Χαλκού Εποχή

Η κοινωνία της Κύπρου την εποχή του Χαλκού

Image

Η Εποχή του Χαλκού στην Κύπρο διακρίνεται για τα μεγάλα οικονομικά, τεχνολογικά, πολιτικά και πολιτιστικά άλματα τα οποία επέφεραν βαθιές αλλαγές στο πρόσωπο της κυπριακής κοινωνίας. 

 

Μετά από μια περίοδο σχετικής απομόνωσης κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού η Κύπρος αναπτύσσει εμπορικές και πολιτιστικές επαφές τόσο με χώρες της Ανατολής (κυρίως τη Συροπαλαιστίνη και την Αίγυπτο) όσο και με χώρες της Δύσης (το Αιγαίο και αργότερα την Ιταλία και Σαρδηνία).  Λόγω της ανάπτυξης της μεταλλουργίας και του εξαγωγικού εμπορίου δημιουργούνται αστικά κέντρα στην ενδοχώρα και πόλεις- λιμάνια στα παράλια.  Σε αυτά τα αστικά κέντρα πραγματοποιήθηκε η εξειδίκευση των επαγγελμάτων και η ανάπτυξη της διοικητικής και οικονομικής οργάνωσης.  Για τις ανάγκες αυτής της εξελιγμένης κοινωνίας χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τότε η γραφή.

 

Μερικές από τις πόλεις της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (όπως π.χ. η πόλη στην περιοχή Χαλά Σουλτάν Τεκκέ στη Λάρνακα) απέκτησαν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα λόγω των στενών επαφών με το εξωτερικό αλλά και της παρουσίας αλλοφύλων ανάμεσα στον πληθυσμό τους.  Χαρακτηριστική είναι η επιγραφή πάνω σε ασημένιο κύπελλο που βρέθηκε στην πόλη στο Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, η οποία αναφέρει: «Κατασκευασμένο από τον Aky, γιο του Yiptahaddou.  Το όνομα Aky (Άκυ) είναι χουρριτικό, ενώ το όνομα Yiptahaddou (Γιπταχαντού) είναι σημιτικό.

 

Είναι φανερό λοιπόν ότι ανάμεσα στους Ετεοκύπριους κατοίκους της Κύπρου ζούσαν και μερικοί ξένοι μετανάστες.  Οι μετανάστες αυτοί αρχικά έρχονταν ατομικά ή σε μικρές ομάδες, όμως αργότερα, κατά τα τέλη της Εποχής του Χαλκού, άρχισαν να έρχονται κατά κύματα.  Οι λόγοι εγκατάστασής τους ήταν αρχικά κυρίως εμπορικοί – οικονομικοί.  Στη συνέχεια, γύρω στο 1.200 π.Χ. πολιτικές ανακατατάξεις και συγκρούσεις στο χώρο του Αιγαίου και της Ανατολής οδήγησαν ομάδες Συροπαλαιστινίων και μεγάλα κύματα Μυκηναίων (Αχαιών) προσφύγων να ζητήσουν μόνιμη εγκατάσταση στην Κύπρο.  Το τελευταίο προσφυγικό ρεύμα που δέχτηκε η Κύπρος κατά τη Χαλκοκρατία προήλθε από την Κρήτη τον 11ο αι. π.Χ.  Επηρέασε τη θρησκεία, το πολίτευμα και τους θεσμούς τους αλλά και την τέχνη και την τεχνογνωσία τους.  Με όλα αυτά τα στοιχεία μπόλιασαν σταδιακά τη γηγενή κοινωνία και την οδήγησαν προς τον εξελληνισμό της, ο οποίος άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά το 11ο αι. π.Χ.  Στη χιλιετία που ακολούθησε οι Ετεοκύπριοι αφομοιώθηκαν πλήρως από τους Έλληνες και το νησί απέκτησε τελικά ελληνική ταυτότητα.

 

Ανακεφαλαιώνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα γνωρίσματα της κυπριακής κοινωνίας κατά την Εποχή του Χαλκού ήταν  η ευημερία, ο υψηλός βαθμός οργάνωσης, η αστικοποίηση, το άνοιγμα προς τις επαφές με γειτονικούς λαούς, ο κοσμοπολίτικος αέρας που απέπνεαν μερικά μεγάλα αστικά κέντρα και, τέλος, η εγκατάσταση ξένων πληθυσμών στο νησί.

 

Οργανισμοί

Στην κορυφή της πολιτικής οργάνωσης των κυπριακών βασιλείων ήταν ο βασιλιάς.  Ως ανώτατος ηγέτης αποτελούσε ταυτόχρονα τον αρχηγό του κράτους, τον αρχιερέα και τον αρχηγό του στρατού.  Περιστοιχιζόταν από τα μέλη της βασιλικής οικογένειας και την τάξη των ευγενών.  Όλοι αυτοί αποτελούσαν την άρχουσα τάξη του τόπου και πρέπει να έμεναν σε ανάκτορα.  Ένα τέτοιο ανάκτορο αποκαλύφθηκε σε κεντρικό σημείο της πόλης της Έγκωμης.

 

Το διοικητικό σύστημα πρέπει να ήταν αρκετά συγκεντρωτικό και έλεγχε άμεσα τον τομέα της οικονομίας και ιδιαίτερα την εκμετάλλευση του χαλκού που αποτελούσε τη βάση της κυπριακής οικονομίας.  Παρατηρήθηκε ότι υπήρχε στενή σχέση ανάμεσα στους ναούς και τα εργαστήρια επεξεργασίας χαλκού και μερικές φορές (όπως π.χ. στο Κίτιο) τα κτήρια αυτά επικοινωνούσαν, προφανώς για να ασκείται καλύτερος έλεγχος.  Στην Καλαβασό – Άγιο Δημήτριος οι ανασκαφές αποκάλυψαν ένα κτήριο το οποίο ήταν το διοικητικό κέντρο της περιοχής.  Σε αυτό το κέντρο βρέθηκαν σφραγιδοκύλινδροι και βαρίδια, τα οποία φανερώνουν την ύπαρξη εξελιγμένων συναλλαγών και την καταγραφή στοιχείων που σχετίζονταν με δικαιώματα ιδιοκτησίας και με το εμπόριο προϊόντων.

