Καραμανλής Κωνσταντίνος

Image

Σύγχρονος Έλληνας πολιτικός ηγέτης που διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας και πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, που μεταξύ άλλων χειρίστηκε το Κυπριακό σε μερικές από τις πλέον κρίσιμες και τραγικές φάσεις του, και που συνέδεσε την πολιτική του σταδιοδρομία, ως ένα μεγάλο βαθμό, με το ζήτημα της Κύπρου.

 

Βιογραφικά: Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1907 στο χωριό Πρώτη των Σερρών και πέθανε στις 23 Απριλίου 1998. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1932 άρχισε να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα στις Σέρρες. Πολύ γρήγορα αναμείχθηκε και στην πολιτική και το 1935 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Σερρών του Λαϊκού Κόμματος κι εξελέγη ξανά στις εκλογές του επόμενου χρόνου. Πολύ σύντομα όμως επεβλήθη η στρατιωτική δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά (4 Αυγούστου1936 κ.ε.) στο διάστημα της οποίας ο Καραμανλής προτίμησε να ζήσει εκτός Ελλάδος. Επανήλθε στη χώρα του μετά την απελευθέρωσή της από τον γερμανοϊταλικό ζυγό κι εξελέγη πάλι βουλευτής Σερρών με τον συνδυασμό του Λαϊκού Κόμματος του Κ. Τσαλδάρη, το 1946, οπότε ανέλαβε ως υπουργός Εργασίας μέχρι το 1947. Στη συνέχεια, με πρωθυπουργό τον Θ. Σοφούλη, υπηρέτησε ως υπουργός Μεταφορών (1948) και Κοινωνικής Προνοίας (1949). Το δεύτερο αυτό υπουργείο κράτησε και κατά το σύντομο διάστημα της πρωθυπουργίας του Αλ. Διομήδη. Στις εκλογές του 1950 επανεξελέγη βουλευτής και ανέλαβε το υπουργείο Εθνικής Αμύνης επί πρωθυπουργίας του Σοφοκλή Βενιζέλου. Δυο μήνες αργότερα παραιτήθηκε και προσχώρησε στο κόμμα του «Ελληνικού Συναγερμόύ» του στρατάρχη Αλ. Παπάγου. Στις εκλογές του 1951, ο Κ. Καραμανλής εξελέγη και πάλι βουλευτής Σερρών με τους συνδυασμούς του «Εθνικού Συναγερμού» που όμως δεν κυβέρνησε γιατί συγκέντρωσε μόνο τα 36% των ψήφων. Στην εξουσία ανήλθε η κυβέρνηση Πλαστήρα που όμως, εξαιτίας των συνεχών και απροκάλυπτων επεμβάσεων των Αμερικανών, παραιτήθηκε το καλοκαίρι του 1952. Οι επόμενες εκλογές (Οκτώβριος του 1952) έφεραν στην εξουσία τον στρατάρχη Παπάγο και ο Καραμανλής (που για μια ακόμη φορά εξελέγη βουλευτής Σερρών) ανέλαβε το υπουργείο Δημοσίων Εργων, ενώ το 1954 ανέλαβε και το υπουργείο Συγκοινωνιών. Στις δυο αυτές θέσεις υπηρέτησε μέχρι και τον θάνατο του Παπάγου (φθινόπωρο του 1955). Τότε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατόρθωσε να εκλεγεί νέος αρχηγός του κόμματος του «Ελληνικού Συναγερμού», οπότε ανέλαβε και την πρωθυπουργία.

 

Από την εποχή αυτή, κατά την οποία διεξάγεται ήδη στην Κύπρο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας, αρχίζει ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Η πρώτη κυβέρνηση που σχημάτισε, μετά τον θάνατο του Παπάγου και τη διαδοχή του στην εξουσία, κυβέρνησε μέχρι τον Ιανουάριο του 1956. Διέλυσε τότε το κόμμα του «Συναγερμού», σχημάτισε νέο κόμμα, την «Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση» (ΕΡΕ) και προκήρυξε εκλογές για τον Φεβρουάριο, τις οποίες κέρδισε (165 έδρες με το πλειοψηφικό σύστημα, αυτοδύναμη κυβέρνηση). Στην εξουσία κρατήθηκε μέχρι τον Μάιο του 1958, οπότε στις βουλευτικές εκλογές της 11 Μαϊου 1958 το κόμμα του εξασφάλισε νέα νίκη (41%, 172 έδρες με το πλειοψηφικό σύστημα, αυτοδύναμη κυβέρνηση). Νωρίς το 1959 κατόρθωσε να επιλύσει το Κυπριακό ζήτημα με τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, βάσει των οποίων η Κύπρος κατέστη ανεξάρτητη Δημοκρατία.

