Παναγιωτάκος Κωνσταντίνος

Ο πρέσβης της Χούντας στην Κύπρο

Image

Ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος ήταν Έλληνας διπλωμάτης που διετέλεσε πρέσβης της χουντικής κυβέρνησης στην Κύπρο και αργότερα  υφυπουργός Εξωτερικών στην δικτατορική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπαδόπουλου.

 

Στην Κύπρο υπηρέτησε ως πρέσβης της Ελλάδας την περίοδο από το Δεκέμβριο του 1970  έως και το Φεβρουάριο του 1972. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στην Κύπρο οργάνωσε την αντιμακαριακή παράταξη και είχε επαφές με τον στρατηγό Γρίβα και την ΕΟΚΑ Β. Με την άφιξη του στρατηγού Γρίβα στην Κύπρο, προκύπτει από καταθέσεις στο Φάκελο της Κύπρου εμπλοκή του στο πρώτο σχέδιο που εκπόνησε ο Γρίβας για πραξικόπημα ανατροπής του Προέδρου Μακαρίου, με την ονομασία «ΣΦΕΝΔΟΝΗ». Στη συνέχεια ακολούθησε το ματαιωθέν πραξικόπημα της 15ης Φλεβάρη του 1972, το οποίο, σύμφωνα με καταθέσεις στην Κυπριακή Βουλή μελών της ΕΟΚΑ Β για το Φάκελο της Κύπρου,  είχε και πάλιν εμπλοκή. Αυτό  επιβεβαιώνεται από υποκλοπή τηλεφωνικής συνομιλίας που είχε ως πρέσβης της Ελλάδας στην Κύπρο  με το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας, από το οποίο επιμόνως ζητούσε την έγκριση για να ξεκινήσει το πραξικόπημα. Μάλιστα χαρακτηριστικά λέει, «όσον καθυστερείτε να μας δώσετε την έγκριση σας, υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε το λεωφορείο».

 

Ο Παναγιωτακος συντόνιζε τη δεύτερη φάση της Εκκλησιαστικής Κρίσης του 1972 όταν οι 3 Μητροπολίτες  διατύπωσαν το αίτημα για παραίτηση του Μακαρίου από την προεδρία και στη συνέχεια προχώρησαν σε καθαίρεση του. Το αρχικό αίτημα των Μητροπολιτών διατυπώθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1968. Επίσημα έθεσαν το θέμα της παραίτησης του Μακαρίου από το προεδρικό αξίωμα στη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου στις 2 Μαρτίου 1972.

 

Ο Παναγιωτάκος παραδέχθηκε τις επαφές του με τους τρεις μητροπολίτες σε μνημόνιο το οποίο συνέταξε ο ίδιος στις 25 Φεβρουαρίου 1972, μετά από συνάντηση την οποία είχε με τον Τούρκο πρέσβη στην Αθήνα Τουρκμέν.

 

Αναφέρει μεταξύ άλλων: «[…] η Ελληνική Κυβέρνησις είναι σε συνεχή επαφήν μετά των τριών μητροπολιτών. Και του απεκάλυψα ότι, κατά την διάρκειαν της τελευταίας εν Κύπρω παραμονής, είχον σειρά συναντήσεων μετ’ αυτών. Ότι οι μητροπολίται, μετά την εις αυτούς αποκάλυψιν στοιχείων περί των κινδύνων ους συνεπάγεται η μετά των κομμουνιστών πολιτική συνεργασία του Μακαρίου, υπεσχέθησαν ενεργό συμμετοχήν εις τας προσπαθείας ανατροπής του Κυπρίου Προέδρου».

 

Τα όσα αναφέρει ο πρέσβης επιβεβαιώθηκαν και σε συνέντευξη την οποία παρεχώρησε ο Μητροπολίτης Κιτίου Ανθιμος το 1975 στο περιοδικό “Ταχυδρόμος”. Είχε αναφέρει συγκεκριμένα πως οι κινήσεις των τριών μητροπολιτών “προέκυψαν κατόπιν εντολής που ήρθε από την Αθήνα μέσω του Παναγιωτάκου”.

 

Την άποψη αυτή ενισχύει και η εκτίμηση του Βρετανού πρέσβη στην Αθήνα. Σε αναφορά του προς το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 4 Μαρτίου 1972 (ΤΝΑ, FCO 9/1502, έγγραφο 4, From Athens 040955Ζ to immediate FCO, Telegram number 146, 4/3/1972) αναφέρει ότι το αίτημα των τριών μητροπολιτών στην Ιερά Σύνοδο στις 2 Μαρτίου 1972 για παραίτηση του Μακαρίου πιθανότατα προωθήθηκε και ίσως μέχρι ενός βαθμού οργανώθηκε από την ελληνική κυβέρνηση.