 

Κοινωνικές τάξεις

Κοινωνική διαφοροποίηση υπήρχε στην Κύπρο ήδη από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, γεγονός που υποδηλώνεται από τη διαφοροποίηση των κτερισμάτων σε μερικούς τάφους της περιόδου αυτής. Παρατηρήθηκε ότι σε κάποιες ταφές – λίγες στον αριθμό – υπήρχαν περισσότερα μεταλλικά αντικείμενα και κοσμήματα από τις υπόλοιπες.  Χάλκινα αντικείμενα όπως οι αιχμές δοράτων με αγκιστρωτή βάση ήταν πιθανότατα σύμβολα κοινωνικής θέσης και αυτοί οι οποίοι θάβονταν με αυτά ήταν μέλη μιας ανερχόμενης κοινωνικά τάξης.

 

Η κοινωνική διαφοροποίηση πρέπει να έγινε πιο εμφανής κατά το τέλος της Μέσης Εποχής του Χαλκού, όταν άρχισαν να δημιουργούνται τα αστικά κέντρα και να γίνεται εξειδίκευση των επαγγελμάτων και να εντείνεται η εκμετάλλευση και το εμπόριο του χαλκού.

 

Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού τα αστικά κέντρα της Κύπρου άκμασαν, οι επαφές με το εξωτερικό έγιναν πιο πυκνές, η οικονομία της Κύπρου γνώρισε άνθηση και η κοινωνία οργανώθηκε καλύτερα.  Τα δεδομένα αυτά αποτυπώνονται στα ταφικά ευρήματα της εποχής. Αυτή την περίοδο βρέθηκαν αρκετοί τάφοι με πλούσια κτερίσματα, μερικά από τα οποία είναι πολύτιμα (π.χ. χρυσά κοσμήματα) ή εξωτικά προϊόντα εισαγμένα από το την Ανατολή και την Αίγυπτο (π.χ. αντικείμενα από ελεφαντόδοντο, αλάβαστρο, αυγά στρουθοκαμήλου κ.ά.)

 

Ένας άλλος καταλυτικός παράγοντας για την κοινωνική κατάσταση στην Κύπρο ήταν η άφιξη των Μυκηναίων αποίκων οι οποίοι έφταναν στο νησί οργανωμένοι σε ομάδες, έχοντας ως ηγέτες τους μέλη της άρχουσας μυκηναϊκής τάξης. Μετά την εγκατάσταση των Αχαιών στην Κύπρο κατά το τέλος του 13ου αι. και αρχές 12ου αι. π.Χ. παρατηρήθηκαν μια σειρά από πολιτιστικές αλλαγές που επηρέασαν τη ζωή της ήδη ευημερούσας κυπριακής κοινωνίας. Η αριστοκρατική κοινωνική ελίτ η οποία εμφανίστηκε τότε εισήγαγε νέους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, νέους τύπους όπλων, τη χρήση λουτρών και λουτήρων, τη χρήση αγγείων που ακολουθούσαν αιγαιακά πρότυπα κ.λπ. αλλά ταυτόχρονα έκανε μια τομή στην πολιτική ζωή του τόπου. Τα νέα ανεξάρτητα βασίλεια που ιδρύθηκαν από τους Αχαιούς – Μυκηναίους οργανώθηκαν με βάση το πολιτικό σύστημα της μυκηναϊκής βασιλείας, το οποίο προσαρμόσαν στις τοπικές ανάγκες. 

 

Βασιλική οικογένεια

Μετά τον αποικισμό της Κύπρου από τους Αχαιούς κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού το ελληνικό στοιχείο επιβλήθηκε σταδιακά σε όλους τους τομείς και φυσικά και στην πολιτική ζωή του τόπου.  Η βασιλεία τότε ακολούθησε τα ελληνικά πρότυπα, σύμφωνα με τα οποία ο βασιλιάς, ο οποίος περιβάλλεται από την οικογένειά του και βοηθείται από ένα συμβούλιο γερόντων, συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες στα χέρια του και διοικεί το λαό. 

 

Φαίνεται ότι εκτός από τους άνδρες – βασιλιάδες ασκούσαν την εξουσία και γυναίκες – μέλη της βασιλικής οικογένειας.  Σε με μια αιγυπτιακή πηγή της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, αναφέρεται μια ιστορία που σχετίζεται με το όνομα μιας Κύπριας πριγκίπισσας, της Χατίβα. 

 

Ευγενείς – ιερείς

Ο βασιλιάς περιστοιχιζόταν από μια ανώτερη κοινωνική τάξη, την τάξη των ευγενών. Ο ίδιος ήταν και αρχιερέας.  Σχετική είναι η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Κινύρας και η δυναστεία του, οι Κινυράδες, ήταν βασιλιάδες και ταυτόχρονα αρχιερείς στο ναό της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο. Η δυναστεία αυτή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη λατρεία της Αφροδίτης στην Κύπρο. Όπως μαρτυρεί ο Ησύχιος, η Πάφος έγινε «γης ομφαλός» σαν τους Δελφούς. Οι Κινυράδες ήταν οι μόνοι διάδοχοι του βασιλικού αξιώματος και ταυτόχρονα οι μοναδικοί κάτοχοι του αξιώματος του ιερέα της Αφροδίτης.  Ο αρχαιότερος της οικογένειας βρισκόταν επικεφαλής, ενώ οι υπόλοιποι σχημάτιζαν ένα ιερατικό συμβούλιο (κάτι σαν την  Ιερά Σύνοδο της σημερινής εποχής). Το αξίωμα του ιερέα τους έδινε μεγάλη ισχύ η οποία ξεπερνούσε τα όρια της Πάφου και απλωνόταν σε ολόκληρο το νησί.  Από την ίδια οικογένεια αυτή προέρχονταν και οι ιερείς της θεάς Αφροδίτης στην Αμαθούντα.  Η δύναμή τους διατηρήθηκε μέχρι το 312 π.Χ., οπότε ο Πτολεμαίος ο Α΄ κατάργησε τα κυπριακά βασίλεια.