 

Το φθινόπωρο του 1961 προκηρύχθηκαν νέες εκλογές που χαρακτηρίζονται από πρωτοφανείς τρομοκρατικές ενέργειες του παρακράτους της Δεξιάς, κατά της Αριστεράς που στις προηγούμενες εκλογές (1958) είχε αναδειχθεί δεύτερο κόμμα (με ποσοστό της ΕΔΑ 24,42% και εξασφάλιση 79 εδρών). Η τρομοκρατία συνδυάστηκε και με νοθεία των εκλογικών αποτελεσμάτων. Ο Καραμανλής κατόρθωσε τελικά να εξασφαλίσει και πάλι κοινοβουλευτική πλειοψηφία (174 έδρες) και να σχηματίσει ξανά (Νοέμβριος του 1961) αυτοδύναμη κυβέρνηση. Το κύμα τρομοκρατίας του παρακράτους της Δεξιάς κορυφώθηκε με τη δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη στις 27 Μαϊου του 1963. Ο τεράστιος αντίκτυπος από το έγκλημα αυτό, η εκτέλεση του οποίου είχε διαταχθεί από το παλάτι, έφερε τον πρωθυπουργό Καραμανλή σε οξεία ρήξη με τους βασιλείς Παύλο και Φρειδερίκη, προς τους οποίους υπέβαλε την παραίτησή του στις 11 Ιουνίου 1963. Στις εκλογές που έγιναν τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου ο Καραμανλής ηττήθηκε για πρώτη φορά (στην εξουσία ανήλθε ο Γεώργιος Παπανδρέου). Φοβούμενος απόπειρα δολοφονίας του, εγκατέλειψε τότε την Ελλάδα, χρησιμοποιώντας μάλιστα το ψευδώνυμο «Τριανταφυλλίδης», κι εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.

 

Οι εξελίξεις στην Ελλάδα μετά την αναχώρηση του Καραμανλή ήσαν τραγικές. Οι ξένες επεμβάσεις δημιούργησαν συνεχείς κρίσεις και ρήξη του Παπανδρέου με το παλάτι. Ακολούθησε η μεθοδευμένη από τους Αμερικανούς πτώση του Παπανδρέου, ενώ η κατάσταση στην Κύπρο είχε και πάλι οξυνθεί επικίνδυνα εξαιτίας της αποστασίας  των Τουρκοκυπρίων με υποστήριξη της Τουρκίας (τέλος του 1963 κ.ε.). Τελικά στη χώρα επιβλήθηκε για άλλη μια φορά στρατιωτική δικτατορία, την 21η Απριλίου του 1967. Καθ' όλη την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τη στρατιωτική χούντα (1967 -1974) ο Κωνσταντίνος  Καραμανλής  παρέμεινε  αυτοεξόριστος στο Παρίσι.

 

Μετά το πραξικόπημα που διενήργησε η ελληνική στρατιωτική χούντα στην Κύπρο (15 Ιουλίου 1974) και την τουρκική στρατιωτική εισβολή που ακολούθησε (20 Ιουλίου 1974), η χούντα έπεσε στην Ελλάδα κι ο Καραμανλής εκλήθη εσπευσμένα να σχηματίσει πολιτική κυβέρνηση. Η γενική επιστράτευση που κηρύχτηκε στις 21 Ιουλίου, μία ημέρα μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ήταν χαώδης και ανοργάνωτη και κατέδειξε την τραγική κατάσταση που βρισκόταν ο Ελληνικός Στρατός, μετά από επτά χρόνια δικτατορίας.  Το πρωί της 23ης Ιουλίου, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος και οι αρχηγοί του Στρατού, αντιστράτηγος Ανδρέας Γαλατσάνος, Ναυτικού, αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης και Αεροπορίας, αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου, σε σύσκεψη με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη διατύπωσαν την άποψη ότι είναι επιτακτική ανάγκη η ανάθεση της διακυβέρνησης της χώρας στους πολιτικούς. Στη συνέχεια, ο Γκιζίκης κάλεσε τον Ιωαννίδη και του ανακοίνωσε την απόφαση της ηγεσίας του στρατεύματος, χωρίς αυτός να αντιδράσει. Στις 2 μετά το μεσημέρι κλήθηκαν σε σύσκεψη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας  πολιτικές προσωπικότητες της προδικτατορικής περιόδου. Στη σύσκεψη συμμετείχαν οι αρχηγοί των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων Παναγιώτης Κανελλόπουλοςτης ΕΡΕ και Γεώργιος Μαύρος της «Ενώσεως Κέντρου», καθώς και οι Ευάγγελος Αβέρωφ, Σπύρος Μαρκεζίνης, Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, Στέφανος Στεφανόπουλος, Πέτρος Γαρουφαλλιάς και Ξενοφών Ζολώτας.

