Κληρίδης Γλαύκος

1972: Η στάση του απέναντι στον Μακάριο

Image

Στα μέσα Ιανουαρίου 1972 ο Μακάριος διερχόταν άλλη μια περίοδο κρίσης στις σχέσεις του με τη χούντα. Με αφορμή την εισαγωγή οπλισμού από την Τσεχοσλοβακία, η ελληνική κυβέρνηση αποπειράθηκε να τον ανατρέψει. Η Αθήνα διαφωνούσε τότε με τη Λευκωσία στους χειρισμούς του Κυπριακού και οι σχέσεις Παπαδόπουλου – Μακαρίου ήταν τεταμένες.

 

Βλέπε Βίντεο: Αφιέρωμα στο Γλαύκο Κληρίδη

 

Ο τότε πρέσβης της χούντας Κωνσταντίνος  Παναγιωτάκος, σε συνεργασία με τον Γρίβα και την ΕΟΚΑ Β, προσπάθησαν να εξαναγκάσουν τον Μακάριο σε παραίτηση. Η χούντα επέδωσε στον Μακάριο στις 11 Φεβρουαρίου 1972 τελεσίγραφο με το οποίο του ζητούσε να παραδώσει τα όπλα που είχε εισαγάγει, στην Εθνική Φρουρά. Ο Παναγιωτάκος του διαβίβασε προφορικά τελεσίγραφο για να παραιτηθεί από την προεδρία. Στα σχέδια της Αθήνας ήταν και η ανατροπή του Μακαρίου με πραξικόπημα. Στις 14 Φεβρουαρίου η κυπριακή ΚΥΠ υπέκλεψε τηλεφωνική επικοινωνία του Παναγιωτάκου με το υπουργείο Εξωτερικών, όπου συζητούσε το ενδεχόμενο πραξικοπήματος. Ο Μακάριος, όταν άκουσε τη συνομιλία, απέστειλε τον Κληρίδη στον Αμερικανό πρέσβη Ντέιβιντ Πόπερ και ζήτησε την παρέμβαση των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα έγινε κινητοποίηση του πληθυσμού, που σχημάτισε ανθρώπινη ασπίδα γύρω από την Αρχιεπισκοπή, οπόταν το σχέδιο της χούντας κατάρρευσε. Η αποτυχία χρεώθηκε στον Παναγιωτάκο, ο οποίος χειρίστηκε την κρίση με επιπολαιότητα.

 

Το έγγραφο

Σύμφωνα με έγγραφο από το αρχείο του τότε Βρετανού πρωθυπουργού, στη νότα του Παναγιωτάκου προς τον Μακάριο, ζητείτο η αποχώρησή του από την εξουσία και η διαδοχή του από τον Γλαύκο Κληρίδη. «Ο ίδιος ο Κληρίδης μίλησε στον Αρχιεπίσκοπο και τάχθηκε υπέρ της ελληνικής παράκλησης όπως παραδώσει την εξουσία σε αυτόν», αναφέρει το έγγραφο. Ο τέως πρόεδρος της Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης, σε γραπτή ανακοίνωσή του, διευκρινίζει ότι «ο Πρόεδρος Μακάριος ουδέποτε τού ανέφερε ότι ο Πρέσβης της Ελλάδας Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος, στην περίοδο του 1973, (η σωστή ημερομηνία 1972) είχε ζητήσει την παραίτησή του από το προεδρικό αξίωμα και ουδέποτε συζήτησε με τον Μακαριότατο τέτοιο θέμα».

 