 

Κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού υπήρχε στενή σχέση πολιτικής, θρησκευτικής αλλά και οικονομικής εξουσίας. Μερικοί ιεροί χώροι όπως για παράδειγμα οι ναοί του Κιτίου συνδέονταν με εργαστήρια χαλκού. Μπορούμε να φανταστούμε τους ιερείς του ναού να «ευλογούν», να παρακολουθούν και ακόμη να ελέγχουν την διαδικασία της κατεργασίας του χαλκούχου μεταλλεύματος και της εμπορίας του καθαρού χαλκού.

 

Αξιωματούχοι

Σίγουρα θα υπήρχε στην Κύπρο κατά την Εποχή του Χαλκού μια τάξη αξιωματούχων που θα περιστοίχιζε το βασιλιά.  Επειδή όμως δεν υπάρχουν γραπτές κυπριακές μαρτυρίες πάνω στο θέμα, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε λεπτομέρειες.  Το σίγουρο είναι ότι κοινωνικές ομάδες οι οποίες είχαν πολιτική ισχύ ή πλούτο ή και τα δύο μαζί, διαφοροποιούνταν από τον υπόλοιπο λαό.  Η κοινωνική αυτή διαφοροποίηση είναι εμφανής ακόμα και σε τάφους που χρονολογούνται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.

 

Γραφείς

Οι γραφείς στα ελληνικά βασίλεια εργοδοτούνταν αποκλειστικά στα ανάκτορα.  Αποτελούσαν μια ομάδα ολίγων και εκλεκτών οι οποίοι γνώριζαν γραφή σε μια εποχή όπου όλος ο πληθυσμός ήταν εντελώς αναλφάβητος.  Στην Κύπρο η κατάσταση πρέπει να ήταν διαφορετική.  Αρχαιολογικά ευρήματα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού υποδηλώνουν ότι η ικανότητα γραφής και ανάγνωσης ήταν ευρύτερα διαδεδομένη από ό,τι συνέβαινε στην Ελλάδα.  Η γραφή στην Κύπρο χρησιμοποιήθηκε για να εξυπηρετήσει και άλλους σκοπούς εκτός από τις διοικητικές ανάγκες.  Έτσι, συναντούμε επιγραφές που αναφέρονται σε ποικίλα άλλα θέματα της καθημερινής ζωής και της λατρείας.  Επιπλέον, αρκετές οστέινες γραφίδες έχουν βρεθεί σε όλους σχεδόν τους χώρους της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στο νησί, γεγονός που φανερώνει ευρεία χρήση της γραφής στον τόπο

 

Επαγγελματικές ομάδες

Ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Κύπρου κατά την Εποχή του Χαλκού ασχολούνταν με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία. (Φ3) Μπορούμε να φανταστούμε τις αγροτικές οικογένειες να εκτρέφουν ζώα, να οργώνουν, να σπέρνουν, να θερίζουν και να συλλέγουν καρπούς.  Μπορούμε επίσης να τους παρακολουθήσουμε νοερά να επεξεργάζονται τη σοδειά τους είτε αλέθοντας το σιτάρι είτε τρίβοντας τις ελιές είτε λιώνοντας τα σταφύλια και να αξιοποιούν τα κτηνοτροφικά προϊόντα, το γάλα, το κρέας και το μαλλί για τις ανάγκες της διατροφής και της ένδυσής τους.

 

Με τη δημιουργία των πρώτων αστικών κέντρων στο τέλος της Μέσης Εποχής του Χαλκού και την ανοδική πορεία τους κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, δημιουργήθηκαν νέες συνθήκες οι οποίες οδήγησαν στην εξειδίκευση των επαγγελμάτων.  Γύρω από την εξόρυξη και εκμετάλλευση του χαλκού δημιουργήθηκαν μια σειρά από επαγγελματίες που περιελάμβαναν τους μεταλλωρύχους, τους εργάτες που ασχολούνταν με την εκκαμίνευση του χαλκού και τους τεχνίτες – χαλκουργούς.  Το εμπόριο του χαλκού εντός και εκτός της Κύπρου δημιούργησε ένα αριθμό εμπόρων και ναυτιλλομένων.  Κάποιοι άλλοι τεχνίτες ασχολήθηκαν με την επεξεργασία διαφόρων άλλων υλικών, έτσι δημιουργήθηκαν τα επαγγέλματα των χρυσοχόων, (Φ2) αργυροχόων, ελεφαντουργών, αγγειοπλαστών κ.λπ.   Κατά την περίοδο 1.300 – 1.200 π.Χ., εποχή κατά την οποία παρατηρήθηκε αξιόλογη οικοδομική δραστηριότητα στο νησί, σίγουρα πρέπει να εργοδοτήθηκαν πολλοί οικοδόμοι.

 

Μια εικόνα της επαγγελματικής ζωής των Κυπρίων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Κύπρο μπορούμε να πάρουμε από τους «θησαυρούς» που βρέθηκαν στην Πύλα – Κοκκινόκρεμμος.  Ο οικισμός αυτός εγκαταλείφθηκε ξαφνικά.  Οι κάτοικοι μπροστά στον επερχόμενο κίνδυνο έθαψαν στη γη βιαστικά τα πολύτιμα αντικείμενά τους, για να τα διαφυλάξουν και να τα βρουν όταν θα επέστρεφαν στον τόπο τους.  Ένας χαλκουργός έκρυψε τα εργαλεία του, μερικά χάλκινα αντικείμενα και ένα κομμμάτι χάλκινου ταλάντου σε ένα λάκκο στην αυλή του σπιτιού του. (Φ1) Ένας αργυροχόος έκρυψε δύο τάλαντα αργύρου ανάμεσα σε πέτρες.  Τέλος, ένας χρυσοχόος τοποθέτησε μερικά χρυσά κοσμήματα και φύλλα χρυσού σε ένα λάκκο στην εσοχή ενός βράχου.  Οι τεχνίτες αυτοί δεν επέστρεψαν ποτέ στη γη τους.  Αυτή όμως διαφύλαξε τα μέσα και τα υλικά της δουλειάς τους μέχρι την αποκάλυψή τους από την σύγχρονη αρχαιολογική σκαπάνη.

