Κίμπερλυ Τζον Γούντχαουζ, πρώτος κόμης του Κίμπερλυ John Wodehouse, first Earl of Kimberley

Image

Άγγλος πολιτικός. Γεννήθηκε το 1826 και πέθανε το 1902. Ανήκε στο κόμμα των Φιλελευθέρων και υπηρέτησε σαν υφυπουργός Εξωτερικών το 1852 - 1856 και 1859 -1861, ενώ στο ενδιάμεσο των δυο αυτών περιόδων διετέλεσε πρεσβευτής της Αγγλίας στη Ρωσία. Το 1864 - 1866 υπηρέτησε σαν γενικός διοικητής της Ιρλανδίας. Το 1866 πήρε τον τίτλο του κόμητα του Κίμπερλυ. Όταν ο Γλάδστων σχημάτισε την πρώτη του κυβέρνηση ο Κίμπερλυ υπηρέτησε σαν λόρδος σφραγιδοφύλακας (1868 - 1870) και σαν υπουργός Αποικιών (1870- 1874). Ο Κίμπερλυ ανέλαβε ξανά το υπουργείο Αποικιών, όταν ο Γλάδστων σχημάτισε τη δεύτερή του κυβέρνηση, από τις 28 Απριλίου 1880 μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου 1882, οπότε μετατέθηκε στο Γραφείο Ινδιών (1882 - 1885 και από το Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο του 1886). Το 1891 διαδέχτηκε τον λόρδο Γκράνβιλ σαν αρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων στη Βουλή των Λόρδων. Τελευταίο αξίωμα που κατέλαβε ήταν εκείνο του υπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση του λόρδου Ρόζμπερυ (1894 - 1895).

 

Ο Κίμπερλυ σαν υπουργός Αποικιών (1880 - 1882) ανέλαβε από τις 6 Δεκεμβρίου 1880 τις υποθέσεις της Κύπρου, που από την αγγλική κατοχή του 1878 είχαν ανατεθεί, λόγω των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες είχε καταληφθεί η Κύπρος, στο υπουργείο Εξωτερικών. Η ανάθεση των υποθέσεων της Κύπρου στο υπουργείο Αποικιών σήμαινε ένα περαιτέρω βήμα για εδραίωση της — σύμφωνα με τις συνθήκες — προσωρινής κατοχής της Κύπρου από την Αγγλία και την εφαρμογή και στην Κύπρο της διοικητικής πείρας του υπουργείου Αποικιών που χειριζόταν τις υποθέσεις της τεράστιας και ανομοιογενούς Βρετανικής αυτοκρατορίας. Ο Κίμπερλυ, όπως και ο Γλάδστων και τα άλλα ηγετικά στελέχη του κόμματος των Φιλελευθέρων, είχαν δει με πολύ επικριτικό φακό τη σύναψη της Αγγλοτουρκικής Σύμβασης της 4 Ιουνίου 1878, με την οποία η Αγγλία κατέλαβε την Κύπρο και θεωρούσαν τους όρους της συνθήκης πολύ βαρείς για την Αγγλία. Κατά τους πρώτους μάλιστα μήνες της ανόδου τους στην εξουσία είχαν προσπαθήσει να ακυρώσουν τη συμφωνία ή να τη βελτιώσουν με την κεφαλοποίηση του υποτελικού φόρου και εξαγορά της κατοχής της Κύπρου μ' ένα ποσό που θα μπορούσε να συμφωνηθεί ανάμεσα στην Αγγλία και την Τουρκία, αλλά δεν προχώρησαν πολύ προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί εν τω μεταξύ αποφασίστηκε η κράτηση του υποτελικού φόρου από την Αγγλία για την εξόφληση του πολεμικού    χρέους του 1855 της Τουρκίας προς την Αγγλία και τη Γαλλία, που αδυνατούσε να εξοφλήσει. Ο Γλάδστων σκεφτόταν ακόμη να παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα, αλλά οι σκέψεις του αυτές ματαιώθηκαν από την παρέμβαση της βασίλισσας Βικτώριας, η οποία, έχοντας πάρει τη γνώμη στρατιωτικών και ναυτικών εμπειρογνωμόνων, είχε πεισθεί ότι η Κύπρος θα ήταν πολύ χρήσιμη για τα αυτοκρατορικά συμφέροντα της Βρετανίας.