Μεσολάβηση στον Μακάριο

Η αλήθεια για το 1972 είναι πως η χούντα προόριζε τον Κληρίδη για διάδοχο του Μακαρίου. Όμως ο πρόεδρος της Βουλής επιθυμούσε ομαλή διαδοχή για να μην εκληφθεί ως πραξικοπηματίας. Αμέσως μετά το ξέσπασμα της κρίσης, ο Κληρίδης ανέλαβε πολιτική πρωτοβουλία, για να πεισθεί ο Μακάριος να μην απορρίψει το τελεσίγραφο των Αθηνών και να δώσει χρόνο για διαβουλεύσεις. Τότε ήταν προγραμματισμένη μια σύσκεψη των βουλευτών των δύο κομμάτων της Δεξιάς, του Ενιαίου και της Προοδευτικής  Παράταξης, καθώς και των δύο ανεξάρτητων, με σκοπό τη συνένωση της Δεξιάς κάτω από ένα σχήμα. Στη σύσκεψη εκείνη, ο Κληρίδης άλλαξε το θέμα της ατζέντας και συζήτησε την κρίση Αθηνών – Λευκωσίας. Η απόφαση που λήφθηκε ήταν να σχηματιστεί μια επιτροπή, από τον Κληρίδη, εκ μέρους του Ενιαίου, τον Σαμψών, τη Δημ. Παράταξη και τον ανεξάρτητο Παρασκευαΐδη, για να μεσολαβήσουν προς τον Μακάριο.

 

Η επιτροπή αυτή ανέβηκε στο προεδρικό μέγαρο για συνάντηση με τον Μακάριο και να του ζητήσει να μην απορρίψει χωρίς προβληματισμό την απαίτηση της Αθήνας. Όταν έφτασαν εκεί, ο Μακάριος συναντάτο με τον Παναγιωτάκο, και κατά τη συνάντησή του είχε ζητήσει να παραιτηθεί. Ύστερα από την αναχώρηση του Παναγιωτάκου, οι τρεις βουλευτές συναντήθηκαν με τον Μακάριο. Είναι σε αυτή τη συνάντηση που, κατά το βρετανικό έγγραφο, ο Κληρίδης ζήτησε από τον Μακάριο να παραιτηθεί.

 

Η Αθήνα ήθελε Κληρίδη

Η πραγματικότητα είναι πως στην περίπτωση που θα έπεφτε ο Μακάριος, η Αθήνα προόριζε για διάδοχό του τον Κληρίδη. Όπως γράφει στα απομνημονεύματά του ο Παναγιωτάκος, η ελληνική κυβέρνηση «προσέβλεπε με πολλή συμπάθεια για το προεδρικό αξίωμα, στο πρόσωπο του Γλ. Κληρίδη, πολιτικού κλάσεως, μετριοπαθούς, γενικής εκτιμήσεως κι εμπιστοσύνης». Τη λύση Κληρίδη ευνοούσε και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο οποίος θεωρούσε δεδομένη τη συμπόρευσή του με τις αξιώσεις της ελληνικής κυβέρνησης, ιδιαίτερα μετά την ανάληψη πρωτοβουλίας εκ μέρους του να πείσει τον Μακάριο να μην απορρίψει το ελληνικό τελεσίγραφο. Στις 17 Φεβρουαρίου 1972, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, μιλώντας στον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα, Χόπερ, του είπε πως «τουλάχιστον ο Κληρίδης φαίνεται να περνά στην ελληνική πλευρά».

Ο Κληρίδης, σχολιάζοντας τους χειρισμούς που είχε κάνει ο Παναγιωτάκος, διατύπωσε την άποψη πως αν δεν έκανε τόσο κακούς χειρισμούς, «θα μπορούσε να επιτευχθεί μια συμφωνία για μετακίνηση του Μακαρίου από την εξουσία, που θα έδινε μια εναλλακτική ηγεσία στην Κύπρο». Μιλώντας με δική του πρωτοβουλία στον Ουίλιαμ Κρόφορντ, στις 24 Φεβρουαρίου, του είπε πως «κάποιος πρέπει να παραδεχθεί πως επιβάλλεται να υπάρξει μια εναλλακτική επιλογή στη συνεχή διακυβέρνηση από τον Μακάριο». Την ίδια μέρα, ο Κληρίδης έδωσε συνέντευξη στον δημοσιογράφο Πίτερ Τζένινγκς του ABC. Αναφερόμενος στον Μακάριο, είπε πως «κανένας δεν είναι αναντικατάστατος». Συνδέοντας τη δήλωσή του αυτή με όσα είχε πει στον Κρόφορντ, ο Πόπερ συμπέρανε ότι ο Κληρίδης διατηρούσε ανοιχτό το ενδεχόμενο «να προσφέρει τον εαυτό του ως εναλλακτική λύση προς τον Μακάριο» στην περίπτωση που αυτό καθίστατο εφικτό στον επόμενο γύρο της αντιπαράθεσης με τον Παπαδόπουλο.