 

Οικογένεια

Ο ρόλος της οικογένειας υπήρξε και κατά την Εποχή του Χαλκού σημαντικός για την συνοχή της κοινωνίας, των θεσμών και, γενικότερα, του πολιτισμού του τόπου.  Θα μπορούσαν να αναφερθούν ως ενδεικτικά παραδείγματα η ύπαρξη μερικών οικογενειακών τάφων, η διατήρηση οικογενειακών κειμηλίων που βρέθηκαν επίσης σε τάφους (π.χ. αιγυπτιακά αντικείμενα με δέλτους των Φαραώ), οι βασιλικές οικογένειες, οι οποίες (όπως υποδηλώνει ο μύθος για τη δυναστεία των Κινυράδων) διατηρούσαν με κληρονομική διαδοχή την πολιτική και θρησκευτική εξουσία, η λατρεία των προγόνων και η λατρεία θεοτήτων οι οποίες συνδέονταν κατεξοχήν με τη γονιμότητα και, τέλος, ο ρόλος της γυναίκας, όπως αυτός φαίνεται μέσα από τα διάφορα έργα κεραμικής και κοροπλαστικής της Χαλκοκρατίας. Στα έργα αυτά διαφαίνεται ο σημαντικός και πολύπλευρος ρόλος που διαδραμάτισε τότε η γυναίκα ως μητέρα (κουροτρόφος), ως ερωτική σύντροφος (συντελεστής στον κύκλο της ζωής) και ως δημιουργός (π.χ. κατασκευάστρια αγγείων).

 

Παράδοση

Όταν άρχισε η Εποχή του Χαλκού στην Κύπρο προϋπήρχε στον τόπο η παράδοση της Χαλκολιθικής (και Νεολιθικής) εποχής στην κεραμική, την αρχιτεκτονική, τα ταφικά έθιμα, στα λίθινα εργαλεία κ.λπ.  Στη συνέχεια κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία εξελίσσεται η μεταλλουργία και η γεωργία, διαμορφώνονται νέα ρεύματα στην τέχνη, κυρίως στην κεραμική, και ωθούνται ορισμένες καινοτομίες στη λατρεία και τα ταφικά έθιμα.  Η εγχώρια κυπριακή παράδοση ήταν, και συνέχισε να είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της Χαλκοκρατίας, στραμμένη περισσότερο προς ανατολάς παρά προς δυσμάς.  Μόνο μετά τον ελληνικό αποικισμό οι ελληνικές παραδόσεις και θεσμοί μπόλιασαν το γηγενή πολιτισμό και οδήγησαν σταδιακά στον εξελληνισμό του πληθυσμού της Κύπρου.  Όταν άρχισε η Εποχή του Σιδήρου στην Κύπρο ο τόπος ήδη είχε κάνει μία εντυπωσιακή στροφή προς τον ελληνικό πολιτισμό

 

Ταφικά έθιμα

Η παράδοση η οποία είχε σχηματιστεί ήδη από τη Νεολιθική εποχή γύρω από την ταφή των νεκρών διατηρήθηκε σε γενικές γραμμές και στα χρόνια της Χαλκοκρατίας.  Ο κύκλος των κυπριακών ταφικών εθίμων βασίζεται στην πίστη ότι η ζωή δεν τερματίζεται με το θάνατο, αλλά συνεχίζεται με κάποιον τρόπο.  Η αντίληψη αυτή διατηρήθηκε στο σύνολο της κυπριακής Ιστορίας – αρχαίας και νεότερης.  Μέσα στα πλαίσια αυτής της πίστης πρέπει να τοποθετηθεί η κτέριση των νεκρών κατά την αρχαιότητα με διάφορα χρηστικά αντικείμενα που θα τους ακολουθούσαν πάντα.

 

Κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού οι νεκροί θάβονταν σε οριζόντια στάση μέσα σε λαξευτούς τάφους. Οι ταφές συνοδεύονταν με διάφορα κτερίσματα, όπως διάφορα πήλινα αγγεία (απλά ή σύνθετα), πήλινα ομοιώματα αντικειμένων (π.χ. αδραχτιών), κοσμήματα, και μεταλλικά αντικείμενα (κυρίως χάλκινα μαχαίρια, αξίνες, κοπίδες, οβελοί, σουβλιά, ξυράφια, κ.λπ.) (Φ1)  Μερικά ενδιαφέροντα ταφικά έθιμα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας είναι τα ακόλουθα.  Σε τάφους στη Σωτήρα και τους Βουνούς εντοπίστηκαν κόκαλα αιγοπροβάτων και ίχνη κρέατος, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα να προσέφεραν στερεή τροφή ίσως και ποτά στους νεκρούς.  Στους Βουνούς βρέθηκε  ένδειξη ότι τοποθετούσαν σάβανο στο νεκρό. Στις ανασκαφές στο Μαρκί – Αλώνια αποκαλύφθηκε ένας μεγάλος πίθος, θαμμένος στο έδαφος μέχρι το χείλος του, που περιείχε τα οστά ενός νηπίου (ηλικίας 12-18 μηνών). Η ταφή αυτή χρονολογείται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού και θεωρείται σημαντικό εύρημα, γιατί πολύ λίγα παραδείγματα αρχαίων ταφών σε πίθους έχουν εντοπιστεί μέχρι στιγμής στην Κύπρο. Τέλος, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις για κοινωνική διαφοροποίηση στα κτερίσματα των τάφων.  Παρατηρήθηκε ότι μερικοί τάφοι της Πρώιμης Χαλκοκρατίας περιείχαν μεγαλύτερη ποσότητα χάλκινων αντικειμένων από άλλους.  Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται αιχμές δοράτων με αγκυλωτή άκρη, τα δόρατα αυτά θεωρούνταν σύμβολα κοινωνικής θέσης.

 

Κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού οι νεκροί θάβονταν επίσης και σε θέση οκλαδόν ή καθιστοί, ακουμπισμένοι στους τοίχους του θαλάμου. Συνοδεύονταν με πλούσια κτερίσματα, που περιλάμβαναν επιλεγμένα είδη κεραμικής και μικροτεχνίας και κοσμήματα. Μέσα σε αγγεία τοποθετούνταν τροφή για τους νεκρούς. Τα λείψανα των ανδρών συνοδεύονταν από εργαλεία και όπλα.  Έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις ανθρωποθυσίας. Ορισμένοι άνδρες θανατώνονταν για να ακολουθήσουν τους προγόνους τους στην άλλη ζωή.  Μερικά αναποδογυρισμένα ή καμένα αγγεία που βρέθηκαν σε τάφους αποτελούν ενδείξεις ότι πραγματοποιούνταν διάφορα τελετουργικά έθιμα αυτή την περίοδο.

