Κορόβια

Image

Μεικτό χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου μέχρι το 1964 και στη συνέχεια αμιγές τουρκοκυπριακό, στη γεωγραφική περιφέρεια της Καρπασίας, περί τα 67 χμ. βορειοανατολικά της πόλης της Αμμοχώστου. Βρίσκεται στην κατεχόμενη από το 1974 από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής περιοχή της Κύπρου. Τα διοικητικά όρια του χωριού στα νότια εκτείνονται μέχρι τη θάλασσα. Γειτονεύει με μερικά άλλα αμιγή τουρκοκυπριακά χωριά, όπως η Γαληνόπωρνη και ο Άγιος Συμεών.

 

Τα Κορόβια είναι κτισμένα στην ανατολική όχθη του ρυακιού Αργάκι των Λατσιών, σε μέσο υψόμετρο 90 μέτρων. Το τοπίο του χωριού είναι διαμελισμένο από τα ρυάκια Μαυρογή και Αργάκι των Λατσιών.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του φλύσχη της Κυθρέας, οι ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, οι άμμοι, τα χαλίκια, οι κρητίδες, οι μάργες, οι γύψοι, κρητίδες και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ξερορεντζίνες, φαιοχώματα και καφκάλλες.

 

Το χωριό δεν διαθέτει αρδευόμενες εκτάσεις και η μέση ετήσια βροχόπτωση που δέχεται κυμαίνεται γύρω στα 500 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του εκαλλιεργούντο, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, κυρίως τα σιτηρά και τα νομευτικά φυτά. Υπάρχουν ωστόσο και αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονται από άγρια χαμηλή φυσική βλάστηση. Μεγάλο μέρος της διοικητικής έκτασης του χωριού καλύπτεται από τα κρατικά δάση Παλαιόβικλα, Νεκτόβικλα και Μέσανος, καθώς και από τμήματα των δασών Πιτύδια, Καρπασία και Σκουτέλλι.

 

Αρκετά ανεπτυγμένη στο χωριό, πριν από την εισβολή, ήταν η κτηνοτροφία. Το 1973 εκτρέφονταν από 55 κτηνοτρόφους 2.501 πρόβατα, 586 κατσίκες και 2.683 πουλερικά.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, τα Κορόβια βρίσκονται πάνω στον κύριο δρόμο που ενώνει το Λεονάρισσον με τη Γαληνόπωρνη. Στα νοτιοδυτικά συνδέονται με το χωριό Άγιος Συμεών (περί τα 6,5 χμ.) και στα βορειοανατολικά με το χωριό Γαληνόπωρνη (περί τα 3,5 χμ.). Η συγκοινωνία με το χωριό Γιαλούσα στα βορειοδυτικά (περί τα 10 χμ.) και με τη θάλασσα στα νότια, γίνεται με σκυρόστρωτους δρόμους.

 

Τα Κορόβια γνώρισαν πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 248 
1891 136 
1901 273 
1911 281 
1921 213 
1931 211 
1946 263 
1960 297 
1973 300 

 

Τα Κορόβια υφίσταντο ως οικισμός με την ίδια ονομασία τουλάχιστον από την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Ο ντε Μας Λατρί μνημονεύει το χωριό ως Korovgia (=Κορόβκια) και σημειώνει ότι τούτο ήταν βασιλικό κτήμα. Εξάλλου το χωριό βρίσκεται σημειωμένο και σε παλαιούς χάρτες, ως Corovio.

 

Στην περιοχή του χωριού (όπως εξάλλου και σ’ όλη σχεδόν την υπόλοιπη Καρπασία) βρίσκονται κατάσπαρτα σημαντικά αρχαία κατάλοιπα που φανερώνουν ότι εκεί κατοικούσαν άνθρωποι από τα πολύ αρχαία χρόνια. Μέσα στα διοικητικά όρια του χωριού και νοτιοανατολικά του, κοντά στη θάλασσα, βρίσκονται τα κατάλοιπα του φρουρίου της Νιτοβίκλας, που χρονολογικά ανήκει στην περίοδο της Μέσης εποχής του Χαλκού (βλέπε λήμμα Νιτοβίκλας φρούριο). Άλλο αξιόλογο μνημείο στην περιοχή του χωριού ήταν η καμαροσκέπαστη βασιλική της Αγίας Βαρβάρας, της περιόδου των αραβικών επιδρομών (7ος-10ος μ.Χ. αιώνας), της οποίας σώζονται τα ερείπια. Επίσης, στα νοτιοδυτικά του χωριού, βρισκόταν ο μικρός οικισμός Έλισις (εγκαταλειμμένος από το 1931) όπου και πάλι βρίσκονται διάφορα αρχαία κατάλοιπα (βλέπε λήμμα Έλισι[ς].