 

Ο Κίμπερλυ παρόλο που πίστευε ότι η μη ικανοποιητική συμφωνία με την οποία η Αγγλία κατέλαβε την Κύπρο θα δημιουργούσε πολλές δυσκολίες στη διοίκηση, δεν αντιτάχθηκε στην ανάληψη της ευθύνης για τη διοίκηση του νησιού από το υπουργείο των Αποικιών. Από την αρχή μάλιστα έσκυψε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη μελέτη των προβλημάτων και επέφερε μερικές αξιόλογες για την εποχή εκείνη βελτιώσεις και μεταρρυθμίσεις, με τις οποίες κέρδισε τη μεγάλη εκτίμηση των Ελλήνων της Κύπρου. Ο ιστορικός και πολιτευτής Φίλιος Ζαννέτος αναφέρει σχετικά τα εξής:

 

Οἱ φιλελεύθεροι, ἀποφασίσαντες κατ' ἀρχήν τήν ἐπί τό φιλελευθερώτερον διαρρύθμισιν τῶν καθ' ἡμᾶς, δέν ἠ δύναντο νά εὓρωσι μᾶλλον πεφωτισμένον καί ἐλευθέριον ὀργανωτικόν πνεῦμα ἀπό τό τοῦ Κίμβερλεϋ, οὗτινος ἡ εὐεργετική ἐπίδρασις ἀπέκτησε δικαιώματα εὐφήμου μνείας ἐν τῇ   ἱστορία τοῦ κυπριακοῦ λαοῦ.

(Ἱστορία τῆς Νήσου Κύπρου, τόμ. Β', Ἐν Λάρνακι, 1911, σ. 212).

 

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της αγγλικής κατοχής οι Ελληνοκύπριοι, όταν αντελήφθησαν τις διαθέσεις της συντηρητικής κυβέρνησης του Ντισραέλι και των δυο πρώτων αρμοστών Sir Garnet Wolseley και Sir Robert Biddulph να διατηρήσουν όλα τα οθωμανικά συστήματα και να προωθούν αυταρχικά μέτρα για να συγκρατήσουν και καταπνίξουν την εκδήλωση εθνικών πόθων εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων, ενώ ταυτόχρονα η διοίκηση αναγκαζόταν να διατηρεί τη βαριά φορολογία, διότι χώλαινε σοβαρά λόγω ελλείψεως πόρων, άρχισαν να αντιδρούν έντονα με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια δυσάρεστη ατμόσφαιρα ανάμεσα σ' αυτούς και τους Άγγλους κυριάρχους του νησιού. Η άνοδος του Γλάδστωνος στην εξουσία τον Απρίλιο του 1880 είχε χαιρετισθεί από τους Έλληνες σαν η απαρχή για μια φιλελεύθερη διακυβέρνηση. Και ο Γλάδστων είχε υποσχεθεί ότι θα έκαμνε ό,τι μπορούσε, για να βελτιώσει τις συνθήκες της Κύπρου.

 

Ο Κίμπερλυ κινήθηκε μέσα σ' αυτό το κλίμα και έφερε τις ακόλουθες αλλαγές:

 

1) Στην εκπαίδευση: Τα εκπαιδευτικά ζητήματα ανακινήθηκαν από τον αρμοστή Biddulph, ο οποίος με επιστολή του της 27 Ιουλίου 1880 προσπάθησε, έχοντας τη σύμφωνη γνώμη του διοικητή Λάρνακας CD. Cobham και του επιθεωρητή των σχολείων Αγγλικανού ιερέα Ιωσία Σπένσερ, να εισαγάγει την αγγλική γλώσσα στα ελληνικά και τουρκικά σχολεία της Κύπρου, παραμερίζοντας τις δυο γλώσσες των κατοίκων της Κύπρου.

