Λογοτεχνία στην Κύπρο

Η Λογοτεχνία την περίοδο του Μεσοπολέμου 1919 -1939 αιώνα

Image

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η συντριπτική πλειονότητα τού - κατά βάση αγροτικού - πληθυσμού της Κύπρου παραμένει αναλφάβητη και, χρεωμένη στους τοκογλύφους, ζει μέσα σε συνθήκες φτώχιας και εξαθλίωσης, τουλάχιστον ώς τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα αναμφίβολα συντελεί αρνητικά στην ανάπτυξη της λογοτεχνίας και κάθε άλλο παρά συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού κλίματος για την κυκλοφορία των Ποιημάτων (1911) του Βασίλη Μιχαηλίδη ή, λίγο αργότερα, των ιδιόμορφων πεζών και της πρώτης σειράς διηγημάτων (1919- 1921) του Νίκου Νικολαΐδη ή, ακόμη, του πρώτου τόμου των Τζυπριώτικων Τραουδκιών (1923) του Δημήτρη Λιπέρτη, καθώς και άλλων έργων διαφόρων λογοτεχνών.

 

Εντούτοις, στην κυπριακή κοινωνία, πριν από το τέλος ακόμη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μια ομάδα μορφωμένων ανθρώπων, κάτω από την επίδραση των πιο προωθημένων ιδεολογικών ρευμάτων της εποχής, διεκδικεί δυναμικά, μέσω της έκδοσης εφημερίδων και περιοδικών, την παρέμβασή της όχι μόνο στα λογοτεχνικά και πνευματικά πράγματα του τόπου, αλλά και εν γένει στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Ήδη, επίσης, από το 1919 ιδρύονται οι πρώτες συντεχνίες και το εργατικό κίνημα κάνει αισθητή την παρουσία του, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η ίδρυση των πρώτων κομμάτων θα είναι πια γεγονός. Οι νέες αυτές συνθήκες θα επηρεάσουν σαφώς και τις λογοτεχνικές αναζητήσεις των Κυπρίων, που θα προσπαθήσουν να ανταποκριθούν στις ανησυχίες των νέων καιρών. Είναι στην ατμόσφαιρα αυτή, που θα κάνει την εμφάνισή της η γενιά των λογοτεχνών του Μεσοπολέμου με επίκεντρο αρχικά τη Λεμεσό, όπου και τυπώνει τα πρώτα της βιβλία (Γλαύκος Αλιθέρσης, Νίκος Νικολαΐδης).

 

Οι λογοτέχνες αυτοί (όπως και οι Αντώνης Ιντιάνος, Παύλος Κριναίος, Γιάννης Λεύκης, Αιμίλιος Χουρμούζιος κ.ά.) θα συσπειρωθούν σε περιοδικά με σαφείς προοδευτικές γλωσσικές, αισθητικές και ιδεολογικές θέσεις, όπως η Αβγή. Χωρίς να αποτελούν σχολή, οι λογοτέχνες αυτοί φέρουν, ωστόσο, διακριτά κάποια κοινά στοιχεία. Η μαχητική προώθηση του δημοτικισμού, ο οραματισμός τους και μια πλατύτερη θεώρηση της ζωής θα δώσουν έναν καινούριο, ανθρώπινο και λυρικό τόνο στο έργο τους. Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) Περιοδικό Αβγή (Λεμεσός, 1924-1925) 

Η ανανεωτική αυτή κίνηση θα χαρακτηριστεί στο εξής και από την ιδιοτυπία του γεωγραφικού πολυμερισμού της. Αν και σταδιακά, από τη δεκαετία του 1930, κέντρο της λογοτεχνικής και πνευματικής ζωής της Κύπρου θα αναδειχθεί πλέον η Λευκωσία (όπου την ίδια περίοδο θα κυκλοφορήσει το σημαντικό λογοτεχνικό περιοδικό Κυπριακά Γράμματα), οι Κύπριοι λογοτέχνες δημιουργούν ταυτόχρονα στην Κύπρο, στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο και στην Αθήνα. Ο πολυμερισμός αυτός προωθεί τους λογοτέχνες σε μια αμεσότερη επικοινωνία με τις νέες τάσεις και τους επιτρέπει να εδραιώσουν με το έργο τους έναν αξιόλογο προσανατολισμό κοινωνικής και ψυχογραφικής διερεύνησης.

