Κερύνεια πόλη

Ο Μαχαιράς περιγράφει την πολιορκία της πόλης

Image

Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς περιγράφει πολύ παραστατικά τον πόλεμο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Κερύνειας από τους Γενουάτες το 1374 (Χρονικόν, παρ. 472 - 480 και 495 - 498, έκδοση «Φιλόκυπρος», 1982). Δίνουμε πιο κάτω εκτενή αποσπάσματα σε μετάφραση Α. Παυλίδη:

 

...Ο κοντοσταύλης κι η βασίλισσα διέταξαν και σηκώθηκαν οι γέφυρες και καρφώθηκαν οι πύλες. Τότε ήλθαν οι Γενουάτες και τους είπανε με ευγένειες: «Καλέ κύριοι, δώστε το κάστρο στον αφέντη του!» Οι άνθρωποι του κάστρου απάντησαν: «Το κάστρο ανήκει στον κύριό μας το βασιλιά, κι εμείς είμαστε δικοί του άνθρωποι! Χωριστείτε από τον κύριό μας, κι ας έλθει εκείνος να παραλάβει το κάστρο του!" Τότε (...) έριξαν από μέσα μπάλες εναντίον τους και πέτρες κι άλλα βλήματα με τους καταπέλτες, κι έφθαναν οι πέτρες μέχρι τις σκηνές τους, καθώς και η ελληνική φωτιά. Και πολλούς πλήγωσαν. Τότε μετέφεραν το στρατόπεδό τους πιο πίσω ώστε να μην τους κτυπά κανένα όπλο κι άρχισαν τις συγκρούσεις. Και άρχισαν να φτιάχνουν σκάλες και να ετοιμάζουν πέτρες και μηχανές και καταπέλτες. Και τα τέλειωσαν μέχρι τις 3 Φεβρουαρίου.

 

Και το Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου του 1374 μετά Χριστόν, ετοιμάστηκαν για μάχη οι Γενουάτες κι είχανε και 20 σκάλες μαζί τους. Βέβαια, υπήρχαν πολλές σκάλες στη Λευκωσία και τους έστειλε απ' εκεί ο Ναύαρχος, όμως οι Βούλγαροι επετέθησαν και τις πήρανε και τις μετέφεραν στον Άγιο Ιλαρίωνα. Σκότωσαν δε κι εκείνους που τις έπαιρναν στην Κερύνεια, κι όσους συνέλαβαν ζωντανούς τους έριξαν στις φυλακές του Αγίου Ιλαρίωνα, κι οι Γενουάτες ακόμη τους περίμεναν...

 

Τότε πήραν το στρατό τους οι Γενουάτες και βάδισαν κατά της Κερύνειας. Κι αμέσως έκοψαν κλαδιά από δέντρα που τα έριξαν στην τάφρο της Κερύνειας και πήραν τις σκάλες και τις ακούμπησαν στα τείχη, κι όσα ξερά ξύλα μπόρεσαν να βρουν τα έριξαν στην τάφρο. Ο κοντοσταύλης διέταξε κανένας Κερυνειώτης να μη φανεί στα τείχη. Βλέποντας οι Γενουάτες πως κανένας δε φαινόταν στις πολεμίστρες, ξεθάρρεψαν και νόμισαν πως με την πρώτη τους επίθεση οι άλλοι θα παραδίδονταν. Κι είπανε κιόλας στο βασιλιά: «Μη σκοτίζεσαι, και σε δυο ώρες θα μπούμε στην Κερύνεια».

 