 

Ο Κίμπερλυ, αφού μελέτησε τις συναφείς προς την παιδεία εκθέσεις, χάραξε στις 10 Ιουνίου 1881 μια πολιτική που διέφερε αρκετά από τις προθέσεις του αρμοστή. Θα δινόταν μικρή βοήθεια για να τονωθούν οι προσπάθειες των κατοίκων για την παιδεία, θα καταρτιζόταν ένα σύστημα επιθεωρήσεως των σχολείων και θα εδημιουργείτο ένα εκπαιδευτικό συμβούλιο. Ως προς τη γλώσσα οι απόψεις του ήσαν κατηγορηματικές:

 

«Το θεωρώ ανωφελές» έγραψε ο Κίμπερλυ, «να γίνει προσπάθεια ώστε η Αγγλική να καταστεί το μέσον της εκπαιδεύσεως, ή να τεθεί σαν γλώσσα για γενική χρήση στο ίδιο επίπεδο με τις δυο αρχαίες γλώσσες της νήσου. Λαμβάνοντας υπόψη την πλούσια και ποικίλη φιλολογία της αρχαίας Ελλάδος, και τη μεγάλη πρόοδο που η σύγχρονη Ελλάδα έχει επιτελέσει στην παιδεία από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, φαίνεται σε μένα αναμφίβολα ότι η Ελληνική, που είναι η γλώσσα της πλειοψηφίας των κατοίκων της Κύπρου, θεωρούμενη σαν μέσον εκπαιδεύσεως παρέχει άφθονα μέσα όχι μόνο για μια συνηθισμένη εκπαίδευση αλλά και για την επίτευξη υψηλού βαθμού πνευματικής καλλιέργειας» (C. 2930 σ. 136).

 

Από τότε η ελληνική παιδεία αφέθηκε ανενόχλητη για αρκετό καιρό, για να συνεχίσει τον αργό, αλλά σταθερό δρόμο της ανάπτυξής της με την πρωτοβουλία και τις οικονομικές θυσίες των ίδιων των Κυπρίων με μια πολύ μικρή κρατική χορηγία.

 

2) Στην οικονομία: Ο Κίμπερλυ παρακολούθησε με ανησυχία τις οικονομικές δυσκολίες της κυπριακής κυβέρνησης. Απευθυνόμενος στις 18 Ιουλίου 1881 προς το Θησαυροφυλάκιο ο Meade, ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Αποικιών, έγραψε ότι ο Κίμπερλυ «βλέποντας το συντριπτικό βάρος του υποτελικού φόρου θεωρεί το μέλλον με ενδοιασμό και αμφιβάλλει κατά πόσον, τουλάχιστον για αρκετό χρόνο, η νήσος μπορεί να αναμένεται ότι θα προμηθεύει από τις δικές της πηγές όλα τα έξοδα της διοίκησης, ακόμη και στην πιο χαμηλή κλίμακα, που μπορεί χωρίς ντροπή να γίνει δεκτή σε μια νήσο κάτω από τη διακυβέρνηση της βασίλισσας» (C. 3005, σ. 7).

 

Επειδή οι χρονιές 1880 - 81 και 1881 - 82 άφησαν σημαντικά ελλείμματα   στον προϋπολογισμό, η αγγλική Βουλή, ύστερα από εισήγηση του υπουργείου Αποικιών, ψήφισε σαν χορηγία προς την κυβέρνηση της Κύπρου £78.000 την πρώτη χρονιά και £90.000 τη δεύτερη, που μαζί με τη χορηγία από £87.000 το 1903-4 ήσαν τα μεγαλύτερα ποσά που ψηφίστηκαν από την αγγλική Βουλή καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 1878-1927, που η Κύπρος πλήρωνε τον υποτελικό φόρο.

 

Το φθινόπωρο του 1881, σε μια προσπάθεια να τεθούν τα οικονομικά της Κύπρου πάνω σε πιο υγιείς βάσεις, εστάλη στην Κύπρο από τον Κίμπερλυ ο ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου του και ειδικός από τότε και στο εξής για τις κυπριακές υποθέσεις Edward E. Fairfield, o οποίος αφού μελέτησε την επικρατούσα στο νησί κατάσταση υπέβαλε το 1882 λεπτομερή έκθεση στο υπουργείο του. Πάνω στις εισηγήσεις του στηρίχτηκε η οικονομική πολιτική της «αργής ανάπτυξης» της Κύπρου, που εφάρμοσε ο διάδοχος του Κίμπερλυ στο υπουργείο Αποικιών λόρδος Derby το 1883-84.

