήρι είχε δώδεκα μοναχούς. Από τα μέσα όμως του 19ου αιώνα διαλύθηκε η μοναχική αδελφότητα και το ίδιο το μοναστήρι και τα κτήματά του ενοικιάζονταν από την Αρχιεπισκοπή, στην αρχή σε μοναχούς άλλων μοναστηριών, όπως τον ιερομόναχο Κύριλλο, που παρέμεινε ενοικιαστής από το 1875 μέχρι το 1910, και αργότερα σε λαϊκούς. Σαν αποτέλεσμα της εγκατάλειψης, το μοναστήρι είχε σχεδόν ερειπωθεί. Το 1963, με την εγκατάσταση γυναικών μοναχών, το μοναστήρι ανακαινίσθηκε και πήρε βαθμιαία τη σημερινή του μορφή.

 

Πρώτη ηγουμένη του μοναστηριού χειροτονήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1966 η μοναχή Χαριθέα από το χωριό Αθηένου. Μετά το θάνατό της τη διαδέχθηκε η ηγουμένη Προδρόμη. Το μοναστήρι, ως γυναικείο, γνώρισε νέα ακμή και το 2007 υπηρετείτο από 42 μοναχές.

           

Σε ύψωμα πέρα από το νοτιοανατολικό άκρο της αυλής του μοναστηριού οικοδομήθηκε πετρόκτιστο παρεκκλήσι βυζαντινού ρυθμού, αφιερωμένο στον Τίμιο Πρόδρομο.

 

Ηρακλειδίου Αγίου βασιλική: Η βασιλική του Αγίου Ηρακλειδίου κτίστηκε στα δυτικά του τάφου του αγίου Ηρακλειδίου. Η βασιλική ήταν τρίκλιτη και είχε εσωτερικές διαστάσεις 24 Χ 14 μ. χωρίς την αψίδα. Το κεντρικό κλίτος της βασιλικής κατέληγε στ' ανατολικά σε ημικυκλική αψίδα που είχε χορδή 5 μ. και βέλος 2,50 μ. περίπου. Το κεντρικό κλίτος της βασιλικής είχε πλάτος 6 μ. περίπου ενώ τα πλάγια κλίτη 3 μ. περίπου. Σε ημικυκλική αψίδα κατέληγε και το βόρειο κλίτος της βασιλικής. Η αψίδα του βόρειου κλίτους βρίσκεται κάτω από την αψίδα του παρεκκλησίου και είχε την ίδια χορδή και το ίδιο βέλος, δηλαδή 2 μ. και 1,05 μ. αντιστοίχως. Δεν είναι βέβαιο αν και το νότιο κλίτος κατέληγε σε ημικυκλική αψίδα. Είναι πολύ πιθανό ότι το νότιο κλίτος της βασιλικής δεν είχε αψίδα επειδή πιθανότατα επικοινωνούσε με το παρακείμενο Μαρτύριο που χρονολογείται από τα μέσα του 4ου αιώνα, όπως φαίνεται από την τοιχοδομία και το ψηφιδωτό του δάπεδο.

 

Σ' απόσταση 2,5 μέτρων ανατολικά της αψίδας της βασιλικής υπήρχε ημικυκλικός τοίχος που κάλυπτε όλο το πλάτος της βασιλικής όπως και στη βασιλική Γκιουλ Μπαξέ κοντά στη Σμύρνη. Έτσι σχηματιζόταν πίσω από τις αψίδες της βασιλικής κλειστή αυλή που επικοινωνούσε προς τα έξω με άνοιγμα πλάτους 1,30 μ. κατά το βόρειο άκρο του ημικυκλικού τοίχου. Το δάπεδο της αυλής αυτής ήταν καλυμμένο με τετραγωνισμένες λίθινες πλάκες.

 

Στα δυτικά της βασιλικής υπήρχε νάρθηκας που είχε το ίδιο πλάτος με τον κυρίως ναό και μήκος 4 μ. Στα δυτικά του νάρθηκα υπήρχε αίθριο. Λόγω όμως της διαβρώσεως του μαλακού βράχου πάνω στον οποίο ήταν κτισμένος ο νάρθηκας και το αίθριο, έχουν εξαφανιστεί τα θεμέλια του αιθρίου και έτσι δεν είναι γνωστές οι διαστάσεις και η μορφή του.

 

Αρχικά τα κλίτη της βασιλικής του Αγίου Ηρακλειδίου χωρίζονταν με κολόνες και το δάπεδό τους καλυπτόταν με ψηφιδωτό. Λείψανα του ψηφιδωτού βρέθηκαν στο βόρειο κλίτος της βασιλικής και του μετακιονίου διαστήματος μεταξύ του πρώτου και δεύτερου πεσσού της βόρειας κιονοστοιχίας. Είναι πολύ πιθανό ότι τον 6ο αιώνα το ψηφιδωτό δάπεδο του μέσου κλίτους της βασιλικής αντικαταστάθηκε με μαρμαροθέτημα, το οποίο βρέθηκε στο ύψος του τρίτου από τ' ανατολικά πεσσού.