 

Επιδράσεις

Παράλληλα, η γενιά των Κυπρίων λογοτεχνών του Μεσοπολέμου, με γλωσσικό όργανο την πανελλήνια κοινή, παρακολουθεί, στις καλύτερες περιπτώσεις, τα λογοτεχνικά ρεύματα του ελληνικού μητροπολιτικού κέντρου με άμεσες ή έμμεσες επιδράσεις στο έργο τους από τον Κωστή Παλαμά, τον Κώστα Βάρναλη, τον Άγγελο Σικελιανό και τον Κώστα Καρυωτάκη. «Όμως το έμπειρο μάτι», όπως παρατηρεί ο κριτικός Κώστας Προυσής, «μπορεί να ξεχωρίσει το κυπριακό υπόστρωμα, τόσο στην ψυχική τους διάθεση όσο και στη μορφή». Άλλωστε, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ο περιφερειακός και διαλεκτικός χαρακτήρας της κυπριακής λογοτεχνίας της εποχής. Ο Δημήτρης Λιπέρτης αποτελεί, από την άποψη αυτή, τον δεύτερο (μετά τον Βασίλη Μιχαηλίδη) σημαντικό σταθμό στην ανάδειξη και λογοτεχνική αξιοποίηση της κυπριακής διαλέκτου, αλλά και στην εξεικόνιση του κοινωνικού χώρου του νησιού, όπου την εποχή αυτή συγκρούονται ο παλιός με το νέο κόσμο, χωρίς ταυτόχρονα να παραγνωρίζονται οι εθνικοί πόθοι του κυπριακού ελληνισμού. Την ίδια περίοδο θα κάνει την εμφάνισή του και ο διαλεκτικός ποιητής Παύλος Λιασίδης, ο οποίος και θα καλλιεργήσει την ποίηση στο κυπριακό ιδίωμα για περισσότερο από μισό αιώνα. Όμως, ο διαλεκτικός χαρακτήρας της ποίησής του (όπου κυριαρχούν ο έντονος κοινωνικός προβληματισμός και μια διάχυτη έκφραση διαμαρτυρίας) τον διαφοροποιεί τόσο από τον Βασίλη Μιχαηλίδη, όσο και από τον Δημήτρη Λιπέρτη. Από την άλλη, ο Γλαύκος Αλιθέρσης θα είναι ο πρώτος Κύπριος ποιητής που θα παρουσιάσει αξιόλογο έργο, χρησιμοποιώντας την πανελλήνια κοινή. Επιπλέον, είναι αυτός που θα καταφέρει, παρά τις παραδοσιακές καταβολές της ποιητικής του, να εγκαταλείψει, έστω μερικώς, τα παλιά σχήματα της παράδοσης και να ακολουθήσει μια νεότροπη εκφραστική.

 

Η περίπτωσή του, εντούτοις, αποτελεί εξαίρεση: η «βαριά σκιά» του Παλαμά Περιοδικό Κυπριακά Γράμματα (Λευκωσία, 1934-1956) Άγγελος Σικελιανός και Νίκος Νικολαΐδης. Aθήνα, γύρω στα 1915-1919  θα είναι κυρίαρχη στην κυπριακή ποίηση των χρόνων αυτών και κάτω από την άμεση επίδρασή του θα κινηθούν πολλοί ποιητές, όπως οι Λεωνίδας Παυλίδης, Ξάνθος Λυσιώτης, Παύλος Κριναίος, Χριστόδουλος Γαλατόπουλος κ.ά. Την ίδια περίοδο, μια ομάδα ποιητών προσπαθεί να μεταφυτεύσει στην Κύπρο το κλίμα της ελλαδικής γενιάς του ’20, μια ατμόσφαιρα παραίτησης και φυγής, όπου τον τόνο θα δίνουν ένα αίσθημα κόπωσης, ανικανοποίητου και ανίας, η έλλειψη πίστης σε οποιαδήποτε ιδανικό ή αξία.

