Παναγία Κύκκου, Τρόοδος

Image

Το μοναστήρι της Παναγίας του Κύκκου, ιδρυμένο κατά τα Βυζαντινά χρόνια με αυτοκρατορική χορηγία, βρίσκεται στο ομώνυμο βουνό του Κύκκου. Είναι, σήμερα, το γνωστότερο και πλουσιότερο από τα εν ενεργεία κυπριακά μοναστήρια και το περισσότερο φημισμένο. Είναι δε ένα από τα πιο σημαντικά τόσο από ιστορική σκοπιά όσο και από άποψη εθνικής και κοινωνικής προσφοράς.

 

Θέση:

Το μοναστήρι βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της οροσειράς του Τροόδους, σε στρατηγική (κατά τα κριτήρια των Μεσαιωνικών χρόνων) θέση και εμπίπτει στα διοικητικά όρια της επαρχίας Λευκωσίας και στη διοικητική έκταση του χωριού Τσακκίστρα. Είναι κτισμένο στη βορειοανατολική πλαγιά της βουνοκορφής Κύκκος, ύψους 1.318 μέτρων, από την οποία απέχει ένα περίπου χιλιόμετρο. Η βουνοκορφή είναι γνωστή και με την ονομασία Θρονίν και Θρονίν της Παναγίας. Το ίδιο το μοναστήρι είναι κτισμένο σε υψόμετρο 1.200 περίπου μέτρων. Τα πλησιέστερα προς το μοναστήρι γύρω χωριά είναι η Τσακκίστρα και ο Κάμπος προς τα βορειοδυτικά, το Μηλικούρι προς τα νότια, οι Γερακιές και ο Μουτουλλάς προς τα ανατολικά. Προς τα δυτικά του μοναστηριού βρίσκονται η Κοιλάδα των Κέδρων κι ο δασικός σταθμός του Σταυρού της Ψώκας.

 

Εκτός από την βουνοκορφή του Κύκκου, το μοναστήρι περιβάλλεται και από άλλες απότομες κορφές όπως η Μούττη της Τριμιθιάς (1.223 μέτρα) στα νότιά του, το Μαυρογένι (1.174 μέτρα) στα νοτιοανατολικά και το Γεράκι (993 μέτρα) στα βόρεια. Το τοπίο χαρακτηρίζεται επίσης από βαθιές χαράδρες με πλούσια άγρια βλάστηση.

 

Γνωστοί ιεράρχες:

Μεταξύ των εκκλησιαστικών ηγετών που προήλθαν από το μοναστήρι του Κύκκου κατά καιρούς, είναι και οι ακόλουθοι:

 

  1. Νικηφόρος*: Ηγούμενος από το 1636 μέχρι το 1638. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου από το 1641 μέχρι το 1674.
  2. Χαράλαμπος*: Ηγούμενος από το 1821 μέχρι το 1824. Στη συνέχεια επίσκοπος Κερύνειας από το 1824 μέχρι το 1844.
  3. Επιφάνιος*: Οικονόμος του μοναστηριού. Μητροπολίτης Πάφου από το 1890 μέχρι το 1899.
  4. Κλεόπας*: Ηγούμενος Κύκκου, και μετά από μακρά αργία, επίσκοπος Πάφου από το 1948 μέχρι το 1951.
  5. Ιωακείμ: Αρχιμανδρίτης, μετέβη περί το 1781 στη Γεωργία για να ζητήσει συνδρομές, οπότε το μοναστήρι απέκτησε εκεί περιουσία. Ο Ιωακείμ παρέμεινε στη Γεωργία ως διαχειριστής μέχρι το 1816, οπότε εξελέγη εκεί επίσκοπος. Η περιουσία του μοναστηριού στη Γεωργία διατηρήθηκε μέχρι το 1913, οπότε μεγάλο μέρος της εκποιήθηκε. Η υπόλοιπη κατασχέθηκε από τους Ρώσους το 1917.
  6. Αγαθάγγελος* (Μυριανθούσης): Μητροπολίτης Κοτυαίου (1818-1825) και Αγκύρας (1825-1830), τοποτηρητής της επισκοπής Πατρών (1830-1832) και επίσκοπος Λοκρίδος (1833-1852).
  7. Κυπριανός*: Δόκιμος στο μοναστήρι, αργότερα επίσκοπος Κερύνειας (1948-1973).
  8. Μακάριος*: Δόκιμος στο μοναστήρι, αργότερα επίσκοπος Κιτίου (1948-1950), αρχιεπίσκοπος Κύπρου (1950-1977), πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  9. Γρηγόριος*: Δόκιμος στο μοναστήρι, αργότερα επίσκοπος Κερύνειας (1974 κ.ε.).
  10. Χρυσόστομος*: Δόκιμος στο μοναστήρι, χωρεπίσκοπος Κωνσταντίας (1968-1973), επίσκοπος Πάφου (1973-1977) και αρχιεπίσκοπος Κύπρου (1977 κ.ε.).

