Κορνέσιος Χατζηγεωργάκης

Image

Ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος ήταν ο πιο σημαντικός Κύπριος δραγομάνος του σεραγίου (από το 1780 περίπου μέχρι το 1809), που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα που συνέβησαν κατά την πολυτάραχη περίοδο της δραγομανίας του. Η καταπληκτική ανύψωσή του όσο και η τραγική του πτώση δεν αφορούν μονάχα την προσωπική του ιστορία, αλλά εντάσσονται στη σταδιακή άνοδο και επιβολή της εκκλησιαστικής ηγεσίας του κυπριακού Ελληνισμού πάνω στην τουρκική διοικητική ιεραρχία του νησιού, και στην αντίδραση της τελευταίας για επαναβεβαίωση της θεσμικής προνομιακής πολιτικής και κοινωνικοοικονομικής της θέσης.

 

Η οικογένεια Κορνέσιου: Ο Χατζηγεωργάκης ήταν γόνος ιερατικής οικογένειας, η δε ανάρρησή του και η όλη του δράση ήταν στενά συνδεδεμένες με την προέλευσή του καθώς και με τους συγγενικούς δεσμούς του με τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο (1767-1810). Ο Χατζηγεωργάκης γεννήθηκε στην Κρήτου Τέρρα της επαρχίας Πάφου στα μέσα του 18ου αιώνα. Το οικογενειακό επώνυμο Κορνέσιος έφεραν οι προπάπποι του Παπαφίλιππος και Πρωτοπαπάς Λογίζος, ο ίδιος όμως προτιμούσε να υπογράφει σαν Χατζηγεωργάκης τοῦ ποτέ Ἰωάννου, από το όνομα του πατέρα του Ιωάννη. Ο πατέρας του εγκατέλειψε το χωριό του και εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία, όπου εξασκούσε το προσοδοφόρο επάγγελμα του κατασκευαστή τυπωμένων (σταμπωτών) υφασμάτων γνωστών σαν πασμάδων (printed calicoes). Έχοντας αποκτήσει αρκετή οικονομική άνεση φρόντισε όσο μπορούσε για τη μόρφωση του Χατζηγεωργάκη στην Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας. Εκεί, ανάμεσα σ? άλλα μαθήματα, διδάχτηκε και έμαθε να χειρίζεται αρκετά καλά την ελληνική και την τουρκική γλώσσα.

 

Δεν είναι γνωστό κάτω από ποιες περιστάσεις και πότε ακριβώς διορίστηκε από τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο σαν δραγομάνος του σεραγίου, στο πολύ υψηλό εκείνο αξίωμα που τον έφερνε σε άμεση σχέση για φορολογικά και άλλα διοικητικά ζητήματα με τα δυο κέντρα δύναμης της τοπικής διοίκησης της Κύπρου, δηλαδή τον μουχασίλη και τους αγάδες από τη μια και τους αρχιερείς και τους κοτσαμπάσηδες από την άλλη. Ταυτόχρονα ερχόταν σε αρκετά στενή σχέση και επικοινωνία με την Πύλη και τους ισχυρούς πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους της πρωτεύουσας και άλλων κέντρων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

 Ο Χατζηγεωργάκης σε πλήρη συμπόρευση με τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο τάχθηκε εναντίον του τούρκου μουχασίλη Χατζημπακκή και στις 26 Σεπτεμβρίου 1784, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για να ενημερώσει για τις αυθαιρεσίες του έναντι των Κυπρίων. 

Η ισχυρότερη πρόκληση της Δραγομανίας του Χατζηγεωργάκη ήταν η εξέγερση των Τούρκων στις 10 Μαρτίου 1804 οι οποίοι διαμαρτύρονταν για βαριές φορολογίες. Την επομένη τουρκικός όχλος εξαγριωμένος κατευθύνθηκε προς το κονάκι του δραγομάνου, έβαλε φωτιά και παραβίασε την πόρτα και εισόρμησε στο κτίριο το οποίο και λεηλάτησε. Ο Χατζηγεωργάκης διέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. 

Ο Χατζηγεωργάκης δεν κατάφερε να ξεπεράσει ακόμα μια πρόκληση, δηλαδή την  αντιπαλότητα του νέου Βεζύρη  Γιουσούφ Ζιά, ο οποίος  είχε αποφασίσει να ανακόψει αποφασιστικά την πορεία του μεγάλου δραγομάνου της Κύπρου διατάσσοντας τον αποκεφαλισμό του την Τετάρτη του Πάσχα, 31 Μαρτίου 1809. (Βλέπε λήμμα: Η πτώση του Δραγομάνου). 

 

Οικογένεια

 

Μετά την ανάρρησή του στο αξίωμα του δραγομάνου ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος του έδωσε σαν σύζυγο την ανεψιά του Μαρουδιάν Παυλίδη, που καταγόταν κι αυτή από το χωριό του Χρύσανθου, τις Τρεις Ελιές. Αναφέρεται πως η Μαρουδιά ήταν η δεύτερη σύζυγος του Χατζηγεωργάκη. Η πρώτη, της οποίας το όνομα δεν διασώθηκε, καταγόταν από τη Λακατάμια και είχε πεθάνει πρόωρα. Από το δεύτερο του γάμο απέκτησε έξι παιδιά, τον Χριστόδουλο, τον Μιχαήλ, τη Μαρία ή Μαργιώρα, τη Ζωή ή Τσικκινού, την Άννα ή Αννίκα και τον Ιωάννη γνωστό ως Γιάγκο Γεωργιάδη ή Τσελεπή-Γιάγκο.

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες της Νάσας Παταπίου, η οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου ήταν βενατικό κτίσμα και ανήκε στην Κυπριακή Οικογένεια των Ποδοκάθαρων

 

 

 

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image