 

Το βήμα της βασιλικής εκτεινόταν μέχρι το δεύτερο από τ' ανατολικά κίονα και κατόπιν συνέχιζε δυτικότερα με τη μορφή ορθογώνιου σολέα. Τμήμα του σολέα βρέθηκε κατά την έρευνα του ναού το 1964. Το βήμα χωριζόταν από το υπόλοιπο κεντρικό κλίτος με χαμηλό τέμπλο που αποτελείτο από λίθινους πεσσίσκους και διάτρητα θωράκια. Αν και δεν βρέθηκαν πεσσίσκοι ή θωράκια στην αρχική τους θέση, τέσσερα θωράκια και τέσσερις πεσσίσκοι του 5ου ή 6ου αιώνα σώθηκαν τοποθετημένοι στο μεταγενέστερο μαυσωλείο, που κτίστηκε τον 14ο αιώνα στα ερείπια του παλαιοχριστιανικού Μαρτυρίου. Στο μαυσωλείο τα θωράκια επιχρίστηκαν με ασβεστοκονίαμα για να σχηματίσουν ομοιόμορφη επιφάνεια και διακοσμήθηκαν με τοιχογραφίες τον 15ο ή 16ο αιώνα. Τον 18ο αιώνα οι αρχικές τοιχογραφίες που είχαν υποστεί, φαίνεται, πολλή φθορά καλύφθηκαν με λευκό στρώμα ασβεστοκονιάματος που ζωγραφίσθηκε ξανά από ένα από τους μοναχούς του μοναστηριού του Αγίου Ηρακλειδίου, που την εποχή αυτή ήταν κέντρο ζωγραφικής. Ο διάκοσμος των θωρακίων αυτών ήταν είτε φολιδωτός είτε βαθμιδωτός μαιανδρικός είτε στο κέντρο είχε κύκλο με το μονόγραμμα του Χριστού.

 

Η βασιλική αυτή του Αγίου Ηρακλειδίου καταστράφηκε τον 8ο αιώνα οπότε και ξανακτίστηκε. Η βασιλική διατήρησε τις ίδιες διαστάσεις, αλλά οι κιονοστοιχίες που χώριζαν τα κλίτη αντικαταστάθηκαν με ορθογώνιους κτιστούς πεσσούς, όπως συνέβη και με τη βασιλική του Αγίου Σπυρίδωνος στην Τρεμετουσιά. Σε κάθε πεσσοστοιχία υπήρχαν έξι πεσσοί. Πέντε από τους πεσσούς της νότιας πεσσοστοιχίας ενσωματώθηκαν ως αντηρίδες στο νότιο τοίχο του σημερινού ναού και σώζονται σε ύψος 3,5 - 4 μ. Πέντε από τους πεσσούς της βόρειας πεσσοστοιχίας σώθηκαν σε μικρότερο ύψος ενσωματωμένοι στους ισχυρούς πεσσούς που χωρίζουν το νότιο από το βόρειο κλίτος και στο δυτικό τοίχο του σημερινού ναού. Αν και το ανώτερο τμήμα των πεσσών έχει καταστραφεί και δεν έχει σωθεί οποιαδήποτε ένδειξη για τον τρόπο με τον οποίο ενώνονταν οι πεσσοί, είναι πολύ πιθανό ότι οι πεσσοί υποβάσταζαν τόξα, όπως και στη δεύτερη φάση της βασιλικής του Αγίου Σπυρίδωνος στην Τρεμετουσιά με την οποία έχει κοινή και τη μορφή των πεσσών. Και η δεύτερη αυτή βασιλική φαίνεται ότι ήταν ξυλόστεγη όπως και η πρώτη. Αντίθετα δεν σώθηκαν οποιεσδήποτε ενδείξεις για τη χρήση του νάρθηκα και του αίθριου στη δεύτερη φάση.

 

Σε δυο από τους πεσσούς της νότιας πεσσοστοιχίας σώθηκαν, στην όψη προς το μέσο κλίτος, τοιχογραφίες. Στον τρίτο μάλιστα από τ' ανατολικά πεσσό σώθηκαν δυο στρώματα τοιχογραφιών, από τα οποία το νεότερο εικονίζει τον Χριστό ολόσωμο να κάθεται επί θρόνου, να ευλογεί με το δεξί χέρι και να κρατεί ανοικτό ευαγγέλιο στο αριστερό. Η τοιχογραφία αυτή, όπως και η τοιχογραφία που σώθηκε στη βόρεια όψη της παραστάδας του ανατολικού τοίχου στην οποία κατέληγε η νότια πεσσοστοιχία, μπορούν να χρονολογηθούν στον 11ο αιώνα. Πάνω από την τοιχογραφία του Χριστού αλλά σε στρώμα που συνεχίζει κάτω από το στρώμα στο οποίο είναι ζωγραφισμένος ο Χριστός, σώθηκε τμήμα όρθιας μορφής, από τη μέση και κάτω. Η τεχνοτροπία και τα χρώματα, όπως και η τεχνική της τοιχογραφίας αυτής, βοηθούν στη χρονολόγησή της στον 8ο ή 9ο αιώνα.