Επιβεβαιώνεται επίσης και από άλλο σημείωμα του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, ημερομηνίας 15 Νοεμβρίου 1973.

 

» Βλέπε λήμμα: Η ιστορία της Ελληνικής Πρεσβείας στην Κύπρο

 

 

Υφυπουργός

Μετά την αποχώρηση του από την Κύπρο ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος ανέλαβε στη δικτατορική Κυβερνηση Παπαδόπουλου Υφυπουργός Εξωτερικών (1972 - 1973). Εν συνεχεία ανέλαβε πρέσβης της Ελλάδας στις ΗΠΑ μέχρι και την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών. Η τελευταία πράξη του ως πρέσβης της Ελλάδας στην Κύπρο, πριν αναλάβει Υφυπουργός Εξωτερικών, ήταν η διακοίνωση που επέδωσε στον Πρόεδρο Μακάριο όταν του ζήτησε να παραδώσει τον οπλισμό που παρήγγειλε από τη Τσεχοσλοβακία.


Στις 21 Ιανουαρίου, 1972, ένα φορτίο τσεχοσλοβακικών όπλων ( 278 τόνοι, 10.000 κασόνια) , που είχε παραγγείλει ο Μακάριος μετά τη επίσκεψή του στη Μόσχα τον προηγούμενο Ιούνιο , φθάνει στην Κύπρο. Τα όπλα δεν προορίζονταν για την επίσημη Εθνική Φρουρά αλλά για το πρόσφατα σχηματισμένο Εφεδρικό Σώμα στο οποίο ο Μακάριος είχε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

 

Το καθεστώς των συνταγματαρχών θορυβείται. Αποφασίζει να ζητήσει από τον Αρχιεπίσκοπο να παραδώσει τα όπλα στην Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) και να προχωρήσει σε ριζικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του.

Στις 11 Φεβρουαρίου, 1972, και παρά την αντίθετη γνώμη των Αμερικανών , ο Παναγιωτάκος  επιδίδει στον Μακάριο αυστηρή διπλωματική διακοίνωση του Παπαδόπουλου την οποία ο Αρχιεπίσκοπος απορρίπτει. 

 

Μια μέρα ενωρίτερα, σύμφωνα με το Αρχείο της ΚΥΠ Κύπρου στις 10 Φεβρουαρίου ο Γρίβας συναντήθηκε με τον Παναγιωτάκο και με στελέχη του κλιμακίου που είχε η ΚΥΠ Ελλάδος στην Κύπρο, ενώ αργότερα μετέβη και σε στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ.( Φάκελος Κύπρου 2018, Τόμος Α΄, σ. 320).

Πριν επιδώσει ο Παναγιωτάκος τη διακοίνωση της Αθήνας στον Μακάριο, ο Παπαδόπουλος επισημαίνει στον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα Χένρι Τάσκα – «τα δικαιώματα της ελληνικής κυβέρνησης στην Κύπρο, σύμφωνα με τις συνθήκες και τις υποχρεώσεις της έναντι του ελληνισμού». O Παπαδόπουλος εκτιμούσε ότι η κυβέρνησή του είχε «ιστορική ευθύνη και αποστολή» και ότι οι ενέργειές της δεν θα έπρεπε να θεωρηθούν ως επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν η ελληνική κυβέρνηση δεν ενεργούσε, υπήρχε περίπτωση η Τουρκία να επεδίωκε την αποκατάσταση της ισορροπίας δυνάμεων στην Κύπρο με την αποστολή όπλων στο νησί. «H κυβέρνηση έχει ενδείξεις ότι υπάρχει κίνδυνος τα πράγματα να εξελιχθούν προς αυτήν την κατεύθυνση και έχει πληροφορίες ότι οι Τούρκοι στρατιωτικοί στο ζήτημα των όπλων από την Τσεχοσλοβακία πρόκειται να ακολουθήσουν πολύ σκληρή γραμμή», τονίζει ο Παπαδόπουλος στον Τάσκα (11 Φεβρουαρίου, 1972 FCO 9.1507).

