Ιμάμης imam

Λέξη αραβική που σημαίνει προεστός, αρχηγός, άνθρωπος υπόδειγμα. Για τους Μουσουλμάνους, που κυρίως τη χρησιμοποίησαν, η λέξη απετέλεσε τίτλο που σήμαινε τον αρχηγό της κοινότητας, τον κοινοτάρχη.

 

Στην Κύπρο, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, υφίστατο και το αξίωμα του ιμάμη, ακριβώς ως αρχηγού της κοινότητας. Ο θεσμός υφίστατο μέχρι και την εποχή του Tanzimat (= διοικητικές μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική αυτοκρατορία) του 1839 και του 1856. Από την εποχή αυτή, η κοινότητα περιήλθε από τη δικαιοδοσία του ιμάμη, σ' εκείνην του μουχτάρη ή κοινοτάρχη που ήταν πρόεδρος ολιγομελούς συμβουλίου από αζάδες. Τόσο ο μουχτάρης όσο και οι αζάδες κάθε χωριού εκλέγονταν από τον λαό κάθε χρόνο, αλλά από το 1868 διορίζονταν από τον καϊμακκάμη.