 

Βλέπε επίσης μερικά άλλα πρόσωπα με το επώνυμο Κυκκώτης, πιο κάτω.

 

Γιορτές:

Το μοναστήρι γιορτάζει κατά τις εκκλησιαστικές γιορτές τις αφιερωμένες στην Παναγία, ιδίως δε στις 15 Αυγούστου (Κοίμησις της Θεοτόκου) και στις 8 Σεπτεμβρίου (Γενέθλια της Θεοτόκου). Κατά τις γιορτές αυτές κατακλύζουν το μοναστήρι χιλιάδες προσκυνητές απ' όλη την Κύπρο και από το εξωτερικό. Σε παλαιότερες εποχές, οπότε δεν υπήρχε επαρκές οδικό δίκτυο αλλά δεν υπήρχαν ούτε και ικανά μεταφορικά μέσα, οι προσκυνητές ανέβαιναν στο μοναστήρι με γαϊδούρια, μούλες και αμάξια. Ιδίως για τη γιορτή του Δεκαπενταυγούστου, οι προσκυνητές ξεκινούσαν αρκετές μέρες πιο πριν, σε καραβάνια, για ένα πολυήμερο ταξίδι μέχρι τον Κύκκο, ιδίως όσοι κατέφθαναν από απομακρυσμένες περιοχές.

 

Η μεγάλη φήμη της Παναγίας Κυκκώτισσας ως θαυματουργού, οδηγούσε μέχρι τον Κύκκο όχι μόνο τους Ορθόδοξους προσκυνητές αλλά και προσκυνητές άλλων δογμάτων, ακόμη και Μωαμεθανούς.

 

Φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο:

Η μονή Κύκκου έχει να παρουσιάσει και ένα πολύ αξιόλογο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο. Χάρισε μεγάλες εκτάσεις γης για το κτίσιμο σχολείων, όπως τις περιοχές όπου στεγάζονται τα δημοτικά σχολεία της Μακεδονίτισσας και του Παρισινού, δώρισε γη στους δήμους για τη δημιουργία πολιτιστικών κέντρων, κατασκεύασε εργαστήρια και τα πρόσφερε σε όσους είχαν ανάγκες, όπως αυτό της ειδικής σχολής για δυσπροσάρμοστα παιδιά, επιχορήγησε ή ανέλαβε τις δαπάνες για την ανέγερση επιπρόσθετων κτιριακών εγκαταστάσεων σε σχολεία, όπως τη μεγάλη αίθουσα τελετών στο Λύκειο Κύκκου στην Πάφο, δημιούργησε κέντρα ηλεκτρονικών υπολογιστών σε διάφορα εκπαιδευτήρια, όπως στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, το Λύκειο Κύκκου Α' και πολλά άλλα. Επίσης με έξοδά της οικοδομήθηκαν παιδοκομικοί σταθμοί, κέντρα νεότητας, μέλαθρα ευγηρίας και άλλα ευαγή ιδρύματα.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στον ευαίσθητο τομέα της υγείας, αφού ο ιατρικός εξοπλισμός του Μεταμοσχευτικού Κέντρου και μέρος των εξοπλισμών των νοσοκομείων της Λευκωσίας και των χωριών Πεδουλάς και Παναγιά είναι έργο της μονής. Μεγάλη βοήθεια παρέχεται και στα Ορθόδοξα πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και στα ιεραποστολικά κλιμάκια της Αφρικής και της Ασίας.