 

Η νεοσυμβολιστικήνεορομαντική αυτή τάση (με εκπροσώπους ποιητές, όπως οι Δημητρός Μ. Δημητριάδης, Λευτέρης Γιαννίδης, Άντης Περνάρης κ.ά.) εμφανίζει μεγάλη διάρκεια και ιδιαίτερη ανθεκτικότητα, καθώς κάποιοι δημιουργοί ακολουθούν την ίδια γραμμή και κατά τα μεταπολεμικά χρόνια (όπως οι Πυθαγόρας Δρουσιώτης, Λώρος Φαντάζης, Γιώργος Φάνος κ.ά.). Ο Τεύκρος Ανθίας και ο Θοδόσης Πιερίδης θα ακολουθήσουν άλλες κατευθύνσεις και με έντονο τον κοινωνικό χαρακτήρα στο έργο τους, θα γίνουν οι εισηγητές μιας αγωνιστικής, επαναστατικής ποιητικής έκφρασης, που θα εμπλουτίσει και θα ανανεώσει θεματικά και υφολογικά την κυπριακή λογοτεχνία της εποχής. Πρόκειται για ποιητές, οι οποίοι κινήθηκαν στα μεγάλα κέντρα του ελληνισμού, στην Αθήνα και την Αλεξάνδρεια, όπου οι κοινωνικές παράμετροι ευνοούσαν ένα κλίμα επιδεκτικό των νέων ιδεολογικών ρευμάτων. Επίσης, κάποια στροφή προς την καθαρή ποίηση και ασαφείς υπερρεαλιστικές ενδείξεις θα παρατηρηθούν προς το τέλος του Μεσοπολέμου.

 

Τις νέες ανησυχίες και την ανάγκη ανανέωσης στην ποίηση θα εκφράσουν με το έργο τους ο Νίκος Βραχίμης και, πιο συγκροτημένα, ο Μάνος Κράλης. Την ίδια περίοδο του Μεσοπολέμου, με την επιρροή των σοσιαλιστικών ιδεών αλλά και της ελληνικής (Δημοσθένης Βουτυράς) και ευρωπαϊκής (Κνουτ Χάμσουν) ρεαλιστικής πεζογραφίας, η ηθογραφική τάση, κυρίαρχη ήδη στην πεζογραφία από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, υποχωρεί εμφανώς και αντικαθίσταται από ρεαλιστικές απεικονίσεις, με έμφαση, μάλιστα, στις αρνητικές πλευρές και καταστάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας.

 

Στα 1921, το βιβλίο του Νίκου Νικολαΐδη Διηγήματα (πρώτη σειρά) εστίαζε στην ανθρώπινη ζωή από μια άλλη οπτική γωνία, καθώς η διεισδυτική ψυχογραφία του συγγραφέα συνυφαινόταν με αξιολογικές-κριτικές διαθέσεις για την κοινωνική μοίρα του ανθρώπου. Με κοινωνικές προεκτάσεις και επηρεασμένο από προσωπικά του βιώματα θα είναι και το  πεζογραφικό έργο του Λουκή Ακρίτα. Ανάλογη θα είναι η ματιά, η προβληματική και το αισθητικό κλίμα της πεζογραφικής παραγωγής και άλλων συγγραφέων της περιόδου, όπως των Μελή Νικολαΐδη, Γιάννη Σταυρινού - Οικονομίδη, Μαρίας Ρουσσιά κ.ά. Εξαίρεση αποτελεί το πεζογραφικό έργο του Νίκου Βραχίμη, ο οποίος, ιδιαίτερα στη νουβέλα του Ο Άγνωστος (1944), θα κάνει χρήση του εσωτερικού μονολόγου, εισάγοντας καινότροπες εκφραστικές στην κυπριακή πεζογραφία και σπάζοντας την παραδοσιακή φόρμα της αφήγησης.

 

 

Πηγή:

  1. Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας Τόμος Β΄ Συντακτική ομάδα: Λεύκιος Ζαφειρίου, Φιλόλογος Γιώργος Μύαρης, Φιλόλογος Αλέξανδρος Μπαζούκης, Φιλόλογος