...Τότε έφτιαξαν μεγάλες ξύλινες ασπίδες1 και σκάλες κι επέστρεψαν πάλι. Κι οι άλλες σκάλες ήσαν εκεί, ακουμπισμένες στα τείχη. Και πάλι διαλάλησαν: «Ο πρώτος που θ' ανέβει στο κάστρο από τις σκάλες και στήσει σημαία, θα πάρει 1.000 νομίσματα». Όταν τ' άκουσαν οι από μέσα, αμέσως έστησαν μια σημαία του βασιλιά. Πάλι ο διαλαλητής διαλάλησε: «Όποιος βάλει τη δεύτερη σημαία, θα έχει 500 νομίσματα». Και πάλι οι από μέσα ύψωσαν δεύτερη βασιλική σημαία. Και πάλι διαλάλησε: «Όποιος βάλει από τη σκάλα την τρίτη σημαία, θα έχει 300 νομίσματα". Και πάλι οι από μέσα ύψωσαν τρίτη σημαία. Και πάλι διαλάλησαν: «Όποιος βρεθεί ν' ανεβεί από τη σκάλα στο τείχος και να υψώσει την τέταρτη σημαία θα έχει 100 νομίσματα». Και πάλι οι από μέσα ύψωσαν την τέταρτη βασιλική σημαία και είπανε: «Οι σημαίες που θέλετε να υψώσετε έχουν τα σύμβολα του βασιλιά: Άπιστοι, προδότες Γενουάτες, εμείς υψώνουμε τις σημαίες του βασιλιά μας και τάσσουμε και τη ψυχή και το κορμί μας να προστατέψουμε το κάστρο για κείνον: Όταν θελήσει ο Θεός να μας λυτρώσει, θα φύγετε και σε κακή ώρα θα πάτε!». Κι αμέσως τους κτύπησαν και τους έδιωξαν. Μα επέστρεψαν και συγκρούστηκαν για 2 1/2 ώρες, κι οργίστηκαν πολύ οι από μέσα και σκότωσαν 400 απ' αυτούς που βρίσκονταν απ' έξω.

 

Και ανάμεσα σ' εκείνους που βρίσκονταν στόχαστρο ήταν ένας νεαρός, καλός τροφοδότης, που τέντωνε πολύ καλά το τόξο και τέντωνε για τον κοντοσταύλη2 που έριχνε πολύ καλά και δεν έχανε ούτε ένα βέλος. Κι εκείνη τη μέρα σκότωσαν 400 Γενουάτες. Κι εκείνος που όπλιζε για τον κοντοσταύλη - λεγόταν Νικολής Μαχαιράς - είπε στο σύντροφό του: «Χτύπα εκείνο τον Γενουάτη στην κεφαλή!» Κι ο άλλος ήταν έτοιμος κι έριξε και χτύπησε τον Γενουάτη. Ο Γενουάτης πόνεσε κι αντελήφθη πως είχε χτυπηθεί από βέλος και σήκωσε την παλάμη του για να ψηλαφήσει το κράνος του. Κι αμέσως ο Νικολής του ξανάριξε και το βέλος διαπέρασε την παλάμη και το κράνος του, και πέθανε...

 

Και την επαύριο, που ήταν η Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου του 1374 μετά Χριστόν, πολύ πρωί, βγήκαν από την κρυφή πόρτα της Κερύνειας 15 ανδρειωμένοι στρατιώτες. Κρατούσαν φωτιές που τις έβαλαν στην τάφρο κι έκαψαν ένα κατάλυμα καθώς και τα ξύλα3, ενώ ένα μέρος απ' αυτά τα κουβάλησαν μέσα στο κάστρο. Και γλίτωσαν από τη φωτιά δυο μακρές σκάλες και 10 σανίδια από το κατάλυμα. Τότε άρχισαν εκείνοι οι 15 άνδρες να βρίζουν τους Γενουάτες πολύ άσχημα, φωνάζοντάς τους: «Αν είστε ανδρειωμένοι, ελάτε να αγωνιστούμε!" Και τότε κρύφτηκαν οι 15, και οι από πάνω τους φώναζαν, βγήκαν τότε οι Γενουάτες και βάδισαν προς το κάστρο. Παρουσιάστηκαν ξαφνικά οι 15, κι οι Γενουάτες σήμαναν με τη σάλπιγγα την επίθεση. Κι αμέσως άνοιξαν την πύλη κι έριξαν τη γέφυρα του κάστρου.

