Κυπερούντα

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, στη γεωγραφική περιφέρεια της Πιτσιλιάς, περί τα 38,5 χμ. βόρεια της πόλης της Λεμεσού.

 

Η Κυπερούντα είναι κτισμένη σε ορεινή περιοχή σε μέσο υψόμετρο 1.130 μέτρων, με τα βόρειά της σύνορα να αποτελούν μέρος των διοικητικών ορίων των επαρχιών Λευκωσίας - Λεμεσού. Είναι το τέταρτο ψηλότερο χωριό της Κύπρου μετά τα χωριά Πάνω Αμίαντος, Πρόδρομος και Χανδριά. Το τραχύ βουνίσιο τοπίο με τις στενές βαθιές κοιλάδες είναι διαμελισμένο από τα ποτάμια δίκτυα του Κούρη και του Λιμνάτη, βασικών παραπόταμων του ποταμού Κούρη. Γύρω από το χωριό ξεπροβάλλουν ψηλές βουνοκορφές, που το ύψος τους κυμαίνεται μεταξύ 1.320 και 1.536 μέτρων. Τα βουνά της Μαδαρής (υψόμετρο 1.536 μέτρων), στα βόρεια της Κυπερούντας, δεσπόζουν του τοπίου.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν τα πυριγενή πετρώματα του Τροόδους, κυρίως γάββροι, διαβάσες, πλαγιογρανίτες και βερλίτες. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη.

 

Η Κυπερούντα δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 740 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή της καλλιεργούνται τα αμπέλια (οινοποιήσιμες ποικιλίες), τα εσπεριδοειδή (πορτοκαλιές, λεμονιές, μανταρινιές και κιτρομηλιές), οι αμυγδαλιές, τα φρουτόδεντρα (μηλιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές και ροδακινιές), οι ελιές, οι καρυδιές, τα σιτηρά, τα λαχανικά (πατάτες, φασολάκια, ντομάτες και αγγουράκια), τα νομευτικά φυτά και λίγα όσπρια (κουκιά, φασόλια και λουβιά). Υπάρχουν επίσης ακαλλιέργητες εκτάσεις όπου φυτρώνει άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, μαζ΄ιές, ξισταρκές και λατζ΄ιές.

 

Η κτηνοτροφία στην Κυπερούντα, όπως σε πολλά άλλα χωριά της Πιτσιλιάς, είναι περιορισμένη, για οικιακή κυρίως χρήση.

 

Το χωριό Κυπερούντα περιλαμβάνεται στο Σχέδιο Ενιαίας Αγροτικής Αναπτύξεως Πιτσιλιάς και έχει ωφεληθεί από αυτό με τη βελτίωση αγροτικών δρόμων, την κατασκευή εγγειοβελτιωτικών έργων, τη μετατροπή του σανατορίου σε νοσοκομείο και την κατασκευή υδατοδεξαμενής χωρητικότητας 270.000 μ³ νερού για την άρδευση 70 περίπου εκταρίων γης.

 

Η οδική σύνδεση της Κυπερούντας με τα γύρω χωριά γίνεται με ελικοειδείς δρόμους, εξαιτίας του βουνίσιου ανάγλυφου της περιοχής. Στα ανατολικά συνδέεται με το χωριό Χανδριά (περί τα 2 χμ.), στα νοτιοανατολικά με το χωριό Δύμες (περί τα 3,5 χμ.) και στα νοτιοδυτικά με το χωριό Πάνω Αμίαντος (περί τα 7,5 χμ.) και μέσω του με τα ορεινά θέρετρα του Τροόδους.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 288 
1891 341 
1901 415 
1911 509 
1921 567 
1931 652 
1946 1.217 
1960 1.548 
1973 1.806 
1976 2.007 
1982 1.636 
1992 1.455 
2001 1.497 

 

Η Κυπερούντα γνώρισε αξιόλογη πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1976. Σ’ αυτό συνέβαλαν, σε μεγάλο βαθμό, η εργοδότηση αρκετών κατοίκων της στο γειτονικό μεταλλείο του Αμιάντου και η αξιόλογη γεωργική της ανάπτυξη.
 

Το χωριό δεν έχει αναπτύξει τουρισμό σε μεγάλη κλίμακα. Ωστόσο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες μικρός αριθμός σπιτιών ενοικιάζεται σε ντόπιους παραθεριστές. Η μόνη βιομηχανική δραστηριότητα είναι τα είδη ένδυσης.

 

Στα βορειοδυτικά της Κυπερούντας βρίσκεται το σανατόριο που ιδρύθηκε εκεί κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας εξαιτίας του θαυμάσιου κλίματος της περιοχής και το οποίο μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε αποκλειστικά σαν ίδρυμα για τη θεραπεία ατόμων με αναπνευστικά προβλήματα τόσο από την Κύπρο όσο και από άλλες χώρες. Πρόσφατα, στα πλαίσια του Σχεδίου Ενιαίας Αγροτικής Αναπτύξεως Πιτσιλιάς, το σανατόριο της Κυπερούντας έχει μετατραπεί σε νοσοκομείο, το οποίο εξυπηρετεί και τα άλλα χωριά της περιοχής.

 

Η Κυπερούντα διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική της με τους ανηφορικούς δρόμους, τις κληματαριές, τις μικρές αυλές με τους ψηλούς αυλόγυρους, τις κεραμιδένιες και τσίγκινες στέγες των σπιτιών και τα γραφικά ανώγια.

 

Το χωριό υφίστατο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και μνημονεύεται ως Chiperonda από τον ντε Μας Λατρί, ο οποίος το συγκαταλέγει μεταξύ των χωριών που αποτελούσαν βασιλικά κτήματα. Στον χάρτη του Abraham Ortelius, του 1573, το χωριό βρίσκεται σημειωμένο ως Chiperoda.

 

Η ονομασία του χωριού υποδηλώνει ότι τούτο είναι αρχαιότερο της περιόδου της Φραγκοκρατίας και η ίδρυσή του θα πρέπει να τοποθετηθεί στα Βυζαντινά χρόνια. Η ονομασία του προέρχεται από το φυτό κύπειρος ή κύπερη, κοινώς σήμερα κάπουρος*, δυσεξόντωτο ζιζάνιο που αυτοφύεται στην περιοχή (επιστημονική ονομασία: Cyperus rotundus).

 

Κύρια εκκλησία του χωριού είναι εκείνη της Αγίας Μαρίνας. Υπάρχουν επίσης οι εκκλησίες της Μεταμορφώσεως και του Σταυρού˙ την τελευταία μνημονεύει ο Jeffery που γράφει ότι βρήκε σ’ αυτήν ενδιαφέροντα δείγματα εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής και τοιχογραφίες του 1521. Η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας είναι του 18ου αιώνα, όπως και εκκλησία έξω από το χωριό, κοντά στον ποταμό, αφιερωμένη στην Παναγία.

Φώτο Γκάλερι

Image