 

3) Στη δικαιοσύνη: Από τις πιο θετικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν επί Αγγλοκρατίας στην Κύπρο ήταν η ριζική αλλαγή του δικαστικού συστήματος που πρότεινε ο Κίμπερλυ τον Ιούλιο του 1881, και που αποφασίστηκε με το Διάταγμα της Βασίλισσας εν Συμβουλίω στις 30 Νοεμβρίου 1882, και εφαρμόστηκε από το Μάρτιο και Μάιο του 1883.

 

Από την αρχή της αγγλικής κατοχής οι Ελληνοκύπριοι είχαν εκφράσει πολύ έντονα παράπονα για τη διατήρηση του οθωμανικού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης καθώς και των καδήδων σαν δικαστών, που δίκαζαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του κορανίου και που, όπως και οι Άγγλοι το διαπίστωσαν αμέσως, δωροδοκούνταν ασύστολα. Ο Κίμπερλυ, αφού μελέτησε το υφιστάμενο σύστημα, πρότεινε όπως ως προς τη νομοθεσία διατηρηθεί προσωρινά τουλάχιστον η ισχύς του οθωμανικού νόμου, όπως θα ετροποποιείτο από την τοπική νομοθεσία, για τους Οθωμανούς υπηκόους, δηλαδή για τους Κυπρίους, και η χρήση του βρετανικού νόμου για όλους τους ξένους. Ο βρετανικός κώδικας για την ποινική διαδικασία, που ως τότε εφαρμοζόταν μόνο στο Ανώτερο Δικαστήριο, θα εισαγόταν σε όλα τα νέα υπό ίδρυση δικαστήρια. Όλα τα υφιστάμενα οθωμανικά δικαστήρια (Τεμυίζ, Τααβί και Τιτζιαρέτ) καθώς και το Ανώτερο Δικαστήριο θα καταργούνταν. Θα διατηρούνταν μόνο τα μουσουλμανικά θρησκευτικά δικαστήρια Mehkeme- i - sheri, που προνοούνταν από το παράρτημα της Συνθήκης της 1.7. 1878, και στα οποία αποκλειστικά θα περιορίζονταν οι καδήδες. Στα άλλα δικαστήρια θα διορίζονταν Άγγλοι δικαστές ως πρόεδροι και Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι προσοντούχοι δικαστές ως πάρεδροι. Θα ιδρύονταν εφετείο με δυο Άγγλους δικαστές, επαρχιακά δικαστήρια με τρεις δικαστές, πρωτοδικεία και ειρηνοδικεία ή κωμοδικεία, τα τελευταία σε 9 από τα κυριότερα χωριά, δηλαδή: Μόρφου, Πέρα, Λεύκαρα, Λευκόνοικο, Λεονάρισσο, Καλό Χωριό, Κοιλάνι, Κελοκέδαρα και Χρυσοχού.

 

Πάνω σ' αυτές τις βάσεις λειτούργησε με μεγάλη επιτυχία και εξελίχθηκε το σύστημα της απονομής δικαιοσύνης στην Κύπρο.

 

4) Στο Νομοθετικό Συμβούλιο: Το πρώτο Νομοθετικό Συμβούλιο που λειτούργησε από την πρώτη χρονιά της αγγλικής κατοχής αποτελείτο από 4 επίσημα μέλη και 3 Κυπρίους (2 Χριστιανούς και 1 Μουσουλμάνο), που διορίζονταν από τον αρμοστή. Το Συμβούλιο αυτό ήταν εντελώς απαράδεκτο από τον ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος ζητούσε το δικαίωμα να εκλέγει τους αντιπροσώπους του σύμφωνα με την πληθυσμιακή αναλογία Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

 