 

Στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού η κτέριση των νεκρών συνεχίζεται αδιάλειπτα με ποικίλα αγγεία, αλλά και είδη πολυτελείας από χρυσό, άργυρο, ελεφαντόδοντο κ.ά, μερικά από τα οποία είχαν εισαχθεί από το εξωτερικό.  Μερικοί τάφοι π.χ. στον οικισμό στο Χαλά Σουλτάν Τεκκέ, στην Καλαβασό – Άγιος Δημήτριος και αλλού εντυπωσιάζουν για τη συγκέντρωση ποσότητας χρυσών αντικειμένων.  Ο πλούτος και η ευημερία του νησιού αυτή την εποχή αντανακλάται, όπως ήταν φυσικό, και στην κτέριση των τάφων.  Άλλο είδος πολυτελείας που προσφερόταν στους νεκρούς σε μεγάλες ποσότητες κατά το 14ο – 13ο αι. π.Χ. ήταν οι μυκηναϊκοί αμφορείς.  Στον τομέα της ταφικής αρχιτεκτονικής παρουσιάζονται κάποιες διαφοροποιήσεις, όπως π.χ. η εμφάνιση κτιστών τάφων στην Έγκωμη.  Σε τάφους του 11ου αι. π.Χ. στον Αλαά στην Καρπασία και στο Κούριο – Καλορίζικη εντοπίστηκαν νέες ταφικές πρακτικές.  Από τους Αχαιούς αποίκους εισήχθηκαν νέα ταφικά έθιμα, όπως η καύση των νεκρών, η τοποθέτηση της τέφρας του νεκρού σε αγγεία και ο ομοιόμορφος προσανατολισμός των τάφων. 

 

Παιχνίδια σε λίθινες πλάκες

Σε οικίες και τάφους της Πρώιμης εποχής του Χαλκού έχουν βρεθεί δύο τύποι παιχνιδιών σκαλισμένων σε λίθινες πλάκες.  Οι πλάκες ήταν αρκετά μικρές, ώστε να μπορούν να μετακινούνται – ήταν δηλαδή κάτι ανάλογο με τα σημερινά «επιτραπέζια παιχνίδια».  Σε δύο μεμονωμένες περιπτώσεις τα παιχνίδια αυτά βρέθηκαν σκαλισμένα και σε βράχο.

 

Ο πρώτος τύπος παιχνιδιού αποτελείται από μια σχεδόν ορθογώνια επίπεδη πέτρινη πλάκα όπου υπάρχουν λαξευμένες τριάντα αβαθείς εσοχές, τοποθετημένες σε τρεις σειρές από δέκα.  Συμβαίνει μερικές φορές να υπάρχουν μία ή δύο ακόμη εσοχές στη μία πλευρά της πλάκας, προφανώς για να φυλάγονται εκεί τα πιόνια του παιχνιδιού. Αν και δεν βρέθηκε ίχνος τους εικάζεται ότι ήταν σπόροι, πετραδάκια, μικρά βότσαλα, ή σβώλοι από πηλό.  Αυτός ο τύπος παιχνιδιού, ο οποίος ήταν περισσότερο διαδεδομένος από το δεύτερο, αντιστοιχεί με το παιχνίδι «Σενέτ».  Η ονομασία Σενέτ σημαίνει το «παιχνίδι του περάσματος».  Το παιχνίδι αυτό ήταν ήδη γνωστό στην Αίγυπτο και κατά την εποχή του Χαλκού ήταν διαδεδομένο στην Ανατολή.  Δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς παιζόταν.

 

Ο δεύτερος τύπος παιχνιδιού είναι σκαλισμένος σε κυκλικές πέτρινες πλάκες.  Σχηματίζεται από μια σειρά αβαθών εσοχών που έχουν τη μορφή σπείρας.  Η πρώτη και η τελευταία εσοχή έχουν μεγαλύτερο μέγεθος από τις υπόλοιπες.  Το παιχνίδι αυτό παραλληλίζεται με σύγχρονά του παιχνίδια από τη Συροπαλαιστίνη τα οποία προέρχονταν από το αιγυπτιακό παιχνίδι «Μεχέν», δηλαδή «το κουλουριασμένο» ή το «φίδι».  Αγνοούμε τους κανόνες του παιχνιδιού αυτού.

 

Η εύρεση αυτών των παιχνιδιών σε χώρους απομακρυσμένους μεταξύ τους (Σωτήρα – Καμινούδκια στη Λεμεσό, Μαρκί στη Λευκωσία, Βουνοί στην Κερύνεια) υποδεικνύει ότι ήταν διαδεδομένα  σε ολόκληρο το νησί.  Παράλληλα, η παρουσία τους όχι μόνο σε οικίες αλλά και ως κτερίσματα σε τάφους αποτελεί ικανή ένδειξη ότι η κυπριακή κοινωνία της Πρώιμης εποχής του Χαλκού ευημερούσε. 

 

Ασθένειες        

Επιστημονικές έρευνες που έγιναν σε σκελετούς της Μέσης Χαλκοκρατίας από τη Λάπηθο έδειξαν ότι ο πληθυσμός της Λαπήθου παρουσίαζε μικρή συχνότητα οδοντικών ασθενειών π.χ. η τερηδόνα, η περιοδοντίτιδα και η οστεϊτιδα. Άλλες αναλύσεις ανθρώπινων οστών από την Κισσόνεργα της Πάφου έδειξαν ότι η ασθένεια της Μεσογειακής Αναιμίας (γνωστή και ως θαλασσαιμία  υπήρχε στην Κύπρο τουλάχιστον πριν από το 2.500 π.Χ.

 

Θρησκεία

τη  διάρκεια της Εποχής του Χαλκού στην Κύπρο διατηρήθηκαν παλαιές δοξασίες γύρω από το φαινόμενο της ζωής και του θανάτου, εξελίχθηκε η λατρεία θεοτήτων οι οποίες είχαν τις ρίζες τους στη Νεολιθική και Χαλκολιθική εποχή και σταδιακά εισήχθηκαν νέες θεότητες από την Ανατολή και, κυρίως, τη Δύση.