 

Έκαναν αυτή την τολμηρή πράξη, επειδή η γέφυρα ήταν διπλή. Μπροστά υπήρχε μια μικρή γέφυρα που είχε κοντά στη μεγάλη γέφυρα ένα σεντούκι γεμάτο πέτρες κι ισοζύγιζε. Κι όταν οι Γενουάτες ανέβαιναν στη γέφυρα, αυτή έγερνε από το βάρος τους κι άνοιγε, κι έπεφταν μέσα στην τάφρο όπως οι ποντικοί στη φάκα και πάλι επέστρεφε η γέφυρα στη θέση της. Γι' αυτό την άφησαν ανοικτή. Και στο μπροστινό μέρος της γέφυρας4, κοντά στη μεγάλη, υπήρχε ένα ελατήριο που έκλεινε από κάτω και τη συγκρατούσε5 κι ο κόσμος περνούσε άφοβα. Και πολλοί Γενουάτες ξεγελάστηκαν κι έτρεξαν γρήγορα να μπουν στο κάστρο. Όμως είχαν ανοίξει το ελατήριο που κρατούσε τη γέφυρα, κι όλοι γκρεμίστηκαν στην τάφρο κι εκείνοι που έμειναν, έφυγαν. Και όταν τους αντελήφθησαν οι από πάνω, τους χτύπησαν και τους καταπλήγωσαν. Τότε βγήκαν οι Κερυνειώτες και τους φώναζαν να πλησιάσουν, βρίζοντάς τους και ντροπιάζοντάς τους. Κι οι Γενουάτες δεν θέλησαν να έλθουν. Κι εκείνους που είχαν γκρεμιστεί στην τάφρο, τους σκότωσαν όλους.

 

Οργίστηκαν τότε οι Γενουάτες κι επέλεξαν 500 ανδρειωμένους άνδρες που ήλθαν να πολεμήσουν. Άρχισαν τότε κι οι άλλοι από το κάστρο και τον πύργο με τέτοιο τρόπο, ώστε οι επιτιθέμενοι υποχώρησαν με μεγάλη ντροπή και χωρίς να βλέπουν τι κάνουν. Και πληγώθηκε ο κύριος Λουί Ντόρια ο ναύαρχος της Νεάπολης που υπηρετούσε σαν καπετάνιος των Γενουατών. Και οι Κερυνειώτες κρατούσαν καλά και γερά και κανένας απ' αυτούς δεν πληγώθηκε. Και μπήκαν στο κάστρο, χαρούμενοι για τη νίκη που είχαν πετύχει...

 

...Και την Πέμπτη, 2 Μαρτίου του 1374 μετά Χριστόν, έφθασαν στην Κερύνεια οι γαλέρες των Γενουατών, καθώς και στράτευμα από τη ξηρά για ενίσχυση των γαλέρων. Και έδωσαν μεγάλη και φοβερή μάχη. Κι από τη ξηρά τοποθέτησαν σκάλες, κι από το κάστρο οι άνθρωποι τις τσάκιζαν με πέτρες και πολλούς πλήγωσαν. Κι ο Γενουάτης Θωμάς Ταγκά αναχώρησε με (μπόλικο) στρατό από τη Λευκωσία και έφθασε μπροστά στα τείχη της Κερύνειας και τον πλήγωσαν στο πρόσωπο, από το κάστρο, με μια βολή από το χέρι του Νικόλα Μαχαιρά και με μια δεύτερη στο στήθος, από το χέρι του κοντοσταύλη. Κι αμέσως επέστρεψε στο αρχηγείο του όπου τον περιποιήθηκαν οι γιατροί και θεραπεύθηκε. Κι άλλοι πολλοί πληγώθηκαν και πολλοί σκοτώθηκαν. Κι από τη θάλασσα πλησίασε μια γαλέρα και ήλθε στην αλυσίδα του λιμανιού που τη σήκωσε και την έκοψε με το κοπίδι. Κι από πάνω την κεραυνοβόλησαν με πέτρες, όμως η γαλέρα ήταν θωρακισμένη και δεν έπαθε ζημιές. Κι έρχονταν ν' αποβιβαστούν, μα δεν τους άφηναν να σκαρφαλώσουν στα τείχη. Και μια γαλέρα πήγε προς την Κάβα6 όπου αποβίβασε τους πληγωμένους που τους πήρανε στο στρατόπεδό τους όπου τους περιποιήθηκαν οι γιατροί στο χειρουργείο. Και πληροφόρησαν γι' αυτό το διοικητή. Κι από το κάστρο είπανε στη γαλέρα που έκοβε την αλυσίδα: «Μη την κόψετε κι εμείς θα την χαλαρώσουμε (για να μπείτε!)» Κι απάντησαν: «Θα τη χαλαρώσετε για να μπούμε, όταν όμως θα βγαίνουμε, θα την τεντώσετε πάλι! Γι' αυτό θα την κόψουμε». Και μετά που την έκοψε η γαλέρα, όταν βγήκε έξω, διέταξε ο κοντοσταύλης και τη διόρθωσαν όπως ήταν.