Από τις σπουδαιότερες μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε η φιλελεύθερη κυβέρνηση του Γλάδστωνος μέσω του υπουργείου Αποικιών, το οποίο διηύθυνε ο Κίμπερλυ, ήταν η παραχώρηση του λεγόμενου «συντάγματος»,    δηλαδή ενός εκλεγόμενου Νομοθετικού Συμβουλίου. Την ανακοίνωση έκανε ο Κίμπερλυ στις 10 Μαρτίου 1882. Σύμφωνα με το νέο «σύνταγμα» που ρυθμίστηκε με το Διάταγμα της Βασίλισσας εν Συμβουλίω στις 30.11.1882 το Νομοθετικό Συμβούλιο θα απαρτιζόταν από 6 επίσημα μέλη (από τον αρμοστή και άλλους 5 ανώτατους αξιωματούχους της κυβέρνησης που θα διορίζονταν από τον αρμοστή), και από 12 εκλελεγμένα μέλη, δηλαδή 9 Ελληνοκυπρίους και 3 Τουρκοκυπρίους. Ήταν φανερό από τη σύνθεση αυτή του Συμβουλίου ότι τα 6 επίσημα μέλη συνασπιζόμενα με τους 3 Τουρκοκυπρίους και έχοντας τη νικώσα ψήφο του κυβερνήτη θα μπορούσαν να εξουδετερώνουν οποιαδήποτε προσπάθεια των 9 Ελλήνων για προώθηση ανεπιθύμητης νομοθεσίας ή ψηφίσματος.

 

Το Συμβούλιο αυτό δεν θα είχε το δικαίωμα να αλλάξει τη φορολογία, ούτε να επιβάλει νέα φορολογία χωρίς την έγκριση της βρετανικής κυβέρνησης. Ορισμένα ποσά θα βάρυναν μόνιμα τις κυπριακές προσόδους και δεν μπορούσαν να ακυρωθούν ή να τροποποιηθούν. Αυτά ήσαν ο υποτελικός φόρος (£92.7991, ο μισθός του αρμοστή (£4.000), τα έξοδα του γραφείου του (£600), οι μισθοί των δικαστών και τα έξοδα λειτουργίας των δικαστηρίων (£13.000) και οι μισθοί των επισήμων μελών του Νομοθετικού Συμβουλίου (£5.000).

 

Δικαίωμα ψήφου θα είχαν όλοι οι άρρενες κάτοικοι της Κύπρου ηλικίας άνω των 21 χρόνων που πλήρωναν το φόρο βεργκί (κτηματικό φόρο). Η Κύπρος θα χωριζόταν σε τρεις εκλογικές περιφέρειες, από κάθε μια των οποίων θα εκλέγονταν 4 μέλη (3 Έλληνες και 1 Τούρκος). Οι περιφέρειες αυτές θα ήσαν οι επαρχίες: (α) Λευκωσίας και Κερύνειας, (β) Αμμοχώστου και Λάρνακας και (γ) Λεμεσού και Πάφου.

 

Οι πρώτες εκλογές έγιναν στις 28 και 29 Μαϊου 1883.

 

Το «σύνταγμα» αυτό, παρόλες τις μεταγενέστερες επικρίσεις του από τους Ελληνοκυπρίους, χαιρετίστηκε στην αρχή με μεγάλη ικανοποίηση. Οι Τουρκοκύπριοι, που ανησύχησαν ότι θα κινδύνευαν τα προνόμιά τους, καθησυχάστηκαν από τους Άγγλους και πολύ γρήγορα διαπίστωσαν ότι είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για προστασία τόσο των προνομίων τους, όσο και της θέσης της αγγλικής διοίκησης.

 

Με την παραχώρηση του «συντάγματος» αυτού ενισχυόταν ακόμη πιο πολύ η βρετανική κατοχή της Κύπρου, διότι εισάγονταν θεσμοί που δεν υπήρχαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ενώ λειτουργούσαν στις βρετανικές αποικίες του στέμματος. Δινόταν επίσης κάποιος λόγος στους Κυπρίους να αποφασίζουν για τα οικονομικά του νησιού τους. Εδημιουργείτο ένα σώμα στο οποίο κυβερνώντες και κυβερνώμενοι αντάλλασσαν απόψεις και γνώριζαν καλύτερα τις σκέψεις, τις επιθυμίες και τις προθέσεις της κάθε πλευράς. Ταυτόχρονα όμως λόγω της σύνθεσης του Συμβουλίου και της εξουδετέρωσης της φωνής της ελληνικής πλειοψηφίας, εδημιουργείτο σιγά, αλλά σταθερά η δυσαρέσκεια για την αδυναμία του Συμβουλίου να επιλύσει τα σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα του τόπου και η απαίτηση για μια περαιτέρω ανέλιξη του θεσμού αυτού, ώστε να γίνει περισσότερο αντιπροσωπευτικός και φιλελεύθερος.

 

Β. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