 

Η διακοίνωση Παναγιωτάκου στον Αρχιεπίσκοπο διανεμήθηκε και στους δημοσιογράφους σε συνέντευξη Τύπου στις 13 Φεβρουαρίου. Η αντίδραση της Λευκωσίας στη συνέχεια ανάγκασε την Αθήνα να τον απομακρύνει από την Κύπρο. Αντίδραση στη διακοίνωση φέρεται να υπήρξε  από τη Σοβιετική Ένωση, καθώς σύμφωνα με τον Αναπληρωτή Υπουργό Εξωτερικών Παλαμά, ο Ρώσος Πρέσβης στην Αθήνα χαρακτήρισε την ενέργεια της ελληνικής κυβέρνησης ως ανάμειξη στα εσωτερικά ζητήματα ενός ανεξάρτητου κράτους δηλώνοντας υποστήριξη στην κυπριακή ανεξαρτησία, ενώ τόνισε πως η σχέση μεταξύ Ελλάδας και Σοβιετικής Ένωσης περνούσε μέσα από το Μακάριο, καταδεικνύοντας τη σημασία που είχε για τους Σοβιετικούς το πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου ( Χατζηδάκης 2017, σ. 105)

 

Ο Παναγιωτάκος στη συνέχεια διατύπωσε παράπονα στον Αμερικανό επιτετραμμένο Κρόφορντ στη Λευκωσία για έλλειψη υποστήριξης στην προσπάθειά του εναντίον του Μακαρίου που « παρέδιδε την Κύπρο στους κομμουνιστές » ( Χατζηαντωνίου 2007, σ. 221-222), εννοώντας την εισαγωγή όπλων από κομμουνιστικό κράτος, την καλή σχέση του Μακαρίου με τη Σοβιετική Ένωση και την υποστήριξή του από το αριστερό κόμμα ΑΚΕΛ.

 

Ήταν πλέον εμφανές ότι οι σχέσεις Κύπρου -Ελλάδας οδηγούνταν σε ρήξη: “Η κατάσταση όπως εξελίσσεται έχει όλα τα συστατικά μίας κρίσεως πρώτου βαθμού”, σημειώνει στον Βρετανό πρέσβη στην Ουάσινγκτον, ο Αμερικανός υφυπουργός των Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο, εκτιμώντας ότι επίκειται πραξικόπημα.

 

Ομιλία στο ΣΑ 

Ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος ως πρέσβης της Ελλάδας στον ΟΗΕ από το 1973 συνέχισε να παρακολουθεί το Κυπριακό. Ηταν μάλιστα ο διπλωμάτης που  παρενέβη με ομιλία στο Συμβούλιο Ασφαλείας στις 19 Ιουλίου 1974 για να απαντήσει στις κατηγορίες του Μακαρίου ότι η Ελλάδα διά του Πραξικοπήματος εισέβαλε στην Κύπρο. Είπε μεταξύ άλλων:

 

"Εν όψει της ξεκάθαρης αυτής στάσης, απορρίπτω κατηγορηματικά και ανεπιφύλακτα, ως εντελώς αβάσιμους, τους χυδαίους ισχυρισμούς περί της λεγόμενης άμεσης ανάμειξης της ελληνικής κυβέρνησης στο στρατιωτικό πραξικόπημα, που οδήγησε στην ανατροπή του Μακαρίου. Είναι αλήθεια, πως ο διοικητής του επιτελείου της εθνοφρουράς, στρατηγός Ντενίσης, ο διοικητής της ελληνικής δύναμης στην Κύπρο και ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κύπρο βρίσκονταν στην Αθήνα, σε διαβουλεύσεις με αντικείμενο το περιεχόμενο της επιστολής του Μακαρίου, αρκετές ημέρες πριν το πραξικόπημα. Όμως θα έπρεπε να σημειωθεί το γεγονός, ότι εξ αρχής κάθε επικοινωνία, μέσω τέλεξ ή και αλλιώς, μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας είχε διακοπεί, τουλάχιστον μέχρι χθες. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη, εάν χρειάζεται κάποια απόδειξη, ότι οι ένοπλες δυνάμεις στην Κύπρο ενήργησαν με δική τους πρωτοβουλία, εντελώς μυστικά, και ότι ήσαν απρόθυμες να μοιρασθούν με οποιονδήποτε είτε την πρόοδο των επιχειρήσεών τους είτε τους απώτερους στόχους τους".

 

Στην ίδια ομιλία ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος κατηγόρησε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο για εχθρότητα κατά της Ελλάδας, θεώρησε προσβλητική την ομιλία του Κύπριου πρέσβη Ζήνωνα Ρωσσίδη ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών και κάλεσε τα μέλη του ΣΑ να αναμένουν στη Νέα Υόρκη τον νέο πρέσβη που διόρισε η Κυβέρνηση Σαμψών δηλαδή το Νομικό  Λουκή Παπαφιλίππου για να έχουν πλήρη εικόνα των γεγονότων.  