 

Κι αμέσως άρχισαν την επίθεση. Κι από τη ξηρά έφεραν μια πολιορκητική μηχανή που λεγόταν Τριόα, δηλαδή Γουρούνα, κι είχε τρία πατώματα. Έφεραν και τρεις άλλες μηχανές και έκαναν μια δυνατή επίθεση. Η πρώτη μηχανή ήταν ένας ξύλινος πύργος με τρία πατώματα και τρεις πλατφόρμες, η μια πάνω από την άλλη. Και στη μέση είχε έναν κριό με τα εξαρτήματά του, για να τρυπήσουν το τείχος του κάστρου, ενώ στην πιο πάνω πλατφόρμα βρίσκονταν πολλοί τοξότες που έριχναν τις βολές τους από τη μια πλευρά, για να απασχολούν τον εχθρό (μέχρι που να τρυπήσουν το τείχος). Ήταν τόσο ψηλή που έφθανε μέχρι τις πολεμίστρες του εξωτερικού κάστρου και από το ύψος εκείνο (του ξύλινου πύργου) μπορούσαν να βλέπουν τους ανθρώπους μέσα στο κάστρο κι αυτά που έκαναν. Κι αυτό τον ξύλινο πύργο τον έλεγαν Γάτα7. Η δεύτερη μηχανή ήταν Γεράκι- ήταν ένας ξύλινος πύργος γεμάτος στρατιώτες και σκάλες, για να σκαρφαλώσουν στα τείχη της πόλης. Η τρίτη μηχανή ήταν ένα κλουβί στην άκρη μιας δοκού, στο οποίο βρίσκονταν πολλοί τοξότες. Και έκαμαν θυελλώδη επίθεση ενάντια στο κάστρο της Κερύνειας. Τότε ο κοντοσταύλης, που ήταν έμπειρος από πολέμους, έστειλε έξω έξι Βούλγαρους που πήραν φωτιές μαζί τους κι έκαψαν τις δυο μηχανές, το Γεράκι και το κλουβί, ενώ τη Γουρούνα την έριξαν στη γη και, από το κάστρο, τη διέλυσαν εντελώς με πέτρες. (Κι απ' όσους βρίσκονταν μέσα στις μηχανές, άλλοι κάηκαν κι άλλοι σκοτώθηκαν).

 

Κι όταν ήλθε η νύκτα βγήκαν από το κάστρο και μάζεψαν τα καρφιά και τα έφεραν στην Κερύνεια. Τότε διέταξε ο κοντοσταύλης και πήραν σανίδια στα οποία κάρφωσαν τα καρφιά κι έκρυψαν τα (σανίδια) στην άμμο με τα κεφάλια των καρφιών κάτω και τις μύτες πάνω. Αυτό το έκαναν όταν οι Γενουάτες απεσύρθησαν για λίγη ανάπαυση. Και την επομένη ήλθαν τρέχοντας πολλοί Γενουάτες και μπήκαν στην τάφρο όπου προσπάθησαν να μαζέψουν τα καρφιά από τις μηχανές - και νόμιζαν πως θα τα ‘βρισκαν. Κι ενώ πλησίαζαν, οι άνδρες από τα τείχη δεν παρουσιάστηκαν για να τους αφήσουν να κάνουν το τόλμημα. Κι όταν έφθασαν εκεί, όλων τα πόδια καρφώθηκαν στα καρφιά κι από τον πόνο δε μπορούσαν να σταθούν αλλά έπεσαν μπρούμυτα. Κι από πάνω τους έριξαν πέτρες και βέλη και τους σκότωσαν.