 

Δεν είναι γνωστό πότε καταστράφηκε η δεύτερη αυτή βασιλική του Αγίου Ηρακλειδίου. Είναι πιθανό ότι διατηρήθηκε μέχρι τον 14ο ή 15ο αιώνα. Τότε κτίστηκε στο μέσο κλίτος της βασιλικής το σημερινό νότιο κλίτος του ναού που έχει τη μορφή μονόκλιτου καμαροσκέπαστου ναού του οποίου η οξυκόρυφη καμάρα στηρίζεται σε τέσσερα σφενδόνια που ξεκινούν από απλούς προβόλους στο νότιο και βόρειο τοίχο σε ύψος 2,30 μ. περίπου από το δάπεδο του ναού. Οι πεσσοί της δεύτερης βασιλικής χρησιμοποιήθηκαν ως αντηρίδες του καμαροσκέπαστου ναού, αφού προηγουμένως αφαιρέθηκαν τα ημικυκλικά τόξα που τους ένωναν και το άνω μέρος τους. Όταν οι πεσσοί πήραν τη μορφή αντηρίδας, ενώθηκαν με χαμηλωμένα τόξα. Ο καμαροσκέπαστος ναός έχει μικρότερο πλάτος και πολύ μικρότερο μήκος από το μέσο κλίτος της βασιλικής. Οι εσωτερικές διαστάσεις του σημερινού νότιου κλίτους του ναού είναι 14,90 Χ 4,30 μ., χωρίς την αψίδα. Τότε κατεδαφίσθηκαν τελείως ο βόρειος, ο δυτικός και ο νότιος τοίχος της βασιλικής, η αψίδα του βόρειου κλίτους και ίσως τμήμα της αψίδας του μέσου κλίτους. Κατεδαφίσθηκε επίσης ο δυτικότερος πεσσός των δυο πεσσοστοιχιών της βασιλικής.

 

Ο ναός αυτός φαίνεται να είχε μόνο μια είσοδο στα δυτικά. Στα τέλη του 17ου ή αρχές του 18ου αι. προστέθηκε το σημερινό βόρειο κλίτος, αφού όπως αναφέρει ο Μπάρσκυ που επισκέφθηκε το μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου το 1735, το κλίτος αυτό είχε κτιστεί πρόσφατα. Τότε προστέθηκε και ο νάρθηκας και η νότια βεράντα που είναι ξυλόστεγοι. Ο νάρθηκας ήταν τότε κλειστός με ένα τοξωτό άνοιγμα στο μέσο του δυτικού τοίχου όπως δείχνει το σχέδιο του Μπάρσκυ. Τη σημερινή του μορφή ο ναός του Αγίου Ηρακλειδίου πήρε το 1773 μετά την ανακαίνιση του ναού και του μοναστηριού από τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Η μορφή του ναού και του μοναστηριού, μετά την ανακαίνιση του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, φαίνεται στην αναθηματική εικόνα, που σήμερα βρίσκεται στο συνοδικό του μοναστηριού.

 

Τον 14ο ή 15ο αιώνα κτίστηκε το τετράγωνο τρουλλωτό μαυσωλείο που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά του σημερινού ναού. Δεν είναι βέβαιο πότε ανοίχθηκε η κάθοδος προς τον τάφο του αγίου Ηρακλειδίου που βρίσκεται μέσα στο μαυσωλείο. Πιθανότατα αυτό έγινε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ίσως μετά την επίσκεψη του Μπάρσκυ, αφού αυτός δεν αναφέρει τον τάφο του αγίου Ηρακλειδίου. Η αρχική είσοδος του τάφου, που βρίσκεται στ’ ανατολικά του ναού, φαίνεται ότι είχε καταχωθεί και λησμονηθεί στα τελευταία χρόνια της Βενετοκρατίας και κατά την Τουρκοκρατία. Η αρχική είσοδος βρίσκεται στο βόρειο άκρο του δρόμου του τάφου που κατά κάποια ακαθόριστη περίοδο καλύφθηκε με ακανόνιστη καμάρα, αφού κτίστηκαν τα πλευρά του δρόμου. Ο τάφος είναι θαλαμοειδής σκαμμένος σε προσχωσιγενή μαλακό βράχο που διαλύεται από τον αέρα. Στην ανατολική πλευρά του θαλάμου υπήρχε είδος αρκοσολίου στο οποίο ευρίσκετο η μαρμάρινη σαρκοφάγος του αγίου. Σήμερα σώζεται μόνο το κάτω τμήμα της σαρκοφάγου. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο ο τάφος διευρύνθηκε, προφανώς για την τέλεση ορισμένων ακολουθιών, και ο θάλαμος έγινε ακανόνιστος. Πολύ αργότερα απέκτησε τη σημερινή μορφή με δυο άνισους ακανόνιστους θαλάμους που επικοινωνούν με στενή δίοδο.

 

ΑΘ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image