 

Ο Αθ. Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, Α΄ , Αθήνα, 1890, σσ. 165-166) γράφει: ... Ἡ   κώμη Κορόβια ἔχουσα 250 κατοίκους. Παρ' αὐτήν νοτιοδυτικῶς...κεῖνται τά ἐρείπια τῆς κώμης Ἐλίσσης... ταύτης δ' ἀπέναντι εὑρίσκεται ὁ   μέγιστος τῶν ἀρχαίων κυπριακῶν τάφων, λελαξευμένος εὐθύς ἐντός τοῦ βράχου καί ἔχων μῆκος 87 ποδῶν... Ἐρείπια δέ πόλεως ...ὑπάρχουσι πρός δυσμάς τῶν ἐρειπίων τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ἐν οἷς ἐπί τοῦ δυτικοῦ λόφου φαίνονται ἴχνη ἀρχαίας ἀκροπόλεως...

 

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα Κορόβια, που βρίσκονται σε κάποια απόσταση από τη θάλασσα, είχαν αντικαταστήσει αρχαιότερο παραθαλάσσιο οικισμό ο οποίος είχε εγκαταλειφθεί κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών, πράγμα που συνέβη σ' όλα σχεδόν τα παράλια της Κύπρου, απ’ όπου κατά την εποχή εκείνη οι κάτοικοι μετακινούνταν προς τα ενδότερα. Εξαιτίας όμως του γεγονότος ότι το χωριό βρίσκεται στο κατεχόμενο από τους Τούρκους εισβολείς τμήμα της Κύπρου, περαιτέρω διερεύνηση εξακολουθεί να είναι αδύνατη.

 

Από τα Βυζαντινά ίσως χρόνια προέρχεται και η ονομασία του χωριού, που απαντάται σε επίσημο κατάλογο των κυπριακών τοπωνυμίων και ως Κορόβεια (η). Η ονομασία που δίνουν οι Τούρκοι στο χωριό και που είναι Kuruova (kuruova σημαίνει ξηρός κάμπος) είναι πολύ μεταγενέστερη κι εφευρέθηκε για να ταιριάζει με την αρχική ονομασία του χωριού που ως Korovgia αναφέρεται ήδη πριν από την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570-71).

 

Η ετυμολόγηση της ονομασίας του χωριού από τις τουρκικές λέξεις Kuru ova (= ξηρός κάμπος) δεν ευσταθεί, αφού το χωριό έφερε την ονομασία Κορόβια (ή Κορόβεια) και κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια, πριν από την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570 -71), δηλαδή πριν από την ύπαρξη Τούρκων στην Κύπρο.

 

Περαιτέρω δική μας διερεύνηση, μας οδήγησε ν' αποδεχθούμε την πιθανότητα ότι η ονομασία του χωριού διασώζει το αρχαίο τοπωνύμιο Κορώνεια.

 

Σύμφωνα προς αρχαίους συγγραφείς, η Κορώνεια ήταν αρχαία πόλη ή κώμη της Κύπρου, ευρισκόμενη στην «επαρχία» των Σαλαμινίων. Στην περίπτωση αυτή, η ορθή γραφή της ονομασίας του χωριού θα πρέπει να είναι: Κορώβεια.

 

Ότι υπήρχε αρχαίος οικισμός στην περιοχή του χωριού αποδεικνύεται από την ύπαρξη αρχαιολογικών χώρων.

 

Η ονομασία του χωριού πιθανό να διασώζει, κατά τον Άντρο Παυλίδη, παραφθαρμένη την ονομασία αρχαίας πόλης ή πολίχνης. Ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρει οικισμό της Κύπρου με την ονομασία Κορώνεια, που βρισκόταν στη διοικητική έκταση της αρχαίας Σαλαμίνος. Στην ευρύτερη περιοχή της σημερινής Κορόβιας υπάρχουν αρχαιολογικοί χώροι που δείχνουν ότι υπήρχαν αρχαίοι οικισμοί, μάλιστα πλησιέστερα προς την ακτή. Τέτοιοι οικισμοί πιθανότερο είναι να είχαν εγκαταλειφθεί κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών (7ος – 10ος αιώνας) οπότε, όπως συνέβη και με πάρα πολλούς άλλους οικισμούς, οι κάτοικοί τους κατέφυγαν για λόγους προστασίας προς τα ενδότερα, μάλιστα σε χώρους που δεν ήσαν ορατοί από τη θάλασσα ή παρείχαν φυσική οχύρωση. Έτσι και οι κάτοικοι της αρχαίας Κορώνειας πιθανό να είχαν μετακινηθεί στη θέση του σημερινού χωριού.

Φώτο Γκάλερι

Image