Κίσσινγκερ Χένρι

Image

Αμερικανός επιστήμονας και πολιτικός. Κατάγεται από το Φερθ (Δυτικής Γερμανίας) όπου γεννήθηκε στις 27 Μαίου 1923. Διετέλεσε σύμβουλος για θέματα εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ και ήταν ο κύριος συντελεστής στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών από το 1969 μέχρι και το 1976. Εβραϊκής καταγωγής, η οικογένειά του μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1938 για να σωθεί από τους διωγμούς των Ναζί, κι ο Χένρι Κίσσιγκερ σπούδασε οικονομικές επιστήμες στο Σίτι Κόλλεϊτζ της Νέας Υόρκης, πήρε δε διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το 1954. Στη συνέχεια εργάστηκε ως καθηγητής. Ως σύμβουλος για θέματα εθνικής ασφάλειας υπηρέτησε από το 1955 μέχρι το 1968, στις κυβερνήσεις Αϊζενχάουερ, Κέννεντυ και Τζόνσον. Συνέγραψε, μεταξύ άλλων, το γνωστό έργο Nuclear Weapons and Foreing Policy που τον καθιέρωσε ως ηγετική φυσιογνωμία στη στρατηγική πολιτική των ΗΠΑ. Άλλο γνωστό έργο του είναι το βιβλίο The Necessity for Choise (1960).

 

To 1968 διορίστηκε από τον πρόεδρο Νίξον ως βοηθός του για εξωτερικές διεθνείς υποθέσεις. Μεταξύ 1969 και 1975 υπηρέτησε ως γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ. Από το 1973 μέχρι τις 20 Ιαουναρίου 1977 κατείχε το αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ. Επέζησε του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ που οδήγησε σε παραίτηση τον πρόεδρο Νίξον (1974) και διατήρησε το αξίωμά του και επί κυβερνήσεως Τζέραλντ Φορντ.

 

Σχέσεις του προς την Κύπρο: Ως υπουργός των Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο Χένρι Κίσσιγκερ ήλθε το Μάιo του 1974 στην Κύπρο, όπου συναντήθηκε με τον υπουργό των Εξωτερικών της Σοβιετικής ‘Eνωσης Αντρέι Γκρομίκο (7 Μαΐου 1974) με τον οποίο είχε συνομιλίες για το καυτό Μεσανατολικό ζήτημα όπως τούτο είχε διαμορφωθεί μετά τον πόλεμο του 1973. Οι υπουργοί των δυο υπερδυνάμεων είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν στη Λευκωσία κι ο πρόεδρος Μακάριος παραχώρησε προς τον σκοπό αυτό το προεδρικό μέγαρο.

 

Δυο μόνο μήνες αργότερα, εκδηλώθηκε κατά του Μακαρίου το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας. Δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένος ο ρόλος του Χένρι Κίσσιγκερ στη μεγάλη διπλή τραγωδία της Κύπρου, του καλοκαιριού του 1974 (πραξικόπημα και στη συνέχεια τουρκική στρατιωτική εισβολή). Στις συνειδήσεις των Κυπρίων όμως, ο Χένρι Κίσσιγκερ παραμένει ως ο σφαγέας τους.

 

Κατά την εποχή εκείνη ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον αντιμετώπιζεν τον εφιάλτη του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ κι ανέμενε την επικείμενη πτώση του. Έτσι ο Χένρι Κίσσιγκερ ασκούσε, στην ουσία, καθήκοντα υπερπροέδρου. Θεωρείται ότι έδωσε το «πράσινο φως» στους ηγέτες της ελληνικής χούντας να διενεργήσουν το πραξικόπημα στην Κύπρο (η ελληνική χούντα ήταν απόλυτα εξαρτώμενη από τις ΗΠΑ) και, την επόμενη εβδομάδα, έδωσε το «πράσινο φως» στην κυβέρνηση της Τουρκίας για να διενεργήσει την καταστροφική της εισβολή στο νησί. Αμέσως μετά την εισβολή σε δηλώσεις του ζήτησε άμεση κατάπαυση του πυρός. 