 

Ο Κληρίδης, αν και είχε τη φιλοδοξία να διαδεχθεί τον Μακάριο, φοβόταν πως αν εκδηλωνόταν ανοιχτά, θα υπήρχε ο σοβαρός κίνδυνος να πληγεί πολιτικά. Έτσι, κατά τη διάρκεια της κρίσης τηρούσε ίσες αποστάσεις μεταξύ Μακαρίου και χούντας. Μόνο στις αρχές Μαρτίου, όταν ξεκαθάρισε ότι θα επικρατούσε ο Μακάριος, ο Κληρίδης άφησε στον Τάσσο Παπαδόπουλο να αντιληφθεί ότι στην περίπτωση παραίτησης του Μακαρίου δεν θα δεχόταν την προεδρία.

 

Η νέα κυβέρνηση

Η στάση του Κληρίδη προκάλεσε τη δυσφορία του φιλομακαριακού τύπου. Σύμφωνα με τα «Νέα» της ΕΔΕΚ, «εις το περιβάλλον του κ. Κληρίδη συνεζητείτο η θεωρουμένη ως βεβαία ανάληψις υπ' αυτού της εξουσίας. Κατά τας πληροφορίας αυτάς ο κ. Κληρίδης διεπραγματεύετο με τας Αθήνας την ανάληψιν υπ' αυτού της προεδρίας. Ωσαύτως προσηγγίσθησαν υπ' αυτού διάφορα πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Τα πρόσωπα αυτά εβολιδοσκοπήθησαν διά να συμμετάσχουν εις Κυβέρνησιν Κληρίδη».

 

Τα «Νέα» δημοσίευσαν επίσης κατάλογο με τα ονόματα ορισμένων από εκείνους που είχαν προκριθεί από την Αθήνα για υπουργοί. Ήταν ο Λουκής Παπαφιλίππου, ο Παναγιώτης Δημητρίου, ο Ανδρέας Νεοκλέους και ο Χριστόδουλος Χριστοδούλου. Δύο χρόνια αργότερα, οι τρεις πρώτοι συμμετείχαν στην πραξικοπηματική κυβέρνηση Σαμψών, ο Παπαφιλίππου ως αντιπρόσωπος της Κύπρου στα Ηνωμένα Έθνη και οι άλλοι δυο ως υπουργοί. Ο Χριστοδούλου διορίστηκε από τον Κληρίδη υφυπουργός παρά τω Προέδρω στη μεταπραξικοπηματική κυβέρνηση.

 

Η Πατρίς

Επικρίσεις κατά του Κληρίδη, όμως, διατύπωνε και η γριβική παράταξη, για την ατολμία του να τοποθετηθεί ανοιχτά κατά του Μακαρίου. Σε άρθρο της η εφημερίδα «Πατρίς», έγραψε: «Μέσα εις τα χαρακτηριστικά της κρίσεως θα πρέπει να επισημανθή και η αηδής στάσις ενίων "εθνικοφρόνων", οι οποίοι αρνούνται να τοποθετηθούν, ή επί τέλους να διακηρύξουν διατί δεν τοποθετούνται. Αγωνιστικαί οργανώσεις, Ενιαίον Κόμμα, δεξιαί εφημερίδες, "εθνικόφρονες" παράγοντες κ.λ.π., διεξάγουν ολοημέρους και ολονυκτίους διαβουλεύσεις, ετοιμάζουν και καταστρέφουν το εν μετά το άλλο τα ψηφίσματα, μετεωρίζονται, "στήνουν αυτί" δια ν' ακούσουν εάν αι ερπύστριαι των τανκς συνθλίβουν την αντίστασιν του Μακαρίου, πραγματοποιούν "επαφάς", συνιστούν ψυχραιμίαν, ενθυμούνται και ολίγον το "εθνικόν συμφέρον", αλλά θέσιν δεν λαμβάνουν. Εάν μεν αι λόγχαι της ΕΛΔΥΚ ή άλλου τινός σώματος ήστραπτον νικηφόροι, τότε θα "ετοποθετούντο" αυτοί οι λαμπροί κύριοι και θα έβαζαν τα φράκα των διά να πορευθούν διά την ορκωμοσίαν».