Κιτίου επισκοπή

Image

Η επισκοπή Κιτίου είναι μια από τις πρώτες που ιδρύθηκαν στην Κύπρο, κατά τα μέσα του 1ου μ.Χ. αιώνα, όταν ο Χριστιανισμός άρχισε να διδάσκεται στο νησί και να εξαπλώνεται κυρίως με τις επισκέψεις και περιοδείες των αποστόλων Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου. Αναφέρεται μάλιστα ότι πρώτος επίσκοπος χειροτονήθηκε στο Κίτιον ο άγιος Λάζαρος*, ο οποίος είχε καταφύγει στην Κύπρο μετά την ανάστασή του από τον Χριστό, για να σωθεί από τους διωγμούς. Ο Λάζαρος παρέμεινε επικεφαλής της νεοϊδρυθείσης επισκοπής Κιτίου για 18 περίπου χρόνια, πέθανε δε κι ετάφη στο Κίτιον 30 χρόνια μετά την ανάστασή του. Μέχρι σήμερα τιμάται ιδιαίτερα στη Λάρνακα — διάδοχο πόλη του αρχαίου Κιτίου —όπου ο κύριος ναός είναι αφιερωμένος σ' αυτόν. Η παράδοση αναφέρει ότι στο Κίτιον είχε επισκεφθεί τον Λάζαρο η Παναγία, η μητέρα του Χριστού, λίγο πριν από τον θάνατό της, συνοδευόμενη από τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Την παράδοση διασώζουν ο μοναχός Ακάκιος σε χειρόγραφο του, ο Δαμασκηνός Στουδίτης στον πέμπτο λόγο του, καθώς και άλλο χειρόγραφο του 18ου αιώνα με τίτλο Ἀνάμνησις μερική περί τοῦ  Ἄθω ὅρους τά λεγόμενα πάτρια καί ἀπόδειξις ὄτι πῶς ἦλθεν ἡ Θεοτόκος ἐν τῇ Κύπρῳ εἰς Χώραν Λάρναξ.

 

Στο Κίτιον αναφέρεται ότι τον Λάζαρο είχε συναντήσει ο Βαρνάβας, κατά τη δεύτερη επίσκεψή του στο νησί το 49 μ.Χ., και τον χειροτόνησε επίσκοπο. Ωστόσο στις απόκρυφες Πράξεις Βαρνάβα (Acta Barn., 21) αναφέρεται ότι τότε ο απόστολος, που συνοδευόταν από τον Μάρκο και άλλους, δεν παρέμεινε στο Κίτιον γιατί γινόταν εκεί κάποια πομπώδης τελετή στον ιππόδρομο: ...Καί ἐλθόντων ἡμῶν εἰς Κιτιεῖς πολλοῦ   θορύβου γενομένου κἀκεῖ   ἐν τῷ   ἱπποδρομίῳ αὐτῶν, μαθόντες ἐξήλθομεν τήν πόλιν, ἐκτιναξάμενοι τόν κονιορτόν τῶν ποδῶν ἡμῶν ἃπαντες ۬ οὐδείς γάρ ἡμᾶς ἐδέξατο, εἰ μή ἐν τῇ πύλῃ   μίαν ὥραν ἀνεψύξαμεν πλησίον τοῦ  ὑδραγωγείου...

 

Αναφέρεται σαφώς εδώ ότι τον απόστολο και τη συνοδεία του δεν δέχθηκε κανένας στο Κίτιον κι αφού ξεκουράστηκαν για μια ώρα στην πύλη, κοντά στο υδραγωγείο, έφυγαν χωρίς να εισέλθουν στην πόλη.

 

Ότι στο Κίτιον χειροτόνησαν οι απόστολοι (ο Παύλος και ο Βαρνάβας κατά την πρώτη περιοδεία τους το 45 μ.Χ.) επίσκοπο τον Λάζαρο, αναφέρεται μόνο σε μεταγενέστερα χριστιανικά κείμενα όπως το Τριῲδιον, όπου διαβάζουμε:

 

... Ἀλλ’ ἐκεῖνος [ο Λάζαρος] τά σκεπτόμενα ἐγνωκώς, πρός τήν Κύπρον νῆσον διαδιδράσκει, κἀκεῖσε διατρίβῶν, ἐσύστερον παρά τῶν ἀποστόλων ἀρχιερεύς τῆς Κιτιαίων ἀναδεικνύεται πόλεως. Καλῶς δέ καί θεοφιλῶς πολιτευσάμενος, μετά τριακονταετῆ χρόνον τῆς αὐτοῦ  ἀναβιώσεως, θνήσκει πάλιν ۬ κἀκεῖσε δέ θάπτεται, πολλά θαυμάσια κατεργασάμενος...

 

Αργότερα, περί το 890 μ.Χ, το λείψανο του αγίου Λαζάρου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και παραλήφθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα το Σοφό.

 

Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για την πορεία της επισκοπής του Κιτίου κατά τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες. Γνωρίζουμε μόνο από τις πηγές τα ονόματα ελαχίστων ιεραρχών, κατόχων του θρόνου, που παρευρέθησαν σε οικουμενικές συνόδους και προσυπέγραψαν τα Πρακτικά τους. Είναι ο άγιος Μνημόνιος ή Μνέμιος (381 μ.Χ., αναμφίβολα όχι άμεσος διάδοχος του Λαζάρου), ο Τύχων (680 μ.Χ.) και ο Θεόδωρος (787 μ.Χ.).