 

Ένα άλλο σημαντικό έργο που έχει αναληφθεί από την αδελφότητα είναι αυτό της αναπαλαίωσης των μοναστηριακών της κτισμάτων και της αναστήλωσης των ιστορικών της μετοχίων. Μέχρι σήμερα οι σχετικές εργασίες έχουν αποπερατωθεί στην Αγία Μονή, στον Αρχάγγελο Μιχαήλ Λακατάμειας και στο χωριό Πολέμι, ενώ στον Σίντη η αναπαλαίωση ευρίσκεται σε εξέλιξη. Στην ίδια την μονή, οι μοναστηριακοί χώροι έχουν ανακαινιστεί και διακοσμηθεί με διάφορες εκκλησιαστικές παραστάσεις. Αρκετές από αυτές είναι τοιχογραφίες ενώ πολλές άλλες αποτελούνται από ψηφιδωτά, τα οποία κοσμούν την είσοδο και τους τοίχους της εσωτερικής αυλής και των διαδρόμων.

 

Αρχείο κατεχομένων εκκλησιών:

Με εμπνευστή τον μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρο, πραγματοποιήθηκε η πρώτη συστηματική καταγραφή και επιστημονική συγκέντρωση πληροφοριών, καθώς και η φωτογραφική και αρχιτεκτονική αποτύπωση των συλημένων εκκλησιών και άλλων χριστιανικών μνημείων στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου. Αυτό έγινε κατορθωτό μετά τη μερική άρση των περιορισμών διακίνησης στις κατεχόμενες περιοχές, το 2003. Συγκροτήθηκαν ομάδες ειδικών και το Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου χρηματοδότησε και ενέταξε την αποστολή στα  ερευνητικά του προγράμματα. Τρία χρόνια αργότερα, η φωτογραφική αποτύπωση των χριστιανικών μνημείων αποπερατώθηκε και σήμερα το Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου διαθέτει αρχείο με 20.000 έγχρωμες φωτογραφίες, συγκριτικό φωτογραφικό υλικό των μνημείων προ της εισβολής του 1974 και δελτία καταγραφής των χριστιανικών ναών.

 

Η έρευνα έγινε με επικεφαλής τον Χαράλαμπο Χοτζάκογλου, αρχαιολόγο, ειδικό σε θέματα βυζαντινής τέχνης, και κάλυψε 550 εκκλησίες στα κατεχόμενα. Από την επί τόπου αρχαιολογική εξέταση και φωτογραφική απεικόνιση προκύπτει ότι «η καταστροφή είναι ολοκληρωτική και εκούσια και δεν περιλαμβάνει μόνο τους ορθόδοξους χριστιανικούς ναούς αλλά και αυτούς των Μαρωνιτών, Αρμενίων και Λατίνων, ενώ 50 περίπου εξ αυτών έχουν μετατραπεί σε στρατόπεδα».

 

Όσες από τις εκκλησίες δεν μετατράπηκαν σε οθωμανικά τεμένη, χρησιμοποιούνται σήμερα ως ποδοσφαιρικές λέσχες, γραφεία σωματείων, θέατρα, ξενοδοχεία, εκθεσιακοί χώροι έργων τέχνης, εργαστήρια ζωγραφικής, αποθήκες, καταστήματα, νεκροτομεία, αχυρώνες, ορνιθώνες, στάβλοι και βουστάσια. Μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής σημασίας απογυμνώθηκαν βάναυσα από τις αγιογραφίες, τα εικονοστάσια και τις εικόνες τους. Από τις κατεχόμενες εκκλησίες μας αγνοούνται 15 με 20 χιλιάδες εικόνες.

 

Μετά την ολοκλήρωση της φωτογραφικής αποτύπωσης των χριστιανικών μνημείων, το Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου προχώρησε σε φωτογραφική έκθεση στη Λευκωσία, με τίτλο «Τα χριστιανικά μνημεία στην κατεχόμενη Κύπρο: Όψεις και πράξεις μιας συνεχιζόμενης καταστροφής»,με σκοπό την παρουσίαση, τόσο στο ευρύ κοινό όσο και στην επιστημονική κοινότητα, του μεγέθους της καταστροφής που υπέστη και συνεχίζει να υφίσταται η πολιτισμική κληρονομιά του τόπου. Στη συνέχεια η έκθεση μεταφέρθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και σε πρωτεύουσες της Ευρωπαϊκής  Ένωσης, με σκοπό την πληροφόρηση και την αποκάλυψη της καταστροφής στο δυτικοευρωπαϊκό κοινό, αλλά και την άσκηση πίεσης στο κατοχικό καθεστώς.

 

 

Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image