 

Θεότητες – Τόποι λατρειας

Βασική πίστη των Κυπρίων σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας ήταν η πίστη στη μεταθανάτια ζωή.  Για το λόγο αυτό φρόντιζαν την ταφή των νεκρών τους και τους πρόσφεραν συνοδευτικά δώρα, τα οποία θεωρούσαν ότι θα τους ήταν χρήσιμα στον άλλο κόσμο.  Παράλληλα, το φαινόμενο της ζωής αποτελούσε γι’ αυτούς ένα θαύμα.  Η γέννηση, η ενέργεια που έδινε συνέχεια στον επίγειο κόσμο, έγινε αντικείμενο λατρείας.  Έτσι λοιπόν, κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού εκτός από το συμβολισμό της γονιμότητας σε ανθρώπινο επίπεδο, υιοθετήθηκε ως ιερό σύμβολο της γονιμότητας και ο ταύρος. Παράλληλα χρησιμοποιήθηκε και το φίδι, ως σύμβολο χθόνιων θεοτήτων, αλλά και της αναγέννησης της ζωής.

 

Στο τέλος της β΄ χιλιετίας, με την ανάπτυξη της εκμετάλλευσης του χαλκού και του εξαγωγικού εμπορίου, άρχισαν να δημιουργούνται στην Κύπρο μεγάλα αστικά κέντρα.  Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν και τον τομέα της θρησκείας.  Οι Κύπριοι την περίοδο αυτή λάτρευαν συγκεκριμένους θεούς σε ειδικά διαμορφωμένα ιερά.  Όπως ήταν φυσικό ο χαλκός, η πολύτιμη πλουτοπαραγωγική πηγή της Κύπρου, απέκτησε το θεό προστάτη της. Ένα χάλκινο άγαλμα του 12ου αι. π.Χ., το οποίο βρέθηκε σε ιερό της Έγκωμης εικονίζει το θεό, πάνοπλο, να πατά πάνω σε τάλαντο χαλκού.  Την ιδέα της γονιμότητας τόσο των ανθρώπων όσο και των χαλκούχων μεταλλείων της Κύπρου συμβόλιζε επίσης και μία γυναικεία θεότητα.  Σε μερικά αγαλματίδια η μορφή αυτή εικονίζεται να πατά σε τάλαντο χαλκού.  Αξίζει να αναφερθεί ότι μικρογραφίες ταλάντων χαλκού προσφέρονταν αρκετά συχνά ως αναθήματα (αφιερώματα) σε ναούς.

 

Την εποχή αυτή παρατηρείται η ύπαρξη στενής σχέσης ανάμεσα στην παραγωγή χαλκού και το ιερατείο στο Κίτιο.  Όπως αποκάλυψαν οι ανασκαφές στο σύμπλεγμα ναών του Κιτίου (12ος –13ος αι. π.Χ.) οι ναοί επικοινωνούσαν με τα παρακείμενα εργαστήρια.  Οι ιερείς των ναών παρακολουθούσαν τα στάδια επεξεργασίας και κατέγραφαν ίσως την παραγωγή ταλάντων στο συγκεκριμένο χώρο.  Με τον τρόπο αυτό η θρησκευτική εξουσία ασκούσε άμεσο έλεγχο πάνω στη μεταλλουργία, η οποία ήταν η κύρια πηγή της οικονομίας του τόπου. 

 

Σε μια εποχή όπου οι εμπορικές σχέσεις με άλλες χώρες, και ιδιαίτερα την Ανατολή, ήταν τόσο ανεπτυγμένες ήταν φυσικό να  προστεθούν στις προϋπάρχουσες μορφές

και νέες θεότητες όπως π.χ. ο αιγυπτιακός θεός Μπες,  προστάτης της οικογένειας και ιδιαίτερα των εγκύων γυναικών.  Από τον ελληνικό χώρο εισήχθηκαν θεότητες όπως ο Απόλλων Κεραιάτης και η θεά με τα υψωμένα χέρια  από την Κρήτη, καθώς και ιερά σύμβολα όπως τα «κέρατα καθοσιώσεως».  

 

Τόποι λατρείας

Οι Κύπριοι της Εποχής του Χαλκού λάτρευαν τις θεότητές τους σε αγροτικά τεμένη και αστικά ιερά.  Συγκεκριμένα, έχουν αποκαλυφθεί αγροτικά ιερά στον  Άγιο Ιάκωβο, την Αγία Ειρήνη και τη Μύρτου – Πηγάδες και αρκετοί ναοί κοντά σε μεταλλουργικές εγκαταστάσεις.  Οι πλείστοι από τους ιερούς αυτούς χώρους συνδέονταν με τις θεότητες που προστάτευαν τα κυπριακά μεταλλεία.  Στην Έγκωμη δημιουργήθηκαν ναοί όπως το ιερό του «κερασφόρου θεού» και του «θεού του ταλάντου», στο Κίτιο ιδρύθηκαν πέντε συνολικά ιερά και άλλο ένα στην Αθηένου.  Στην Παλαίπαφο ιδρύθηκε το ιερό της Αφροδίτης το οποίο διατηρήθηκε μέχρι και τη Ρωμαϊκή εποχή.

 

Θρησκευτικές τελετές

Από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού ήδη πραγματοποιούνταν θρησκευτικές τελετές προς τιμήν των θεοτήτων.  Από την περίοδο αυτή σώζονται μερικά πήλινα ομοιώματα με παραστάσεις καθημερινής ζωής που μας παρέχουν σχετικές ενδείξεις.  Το πιο  χαρακτηριστικό είναι ένα πήλινο ομοίωμα από τους Βουνούς όπου απεικονίζεται μια θρησκευτική τελετή με τη συμμετοχή ομάδας ανθρώπων.  Φαίνεται ότι την ιερή αυτή τελετή παρακολουθούσαν μόνο μυημένοι και ότι συνηθίζονταν οι θυσίες ταύρων – ίσως και παιδιών.  Οι θεότητες στις οποίες αποδιδόταν λατρεία ήταν οι ταύροι και τα φίδια, σύμβολα της γονιμότητας και του θανάτου αντίστοιχα.  Ένα άλλο ομοίωμα ιερού από τον Κοτσιάτη – πάλι της Πρώιμης Χαλκοκρατίας – αποδίδει τη σκηνή προσφοράς σπονδών μπροστά σε ξόανα ταύρων.