 

Είναι, ωστόσο, σαφές ότι η επισκοπή του Κιτίου υφίστατο κατά τα Βυζαντινά χρόνια, μέχρι και τον 13ο αιώνα (Φραγκοκρατία), οπότε θα πρέπει να καταργήθηκε στο πλαίσιο της πολιτικής της κυριαρχούσας Λατινικής Εκκλησίας να μειώσει το κύρος και τη δύναμη της Ορθόδοξης, μειώνοντας τις ορθόδοξες επισκοπές από 14 σε 4. Τότε η περιφέρεια της επισκοπής Κιτίου προσαρτήθηκε στην (αρχι)επισκοπή της Λευκωσίας.

 

Από τους μεσαιωνικούς χρονογράφους, ο Λεόντιος Μαχαιράς απαριθμεί 14 συνολικά επισκοπές της Κύπρου (Χρονικόν, παρ. 30) αν και στην εποχή του οι 10 απ' αυτές δεν υφίσταντο γιατί είχαν καταργηθεί ήδη. Μεταξύ των 14 επισκοπών, αναφέρει κι εκείνη των Κιτταίων, όμως εκτός από τον άγιο Λάζαρο ο χρονογράφος δεν γνωρίζει και δεν μνημονεύει κανένα άλλο κάτοχο του θρόνου.

 

Ο Φραντζέσκο Αμάτι, μεταγενέστερος του Μαχαιρά, αναφέρει ότι πριν από την κατάργηση από τους Λατίνους μερικών επισκοπών, υφίσταντο συνολικά 14. Απαριθμεί όμως 15, εκ των οποίων πρώτη αναφέρει εκείνη του Κιτίου (Chiti). Συνολικά 15 ορθόδοξες επισκοπές αναφέρει και ο Φλώριος Βουστρώνιος, εκ των οποίων τρίτη στη σειρά την του Κιτίου (Chition).

 

Ο Le Quien πάλι, συγγραφέας του Oriens Christianus, απαριθμεί συνολικά 16 ορθόδοξες επισκοπές, αναφέροντας δεύτερη (μετά από εκείνη της Σαλαμίνος) εκείνη του Κιτίου (Citium).

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός (1788) γράφει πάλι ότι είχε δει παλαιό έγγραφο όπου αναφέρονταν 6 μητροπόλεις στην Κύπρο, εκ των οποίων η τρίτη ήταν εκείνη των Κιτιαίων (μετά από εκείνες της Κωνσταντίας και της Πάφου) και 25 επισκοπές! Είναι όμως γνωστό πλέον ότι πολλές από τις 25 επισκοπές που μνημονεύονται, δεν ήσαν κυπριακές. Κι ο Κυπριανός, εξάλλου, αποδέχεται με βεβαιότητα την ύπαρξη συνολικά 14, εκ των οποίων τρίτη (μετά τις της Λευκωσίας και της Ταμασσού) αναφέρει την επισκοπή Κιτίου.

 

Μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους (1570 -71) και την εκδίωξη των Λατίνων, η Ορθόδοξη Εκκλησία αναδιοργανώθηκε, με την αρχιεπισκοπή και τρεις μόνο επισκοπές, τα δε προνόμιά της σε μεγάλο βαθμό αποκαταστάθηκαν. Κατά την αναδιοργάνωση αυτή, η επισκοπή Κιτίου συμπεριλήφθηκε μαζί με την επισκοπή Αμαθούντος που περιελάμβανε και τη Λεμεσό και, κατά καιρούς, το Κούριον. Έτσι τα πράγματα, τουλάχιστον στην αρχή, και πάλι ήσαν ασαφή γιατί οι εκάστοτε επίσκοποι Κιτίου έφεραν κατά καιρούς και τους τίτλους του επισκόπου Αμαθούντος ή/και Λεμεσού ή Νεμεσού ή/και Κουρίου.

 

Για τις ποικίλες δραστηριότητες της επισκοπής Κιτίου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και αργότερα, βλέπε τα αυτοτελή λήμματα για τους κυριότερους από τους εκάστοτε κατόχους του θρόνου.

 

Σταδιακά οι τίτλοι του επισκόπου Λεμεσού, Αμαθούντος και Κουρίου καταργήθηκαν και παρέμεινε εκείνος του επισκόπου Κιτίου, μέχρι το 1973.

 

Με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, ημερομηνίας 13 Αυγούστου 1973, δημιουργήθηκαν δυο νέες μητροπόλεις, αυξάνοντας έτσι τον αριθμό τους σε 5, πλην της αρχιεπισκοπής. Η μια από τις δυο νεοϊδρυθείσες επισκοπές είναι η επισκοπή Λεμεσού, που αφαίρεσε από την επισκοπή Κιτίου μεγάλο μέρος της περιφέρειάς της, περιλαμβανομένης και της πόλης της Λεμεσού.

Η επισκοπή Κιτίου λειτουργεί, μεταξύ άλλων, κατηχητικά σχολεία, κατασκηνώσεις κατηχητικών σχολείων, φροντιστήριο κατηχητών, θρησκευτική υπηρεσία στρατού, σχολή βυζαντινής μουσικής και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Στην περιφέρειά της υπάγονται και τα μοναστήρια Σταυροβουνίου και Αγίου Μηνά.