 

Τόσο κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης της τουρκικής εισβολής (Ιούλιος του 1974) όσο και κατά τη διάρκεια της δεύτερης (Αύγουστος του 1974), ο Χένρι Κίσσιγκερ δεν επενέβη για να σταματήσει ή περιορίσει τις πολεμικές δραστηριότητες των Τούρκων στην Κύπρο, εκτός του ότι αναμείχθηκε στην προσωρινή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στις 22 Ιουλίου 1974. Με απεσταλμένο του όμως, και με προσωπική του παρέμβαση, προσπαθούσε να πείσει την Ελλάδα να μη αντιδράσει στην τουρκική εισβολή, κατορθώνοντας ν' αποφευχθεί γενικότερη ελλαδοτουρκική σύρραξη. Συγκατατέθηκε όμως — και την ανακοίνωσε προκαταβολικά — σε πολιτειακή αλλαγή στην Ελλάδα με την παράδοση της εξουσίας από τους στρατιωτικούς σε πολιτική κυβέρνηση της Δεξιάς (Κ. Καραμανλής).

 

Εάν ληφθεί υπ' όψιν ότι τόσο η ελληνική στρατιωτική χούντα όσο και η Τουρκία εξαρτώντο και πολιτικά και οικονομικά και — προ πάντων — στρατιωτικά από τις ΗΠΑ, είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι ενήργησαν στρατιωτικά στην Κύπρο, η πρώτη με το πραξικόπημα και η δεύτερη με την εισβολή, χωρίς να είχαν εξασφαλίσει την έγκριση των Ηνωμένων Πολιτειών. Συνεπώς ο Χένρι Κίσσιγκερ φέρει τεράστια ευθύνη για την κυπριακή τραγωδία του 1974.

 

Εύλογο είναι το ερώτημα εις τι αποσκοπούσαν οι ενέργειες αυτές;

 

Η απάντηση είναι ότι ο Χένρι Κίσσιγκερ θέλησε να λύσει δυναμικά και οριστικά το χρόνιο Κυπριακό ζήτημα που δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα στο NATO εξαιτίας της άμεσης ανάμειξης σ' αυτό της Ελλάδας και της Τουρκίας, ζωτικών μελών της Συμμαχίας. Έτσι με τη διπλή ενέργεια του πραξικοπήματος και της εισβολής γινόταν προσπάθεια βίαιης εφαρμογής, επί του κυπριακού εδάφους, του σχεδίου Άτσεσον που για μια δεκαετία — από το 1964 που υπεβλήθη μέχρι το 1974 — αποτελούσε το «ευαγγέλιο» της πολιτικής των ΗΠΑ για την Κύπρο. Η αποτυχία των πραξικοπηματιών να δολοφονήσουν ή εξουδετερώσουν στις 15 Ιουλίου 1974 τον πρόεδρο Μακάριο, η διάσωση του τελευταίου και οι δραστηριότητές του στο διεθνές πεδίο, δεν επέτρεψαν την επίσημη αποδοχή των όσων επιχειρήθηκαν στην πράξη. Η διπλή ένωση, κατάληξη της διχοτόμησης που επιχειρήθηκε, είχε ματαιωθεί. Ό,τι όμως η Τουρκία κατέλαβε στην πράξη, ολόκληρο το βόρειο τμήμα της Κύπρου, παραμένει υπό τη δική της στρατιωτική κατοχή. Στις 23 Ιουλίου ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε συνάντηση με τον Χένρυ Κίσσιγκερ στην Ουάσιγκτον, αλλά η κατάσταση πλέον στην Κύπρο είχε μετατραπεί σε de facto.  

 

Στη συνέχεια, και μέχρι τη φυγή του από το πολιτικό προσκήνιο, ο Χένρυ Κίσσιγκερ είχε ξανά επανειλημμένες συναντήσεις με τον πρόεδρο Μακάριο και με άλλους ενδιαφερόμενους για το Κυπριακό ζήτημα, χωρίς όμως να προσφέρει οτιδηποτέ για δίκαιη επίλυσή του.