 

Μαρτυρίες για θρησκευτικές τελετές έχουμε και από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού στο Κίτιο, την Έγκωμη και σε άλλες κυπριακές πόλεις.  Οι θρησκευτικές τελετές που οργανώνονταν τότε περιελάμβαναν μουσική και χορό.  Η μουσική εκτελείτο με οστέινα μουσικά όργανα.  Τα μέλη του χορού φορούσαν προσωπεία και χόρευαν στο ρυθμό της μουσικής.  Επιπρόσθετα, στους ναούς του Κιτίου υπάρχουν ενδείξεις ότι γινόταν χρήση οπίου.

 

Λατρεία της θεάς της γονιμότητας

Λατρεία της θεάς της γονιμότητας διατηρήθηκε και αναπτύχθηκε και στις τρεις φάσεις της εποχής του χαλκού, σε συνδυασμό με τη λατρεία κι άλλων θεοτήτων που εισήχθησαν σταδιακά.  Στην Πρώιμη και Μέση Εποχή του Χαλκού απεικονίζεται είτε σε ειδώλια είτε ως πλαστική μορφή πάνω σε τελετουργικά ερυθροστιλβωτά αγγεία.  Παριστάνεται ως μια ανθρώπινη μορφή με πλούσια κοσμήματα και τονισμένο το στήθος ή μερικές φορές ως μια γυναικεία μορφή που κρατά βρέφος.

 

Κατά την εποχή του Χαλκού αλλά και αργότερα διατηρείται ο τύπος ειδωλίων «της θεάς Αστάρτης».  Τα ειδώλια αυτά – τα οποία αφθονούν ως κτερίσματα κατά το 13ο αι. –  παρουσιάζουν γυμνή γυναίκα με τονισμένα τα διακριτικά σημεία του φύλου και με τα χέρια κάτω από το στήθος. 

 

Με την πάροδο του χρόνου εισήχθηκαν νέες μορφές της θεάς της γονιμότητας.  Από τη Συρία προήλθε η πτηνόμορφη θεά που παριστάνεται ως κουροτρόφος (γυναίκα που κρατά ένα βρέφος) με πρόσωπο πουλιού και μεγάλα τρυπημένα αυτιά με σκουλαρίκια.  Τον 11ο αιώνα εισήχθηκε από την Κρήτη μια άλλη γυναικεία θεότητα, η θεά με τα υψωμένα χέρια.  Με την πάροδο του χρόνου η θεά της γονιμότητας έδωσε τη θέση της στη θεά Αφροδίτη.  Η λατρεία της Αφροδίτης απέκτησε βαθιές ρίζες στο νησί και καλλιεργήθηκε σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας.

 

Λατρεία του ταύρου

Ο ταύρος ήταν ένα από τα σύμβολα της γονιμότητας που απετέλεσαν αντικείμενο λατρείας στα χρόνια της Εποχής του Χαλκού αλλά και αργότερα.  Το βόδι, ως είδος, είχε εισαχθεί από την Ανατολή κατά την τρίτη χιλιετία π.Χ. και συμβόλιζε τη γονιμότητα της γης αλλά και του ανθρώπου, τη γενετήσια δύναμη, την αναπαραγωγή. 

 

Τη μορφή του ταύρου, και ιδιαίτερα την ταυροκεφαλή, τη συναντούμε σε πολλά αγγεία και πήλινα ομοιώματα της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού.  Μάλιστα, σε μερικά πήλινα ομοιώματα ιερών χώρων οι ταυροκεφαλές παριστάνονται ως ξόανα όπου απευθύνονται οι πιστοί για την τέλεση λατρευτικών τελετών (π.χ. σπονδών, θυσιών).

 

Ένα πολύ εντυπωσιακό πήλινο ομοίωμα από τους Βουνούς παριστάνει ένα υπαίθριο κυκλικό ιερό στο οποίο μια ομάδα ανθρώπων λαμβάνει μέρος σε μια τελετουργία.  Πρόκειται ουσιαστικά για την αναπαράσταση μιας ιεροτελεστίας.  Η παρουσία μιας ανθρώπινης μορφής που υπάρχει στον εξωτερικό χώρο υποδηλώνει ότι αυτή η τελετή απευθυνόταν ίσως μόνο σε μυημένους.  Στον εσωτερικό τοίχο του ιερού βρίσκονται τα σύμβολα των θεοτήτων, βουκράνια (δηλαδή κεφαλές βοδιών) και φίδια.  (Τα φίδια ήταν σύμβολα θανάτου, σύμβολο χθόνιων θεοτήτων, αλλά και σύμβολα της αναγέννησης της ζωής).  Μπροστά στα ξόανα των θεοτήτων υπάρχει μια ανθρώπινη μορφή γονατιστή, πιθανότατα σε στάση ευλάβειας ή θρησκευτικής κατάνυξης.  Απέναντι από το ιερό υπάρχει ένα επιβλητικό κάθισμα, που μοιάζει με θρόνο, στο οποίο κάθεται μια μορφή σε μεγαλύτερο μέγεθος από τις υπόλοιπες – ίσως ένας ιερέας.  Σε δύο σημεία του ιερού, τα οποία διαχωρίζονται από τον υπόλοιπο χώρο με δύο χαμηλά τοιχία, υπάρχουν βόδια τα οποία προορίζονταν μάλλον για θυσία.  Για θυσία, επίσης, ίσως προοριζόταν ένα βρέφος το οποίο κρατούσε αγκαλιά μια άλλη μορφή.

 

Ελληνικοί θεοί

Κατά την Εποχή του Χαλκού, όταν άρχισαν να πυκνώνουν οι επαφές και να εντείνονται οι σχέσεις ανάμεσα στους Ετεοκύπριους και τους Μυκηναίους  εισήχθησαν στην Κύπρο μερικά στοιχεία της ελληνικής θρησκείας.  Πρόκειται για τη λατρεία θεοτήτων, όπως του Απόλλωνα Κεραιάτη και της Θεάς με τα υψωμένα χέρια η οποία ταυτίστηκε με την αρχέγονη Θεά – Μητέρα και ακόμα, υιοθετήθηκαν ιερά σύμβολα, όπως τα ιερά κέρατα (κέρατα καθοσιώσεως) τα οποία ήταν στοιχεία της κρητομυκηναϊκής θρησκείας.