Στη σύσκεψη αποφασίστηκε ο σχηματισμός πολιτικής κυβέρνησης υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος έλαβε προθεσμία έως τις 8 το βράδυ να ανακοινώσει τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου. Εν τω μεταξύ, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, που προέκρινε τη λύση Καραμανλή, ήλθε σε επαφή με τον πρώην πρωθυπουργό, που ζούσε αυτοεξόριστος στο Παρίσι από το 1963, και του ζήτησε να επιστρέψει το ταχύτερο δυνατό στην Ελλάδα (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ). Στις 6:30 το απόγευμα, ο Αβέρωφ, με υπόδειξη του Γκιζίκη, τηλεφώνησε στον Κανελλόπουλο και του ανακοίνωσε την άρση της εντολής που του είχε ανατεθεί. Στις 8 το βράδυ επαναλήφθηκε η σύσκεψη με τους πολιτικούς αρχηγούς και επικυρώθηκε η απόφαση για την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Βαλερί Ντ’ Εστέν διέθεσε πάραυτα το προσωπικό του αεροπλάνο για την άμεση επιστροφή του Καραμανλή, ο οποίος αφίχθη στο αεροδρόμιο του Ελληνικού στις 2 το πρωί της 24ης Ιουλίου κι έγινε δεκτός από ένα τεράστιο πλήθος πολιτών, που τον χαιρετούσε κυριολεκτικά ως ελευθερωτή. Στις 4 το πρωί, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, στρατηγού Φαίδωνα Γκιζίκη.

Επέστρεψε στην ελληνική πρωτεύουσα στις 24 Ιουλίου 1974 κι ανέλαβε αμέσως την πρωθυπουργία, ηγούμενος κυβερνήσεως εθνικής ενότητας.

Εκλογές διεξήχθησαν στις 17 Νοεμβρίου 1974 και σε αυτές το κόμμα που ίδρυσε — η «Νέα Δημοκρατία» — εξασφάλισε το 54,37% των ψήφων (220 έδρες επί συνόλου 300). Τον Δεκέμβριο του 1974 προχώρησε σε δημοψήφισμα για οριστική ρύθμιση του πολιτειακού ζητήματος. Το 70% του ελληνικού λαού ετάχθη υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας και η χώρα απηλλάγη οριστικά από τη δυναστεία των Γκλύξμπουργκ.

 

Στις επόμενες εκλογές (28 Νοεμβρίου 1977) κέρδισε και πάλι τη μάχη αλλά με μικρότερο ποσοστό (41,68%), σχηματίζοντας για μια ακόμη φορά αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αφού έκανε διπλωματικά ανοίγματα προς τις βαλκανικές χώρες, τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, τη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα, στις 28 Μαίου 1979 ενέταξε την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Το 1980, χωρίς να εξαντλήσει τη θητεία του ως πρωθυπουργός, υπέβαλε υποψηφιότητα κι εξελέγη από τη Βουλή των Ελλήνων πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Στο ύψιστο αυτό αξίωμα παρέμεινε μέχρι τον Μάρτιο του 1985, αφού παραιτήθηκε από το υπόλοιπο της θητείας του η οποία έληγε στα μέσα του Μαΐου του ίδιου χρόνου. Η απόφαση του Καραμανλή ελήφθη μετά την ανακοίνωση του κυβερνώντος κόμματος ΠΑΣΟΚ ότι θα υπεστήριζε για την προεδρία της Δημοκρατίας τον Αρεοπαγίτη Χρίστο Σαρτζετάκη, ο οποίος και εξελέγη τελικά πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας στα τέλη Μαρτίου του 1985. Στο αξίωμα του προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας επανεξελέγη το 1990 και υπηρέτησε μέχρι το 1995.

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image