 

Μαρτυρία Οζκιούρ

Στο βιβλίο του ο Κύπριος διπλωμάτης Οζντεμίρ Οζκιούρ που υπηρετούσε το 1974 στη Νέα Υόρκη γράφει για μια συνάντηση με τον Παναγιωτάκο:

 

"Δύο μέρες μετά το κίνημα στην Κύπρο συνάντησα στο λόμπι της Γραμματείας του ΟΗΕ τον πρεσβευτή της Ελλάδας Κ. Παναγιωτάκο, εντελώς τυχαία. Ανταλλάξαμε τους συνηθισμένους χαιρετισμούς. Με ρώτησε με ποια πλευρά ήμουν, με τον Σαμψών ή με τον Μακάριο. Του απάντησα πως ήμουν στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης της Κύπρου. Το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν είχε ακόμη αποφασίσει ποια κυβέρνηση ν' αναγνωρίσει. Ο πρεσβευτής Παναγιωτάκος σχολίασε: "Να είστε προσεκτικός, το θέμα δεν είναι όπως το νομίζετε". Τον χαιρέτησα και τον προσπέρασα..."

 

Το βιβλίο 

Σε βιβλίο που εξέδωσε ο Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος με τίτλο  "Στο περιθώριο το Φακέλλου Προδοσίας της Κύπρου", αναφέρεται στην ομιλία του στις  19 Ιουλίου 1974 στο Συμβούλιο  Ασφαλείας του ΟΗΕ, αντικρούωντας τα όσα ανέφερε ο Πρόεδρος Μακάριος όταν κατήγγειλε την Ελλάδα ότι διά του Πραξικοπήματος εισέβαλε στην Κύπρο.

 

Γενικά η θέση Παναγιωτάκου ήταν ότι ο Πρόεδρος Μακάριος βρισκόταν σε αντιπαράθεση γενικώς με όλες τις πολιτικές ηγεσίες στην Ελλάδα από το 1960 και μετά. Αναφέρεται στην ομιλία του ενώπιον του ΟΗΕ:

"Βρισκόταν σε διαρκή σύγκρουση με όλους τους Έλληνες πρωθυπουργούς, όχι μόνο με τη χούντα: Με τον Καραμανλή, το Βενιζέλο, που δεν θέλησε ποτέ να τού μιλήσει, με τον Παπανδρέου, τον Παρασκευόπουλο, τον Στεφανόπουλο και άλλους. Αγνοούσε συστηματικά και αλαζονικά τις σοφές συμβουλές και νουθεσίες του εθνικού κέντρου. Αψηφώντας με περιφρονητικό τρόπο τις γραπτές προειδοποιήσεις του πρώην υπουργού Εξωτερικών κ. Αβέρωφ, επέμενε να προτείνει τα 13 σημεία για την αναθεώρηση του Συντάγματος της Ζυρίχης, ανοίγοντας έτσι τους ασκούς του Αιόλου, πράγμα που οδήγησε στις τραγικές συγκρούσεις του Δεκεμβρίου του 1963 και στην de factο διχοτόμηση του νησιού με τη λεγόμενη πράσινη γραμμή. Αντιφατικός από χαρακτήρος, από τη μία υποστήριζε ολόψυχα την ανεξαρτησία και από την άλλη παραπλανούσε τον απλό κυπριακό λαό, διακηρύσσοντας την Ένωση κάθε φορά που χρειαζόταν τόνωση της φθίνουσας δημοτικότητάς του, θεωρώντας, ότι μπορούσε να κοροϊδέψει όλους σε οποιαδήποτε στιγμή. Αδίστακτος δημαγωγός και μεγάλος ηθοποιός, αριστοτέχνης στα θεαματικά πυροτεχνήματα, σαν κι αυτό που μόλις ακούσατε, αλλά πάντοτε παίζοντας ένα ρόλο με μοναδικό πρωταγωνιστή τον εαυτό του και περιτριγυρισμένος από ανδρείκελα και τσιράκια, απεχθανόταν τόσο την αντίδραση όσο και τον ανταγωνισμό. Μέχρι τα τέλη του Δεκεμβρίου του 1971 αρνείτο πεισματικά να αποδεχθεί τη φόρμουλα του Ου Θαντ για τις ενισχυμένες διακοινοτικές συνομιλίες, διακατεχόμενος από ψύχωση, ότι η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν κάνει μυστική συμφωνία για να πουλήσουν την Κύπρο".

 

» Βλέπε Λήμμα: Ομιλία Μακαρίου στα Ηνωμένα Έθνη

 

 

Πηγές:

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image