 

Λατρεία Αφροδίτης

Η λατρεία της θεάς Αφροδίτης, της θεάς του έρωτα και της ομορφιάς, άρχισε να σχηματίζεται αυτή την εποχή στην Κύπρο.  Η λατρεία της θεάς αυτής έχει τις ρίζες της στην ιδέα της Θεάς – Μητέρας, η οποία ήταν γνωστή σε όλες τις μητριαρχικές κοινωνίες της Εγγύς Ανατολής.  Η λατρεία της Αφροδίτης, σύμφωνα με την παράδοση, μεταφέρθηκε στην Κύπρο από τους Κινυράδες βασιλιάδες της Πάφου.  Η δυναστεία αυτή έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη διατήρηση και ανάπτυξη της λατρείας της Αφροδίτης στο νησί.  Υπάρχει η άποψη ότι οι Έλληνες έμποροι που ταξίδευαν στην Κύπρο κατά τα μυκηναϊκά χρόνια γνώρισαν τη λατρεία της Αφροδίτης και τη μετέφεραν με τη σειρά τους στον ελλαδικό χώρο.

 

Απόλλων Κεραιάτης

Στη διάρκεια της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, λατρεύονταν στην Κύπρο επίσης ο «Κερασφόρος θεός».  Η θεότητα αυτή ταυτίζεται μάλλον με τον Απόλλωνα Αλασιώτη (της Αλάσιας, δηλαδή της Κύπρου) ή με τον Απόλλωνα Κεραιάτη, τον προστάτη των βοδιών και των βοσκών στην Αρκαδία της Πελοποννήσου.   Στην Έγκωμη, μέσα σε ένα ναό, έχει βρεθεί ένα καλοφτιαγμένο άγαλμα του Κερασφόρου θεού.  Παριστάνεται νεαρός και δυνατός και φέρει στο κεφάλι ένα κάλυμμα με κέρατα, στοιχείο που οδήγησε στη συμβατική ονομασία του ως «Κερασφόρος».

 

 

Βιβλιογραφία: Εποχή του Χαλκού

  • Swiny S. (1997): «Η Πρώιμη εποχή του Χαλκού» εις Ιστορία της Κύπρου, τομ. Α΄: Αρχαία Κύπρος, Επιμ. Παπαδόπουλλου Θ., Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ –  Γραφείο Κυπριακής Ιστορίας, Λευκωσία.
  • Astrom P. (1997): «Η Μέση εποχή του Χαλκού» εις Ιστορία της Κύπρου, τομ. Α΄: Αρχαία Κύπρος, Επιμ. Παπαδόπουλλου Θ., Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ –  Γραφείο Κυπριακής Ιστορίας, Λευκωσία.
  • Καραγιώργης Β. (1997): «Η Ύστερη Χαλκοκρατία» εις Ιστορία της Κύπρου, τομ. Α΄: Αρχαία Κύπρος, Επιμ. Παπαδόπουλου Θ., Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ –  Γραφείο Κυπριακής Ιστορίας, Λευκωσία.
  • Καραγιώργης Β. (1999) «Παλαίπαφος» σελ. 16-21 εις Αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία της Κύπρου στον κατάλογο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, επιμέλεια: Λόρια Μαρκίδου, Έκδοση Κυπριακής Εθνικής Επιτροπής Ουνέσκο 1999, Λευκωσία.
  • Καραγιώργης Β. (1998): Έλληνες θεοί και ήρωες στην αρχαία Κύπρο Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα.
  • Καραγιώργης Β. (2002): Κύπρος, το σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, 1600-500 π.Χ., Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα.
  • Καραγιώργης Β. (2002): Αρχαία Τέχνη της Κύπρου στη συλλογή Γεωργίου και Νεφέλης Τζιάπρα Πιερίδη, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσία.
  • Καραγιώργης Β. (1976): Ο πολιτισμός της Προϊστορικής Κύπρου, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα.
  • Καραγιώργης Β. (1976): Κύπρος, Εκδ. Φυτράκης (στη σειρά: «Μουσεία και Μνημεία της Ελλάδος»), Αθήνα.
  • Καραγιώργης Β. (1978): Αρχαία Κύπρος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα.
  • Karageorghis V. (1981): Ancient Cyprus, 7.000 years of art and Archaeology, Ekdotiki Hellados S.A., Athens.
  • Karageorghis V. (1968): Cyprus, Nagel Publishers, Geneva, Switzerland.
  • Karageorghis V. (eds) (1985):  Archaeology in Cyprus 1960-1985 G. Leventis Foundation, Nicosia.
  • Karageorghis V., Michaelides D. (eds) (1996): The development of the Cypriot Economy, Cyprus University and Bank of Cyprus, Nicosia.
  • Caubet A., Hermary A., Karageorghis V. (1992) Art Antique de Chypre au Musee du Louvre – Du Chalcolithique a l’ époque Romaine, Fondation A. G. Leventis & Reunion des Musees Nationaux – Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα.
  • Tatton-Brown, Veronica (1997): Ancient Cyprus, British Museum, London.
  • «Η Κύπρος και το Αιγαίο στην αρχαιότητα – Από την Προϊστορική περίοδο ως τον 7ο αι. μ.Χ.»  (1997) (Πρακτικά του Διεθνούς Αρχαιολογικού Συνεδρίου Λευκωσία 8-10 Δεκεμβρίου 1995), έκδοση του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου, Λευκωσία.
  • Δημητρίου Ανδρέας (1987): Άφιξη των πρώτων Ελλήνων και η πρώιμη εποχή του Σιδήρου στην Κύπρο, 1220-750 π.Χ., εις περιοδικό «Αρχαιολογία», τ. 23, Αθήνα.
  • Αποστολάκη Α., Σταμπόγλη E. (1997): Το αλφαβητάρι της Κύπρου, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα.
  • Περιοδικό Dossiers d’Archaeologie Chypre, no. 205, Juillet-Aout 1995.

Φώτο Γκάλερι

Image