Καστελιώτισσα

Image

Ο Στέφανος Λουζινιανός αναφέρει ανάμεσα στις εκκλησίες που υπήρχαν στη Λευκωσία την εποχή του την εκκλησία της Ste Claire που επονομαζόταν Καστελιώτισσα: «L’ eglise Saincte Claire, appellee Castelliotisse, c’est a dire, Chastillonnette». Κατά τον Στ. Λουζινιανό η εκκλησία αυτή κτίσθηκε στη θέση ενός κάστρου που είχαν καταστρέψει και κατεδαφίσει οι Templiers. Δυστυχώς τίποτε δεν είναι γνωστό για την εκκλησία αυτή. Ούτε η ακριβής θέση της ούτε ο χρόνος που κτίσθηκε. Στα τελευταία χρόνια θεωρήθηκε, τελείως αβάσιμα, σαν εκκλησία της Παναγίας Καστελιώτισσας («Madonna del Castellο») μια μεγάλη ορθογώνια γοτθική αίθουσα διαστάσεων 26X11,50 μ. περίπου στα νότια της πύλης Πάφου. Η αίθουσα αυτή, γνωστή με το τουρκικό όνομα «Τοπ Χανέ» (οπλαποθήκη ή αποθήκη πυρομαχικών πυροβολικού) είναι τμήμα ενός μεγάλου κτιριακού συμπλέγματος, πιθανότατα του Λουζινιανικού Ανακτόρου. Περιορισμένης κλίμακας έρευνα που έγινε έφερε σε φως θεμέλια του συμπλέγματος αυτού δυτικά της αίθουσας αυτής, που προχωρούν κάτω από τον παρακείμενο δρόμο και το τείχος και φθάνουν μέχρι το κτίριο της Αρχής Τηλεπικοινωνιών δυτικά του τείχους και της πύλης Πάφου.

 

Το 1847 ο de Mas Latrie περιγράφει την αίθουσα αυτή, που βρισκόταν στο στρατόπεδο του πυροβολικού των Τούρκων, ως εξής: Η καμάρα και τα τόξα κι οι νευρώσεις είναι οξυκόρυφα˙ οι τοίχοι είναι εξαιρετικά παχείς και στήριζαν ένα ή περισσότερους ορόφους πλήρως κατεδαφισμένους. Μια στενή σκάλα είναι η μόνη πρόσβαση στην καμαροσκέπαστη αυτή υπόγεια αίθουσα. Η αίθουσα αυτή είχε μετατραπεί τότε σε μύλο σιταριού. Τα μεγάλα τοξωτά ανοίγματα στους μακρούς τοίχους φανερώνουν ότι η αίθουσα αποτελούσε τμήμα μεγαλυτέρου συμπλέγματος, που εκτεινόταν όχι μόνο δυτικά αλλά και στα βόρεια και τα νότια.

 

Δυστυχώς έκτοτε η αίθουσα αυτή έχει υποστεί πολλές επεμβάσεις. Ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα είχε ξανακτισθεί όπως αναφέρει ο C. Enlart. Τότε πιθανότατα ή και προηγουμένως όταν εχρησιμοποιείτο σαν αλευρόμυλος, οι εσωτερικές επιφάνειες της αίθουσας αυτής, που ήσαν τετραγωνισμένοι πωρόλιθοι, καλύφθηκαν με στρώμα γύψου. Γύρω στα 1920 είχε χρησιμοποιηθεί σαν αποθήκη πετρελαιοειδών. Το 1938 η αίθουσα αυτή περιήλθε στην εξουσία του Τμήματος Αρχαιοτήτων που ανέλαβε την συντήρησή της και μικρής έκτασης ανασκαφική έρευνα η οποία αφαίρεσε την μεγάλη επίχωση που έκαμνε την αίθουσα αυτή υπόγεια, έφερε σε φως στα δυτικά θεμέλια και τοίχους του κτιρίου στο οποίο αυτή ανήκει. Αν και οριστική γνώμη για τη φύση και το μέγεθος του κτιρίου στο οποίο ανήκει η Καστελλιώτισσα δεν μπορεί να γίνει χωρίς συστηματική ανασκαφή της περιοχής, ήδη από το 1847 ο de Mas Latrie εξέφρασε την άποψη ότι η αίθουσα αυτή αποτελεί τμήμα των ανακτόρων των Λουζινιανών. Η άποψη αυτή που συμμερίσθηκε και ο C. Enlart θεωρείται σήμερα η πιο σωστή. Ίσως και η ονομασία της περιοχής σαν «Ρογιάτικο» να μη είναι άσχετη. Όπως δηλαδή στο κτηματολογικό χάρτη της Λευκωσίας η περιοχή ονομάζεται «Τοπ - Χανέ» από την αίθουσα αυτή που χρησιμοποιήθηκε σαν αποθήκη πυρομαχικών, έτσι και οι Λευκωσιάτες ονόμασαν την περιοχή Ρογιάτικο (=βασιλικό) από το βασιλικό ανάκτορο που γκρέμισαν οι Βενετοί όταν έκτισαν τα τείχη της Λευκωσίας.

 

Σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι δεν επρόκειτο για ναό αλλά για οικοδόμημα (ορθότερα: τμήμα του όλου συμπλέγματος του παλαιοτέρου ανακτόρου των Λουζινιανών) το οποίο είχε καταστραφεί από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου κατά την εισβολή του 1426. Ή, εάν όχι αυτού τούτου του ανακτόρου, πιθανώς αποτελούσε τμήμα των μοναστηριακών εγκαταστάσεων (αλλά όχι του ναού) του φημισμένου μοναστηριού του Αγίου Δομινίκου. Το μοναστήρι αυτό ευρισκόταν στο ίδιο μεγάλο οικοδομικό σύμπλεγμα του ανακτόρου των Λουζινιανών.

 

Το Τμήμα Αρχαιοτήτων προέβη κατά τα τελευταία χρόνια σε εκτενείς εργασίες συντήρησης του μνημείου αυτού και προβολής του. Σήμερα δε η μεγάλη αίθουσα της «Καστελιώτισσας» απέκτησε και λειτουργική αξία, χρησιμοποιούμενη για εκθέσεις τέχνης, μουσικές συναυλίες, διαλέξεις και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.