Θεμοκρήνη ή Θερμοκρήνη

Μεσαιωνικός οικισμός της Κύπρου που δεν υπάρχει πια, γιατί καταστράφηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Βρισκόταν στην επαρχία Πάφου, στα σημερινά διοικητικά όρια του χωριού Πάνω Αρόδες.

 

Η Θεμοκρήνη βρίσκεται σημειωμένη σε πολλούς παλαιούς χάρτες της περιόδου από το 1573 μέχρι και το 1768. Η ονομασία του οικισμού είναι καθαρά ελληνική και σημαίνει θερμή κρήνη. Τούτο φανερώνει ότι το χωριό υπήρχε κατά την Βυζαντινή εποχή και επέζησε και της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το χωριό απαντάται ως Timochrin, ενώ ο ντε Μας Λατρί το μνημονεύει με την ορθή του ονομασία, Themocrini, και το περιλαμβάνει στον κατάλογο των βασιλικών κτημάτων των Λουζινιανών. Παράλληλα οι Αρόδες σημειώνονται σε παλαιούς χάρτες ως Rodes και σαφώς διαχωρίζονται από την Θεμοκρήνη ως χωριστός αλλά γειτονικός οικισμός.

 

Ο ιστορικός του 16ου αιώνα Φλώριος Βουστρώνιος γράφει τον οικισμό ως Temocrini  αλλά και Themocrini, και τον περιλαμβάνει μεταξύ των φέουδων της Κύπρου κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Δίνει δε την πληροφορία ότι ο βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Α’ (1383 – 1398) εκχώρησε το φέουδο της Θεμοκρήνης στον ευγενή Πέτρο ντε Καφράν. Ο ντε Καφράν είχε γίνει τότε ναύαρχος της Κύπρου και είχε επίσης πάρει στην ιδιοκτησία του και το χωριό Κρήτου (Τέρρα).

 

Από το χωριό Θεμοκρήνη σώζονται σήμερα ελάχιστα ερείπια και ίχνη, καθώς και η εκκλησία της Παναγίας Χρυσοσπηλιώτισσας, που είναι λαξευμένη σε βράχο και πιθανώς ήταν κατασκεύασμα των Ρωμαϊκών χρόνων. Η λαξευμένη εκκλησία ήταν κάποτε διακοσμημένη με τοιχογραφίες. Στο βόρειο τμήμα της κτίστηκε το 1947 άλλη εκκλησία, επίσης αφιερωμένη στην Παναγία τη Χρυσοσπηλιώτισσα. Κάπου κοντά υπάρχει και μια πηγή.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, οπότε η Θεμοκρήνη καταστράφηκε κι εγκαταλείφθηκε, η τοπική παράδοση αναφέρει επιδρομή Τούρκων για αρπαγή της κόρης του ιερέα του χωριού, που λεγόταν Γριστινού (=Χριστίνα) και ήταν εξαιρετικά όμορφη. Δημοτικό παλαιό τραγούδι με τίτλο Ἡ Γριστινοῦ τῆς Θεμοκρήνης έχει διασωθεί κι αναφέρεται στην προσπάθεια των Τούρκων να αρπάξουν την κοπέλα από το σπίτι και το χωριό της, προορίζοντάς την για το χαρέμι του σουλτάνου. Κατά το ποίημα, η μάνα της Γριστινούς μη έχοντας άλλη εκλογή, και μπροστά στο πολυάριθμο στράτευμα των επιδρομέων Τούρκων, ενώ αποχαιρετούσε την κόρη της, της έδωσε ψατζ'ήν (=δηλητήριο),

 

τζ’έγειρεν τζ’έππεσεν χαμαί, επέθανεν στην ώραν

τζ'εφέραν τα μαντάτα της προψές απού την Χώραν.