 

Αλλά από τη θάλασσα τοποθέτησαν μια μηχανή πάνω σε δυο γαλέρες μ' αυτό τον τρόπο: Έβαλαν την πλώρη μιας γαλέρας μαζί με την πλώρη της άλλης και τις έδεσαν μαζί. Και πάνω στα δυο κατάρτια των δυο γαλέρων πρόσθεσαν ένα σταυρωτό κατάρτι πάνω στο οποίο τοποθέτησαν κάθετα μια δοκό. Και στην κορφή της δοκού τοποθέτησαν μια πλατφόρμα γεμάτη τοξότες, κι έτσι δοκίμασαν μια βίαιη επίθεση. Και βρίσκονταν ψηλότερα από τα τείχη της Κερύνειας κατά τρία καλάμια: Και τόσο χτυπούσαν απ' εκεί τους Κερυνειώτες, ώστε κανένας δεν τολμούσε να βγει από το σπίτι του γιατί τον πλήγωναν. Κι ο κοντοσταύλης διέταξε κι έφτιαξαν ένα ξύλινο τείχος ύψους 6 1/2 καλαμιών, που το τοποθέτησαν απέναντι από την πλατφόρμα όπως έναν πύργο και τους έκλεισαν τη θέα και δεν έβλεπαν προς τα πού να ρίχνουν τα βέλη τους. Και μ' αυτό τον τρόπο αδυνατούσαν να χτυπούν πια τους Κερυνειώτες. Παρόμοια ο κοντοσταύλης έφτιαξε τρεις καταπέλτες από τους οποίους ο ένας έριχνε ενάντια στη Γουρούνα, γι' αυτό και τον ονόμασαν Χοιρίδιο. Και (με την πρώτη του βολή) τσάκισε τη Γουρούνα και δε μπόρεσαν να την οπλίσουν πια γιατί διαλύθηκε ο τροχός της. Ο δεύτερος καταπέλτης έριχνε προς τη θάλασσα, ενάντια στη γαλέρα που βρισκόταν κοντά στην αλυσίδα, ενώ ο τρίτος καταπέλτης χτυπούσε προς τη στεριά, ενάντια στους αξιωματικούς. Και τώρα θα δείτε την κρίση του Θεού! Φεύγει ένα βλήμα από τον καταπέλτη και πετυχαίνει την πλατφόρμα που βρισκόταν πάνω στις δυο γαλέρες και την παίρνει και την ρίχνει στη θάλασσα. Κι έφυγαν πετσοκομμένοι και ντροπιασμένοι από το λιμάνι οι Γενουάτες...

 

(1) Παφέζια στο αρχαίο. Από τη γαλλική λέξη pavais. Μεγάλες ξύλινες ασπίδες που κάλυπταν ολόκληρο το σώμα. Πήραν τ' όνομά τους από την πόλη Pavia (Ιταλ.) όπου πρωτοπαρουσιάστηκαν.

 

(2) Μέχρι να ρίξει ο πολεμιστής τη βολή του, ο βοηθός όπλιζε ένα δεύτερο τόξο, που το άλλαζε με το πρώτο. Μέχρι να ξαναρίξει ο πολεμιστής με το δεύτερο, ο άλλος ετοίμαζε ξανά το πρώτο.

 

(3) Που είχαν φέρει οι Γενουάτες για να γεμίσουν την τάφρο.

 

(4) Αυτή η διπλή γέφυρα ήταν συνεχόμενη. Πρώτα υπήρχε το μέρος εκείνο που ισοζύγιζε σαν τραμπάλα, ώστε όταν κάποιος ανέβαινε στη μια της πλευρά, με το βάρος του ανατρεπόταν. Μετά από την γέφυρα αυτή, βρισκόταν συνέχεια η δεύτερη, η οποία υψωνόταν με αλυσίδες κι έκλεινε πάνω στο κάστρο.

 

(5) Όταν δεν υπήρχε πόλεμος.

 

(6) Κάβα: Τοποθεσία παραθαλάσσια, κοντά στην Κερύνεια. Ήταν γνωστή και σαν Χρυσοκάβα.

 

(7) Κινητοί ξύλινοι πύργοι. Αγγλ:  Cat - Castles. Ονομάζονταν Γάτες, ενώ η προηγούμενη λεγόταν Σκρόφα - Γουρούνα, και η επόμενη Γεράκι.

Φώτο Γκάλερι

Image