Λατίνοι

Image

Στην Κύπρο υπάρχει, για αιώνες, κοινότητα Λατίνων. Σήμερα οι Λατίνοι που ζουν στην Κυπριακή Δημοκρατία είναι ισότιμοι πολίτες και η ολιγάριθμη κοινότητά τους ευημερεί σε αρμονική συμβίωση και συνεργασία με την πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων. Οι Λατίνοι (ή Ρωμαιοκαθολικοί) αποτελούν θρησκευτική ομάδα που με βάση το άρθρο 2 (παραγρ. 3) του Συντάγματος της Δημοκρατίας, επέλεξαν κι ανήκουν στην ελληνική κοινότητα της Κύπρου.

 

Η θρησκευτική ομάδα των Λατίνων (ή Ρωμαιοκαθολικών) είναι η μία από τις τρεις θρησκευτικές ομάδες που αποτελούν αναγνωρισμένες μειονότητες, με αναγνωρισμένα δικαιώματα, στην Κύπρο. Οι άλλες δυο θρησκευτικές ομάδες είναι εκείνες των Αρμενίων και των Μαρωνιτών (η μειονότητα των Τουρκοκυπρίων δεν περιλαμβάνεται στις θρησκευτικές αυτές ομάδες επειδή είναι πολυπληθέστερη κι έχει αναγνωριστεί με τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, ως κοινότητα κι όχι μειονότητα, με υπερπρονόμια).

 

Η θρησκευτική ομάδα των Λατίνων της Κύπρου αποτελεί κατάλοιπο των περιόδων της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας και είναι η νεότερη από τις τρεις που υφίστανται σήμερα, αφού η παρουσία Αρμενίων και Μαρωνιτών στο νησί μαρτυρείται και πιο πριν, κατά τα Βυζαντινά χρόνια.

 

Η Βυζαντινή περίοδος της κυπριακής ιστορίας τερματίστηκε το 1191, με την κατάκτηση του νησιού από τον βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο. Ύστερα από μια αποτυχημένη αγοραπωλησία της Κύπρου, με πωλητή τον Ριχάρδο και αγοραστές τους Ναΐτες ιππότες, τον επόμενο χρόνο (1192) η Κύπρος αγοράστηκε από τον Γουίδο (Γκυ) ντε Λουζινιάν, τον ιδρυτή της δυναστείας των Φράγκων βασιλιάδων της Κύπρου, των Λουζινιανών. Οι πράξεις αυτές της κατάκτησης και αγοραπωλησίας της Κύπρου, έγιναν στο πλαίσιο της τρίτης Σταυροφορίας στην οποία ο Άγγλος βασιλιάς συμμετείχε. Στη συνέχεια η Κύπρος άρχισε να οργανώνεται ως βασίλειο δυτικοευρωπαϊκού μεσαιωνικού τύπου, που συστάθηκε το 1197 με πρώτο βασιλιά τον Αμάλριχο Λουζινιανό, αδελφό του Γουίδου που είχε στο μεταξύ πεθάνει. Ως βασίλειο η Κύπρος παρέμεινε μέχρι το 1489, τρεις σχεδόν αιώνες, οπότε και περιήλθε στην κατοχή της Βενετίας. Η περίοδος από το 1191 μέχρι το 1489 είναι γνωστή σαν Φραγκοκρατία. Οι Λουζινιανοί βασιλιάδες της Κύπρου ήσαν Φράγκοι (=Γάλλοι), όπως και οι περισσότεροι από τους ευγενείς και τιμαριούχους που εγκαταστάθηκαν στο νησί. Η άφιξη και εγκατάσταση φράγκικων οικογενειών στην Κύπρο, ανάγεται στις αρχές της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Οι πρώτοι Φράγκοι βασιλιάδες της Κύπρου προσκάλεσαν οικογένειες ευγενών από τη Γαλλία κυρίως, να έλθουν και να εγκατασταθούν μόνιμα στο νεοϊδρυθέν κυπριακό βασίλειο, όπου θα τους δίνονταν τιμάρια - φέουδα και πολλά προνόμια, κι όπου θα αποτελούσαν την άρχουσα τάξη. Η πρόσκληση αυτή ήταν πολύ δελεαστική τόσο για τους διάφορους τυχοδιώκτες, όσο και για οικογένειες ευγενών που για διάφορους λόγους, οικονομικούς και άλλους, αποφάσισαν ν' ανταποκριθούν και να έλθουν στην Κύπρο για μόνιμη εγκατάσταση. Ακόμη, άλλοι απ' όσους ήλθαν ήσαν σταυροφόροι που εξεστράτευσαν στην Ανατολή και παρέμειναν, και άλλοι ήσαν εγκατεστημένοι ήδη στους Αγίους Τόπους, στη Συρία και στην Παλαιστίνη, απ' όπου αργότερα μετακινήθηκαν στην Κύπρο αφού εκδιώχθηκαν από τους Μωαμεθανούς. Τέλος, πολλοί ήσαν έμποροι από τη Δύση που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο η οποία αποτέλεσε βασικό σταθμό διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Τέτοιοι έμποροι από ισχυρά κέντρα της Δύσης (όπως η Βενετία) βρίσκονταν εγκατεστημένοι στην Κύπρο και πριν από την έναρξη της Φραγκοκρατίας, με προνόμια αναγνωρισμένα από τους Βυζαντινούς, τουλάχιστον από το 1126. Να αναφέρουμε, επίσης, ότι μέχρι και τα μέσα της Φραγκοκρατίας υπήρχε μικρή Αρμενική Καθολική κοινότητα στη Λάρνακα.

 

Η αρχική πρόσκληση για εγκατάσταση οικογενειών Ευρωπαίων στο νεοϊδρυθέν βασίλειο της Κύπρου απέβλεπε κυρίως στην ενίσχυση της θέσης των Φράγκων κυριάρχων του νησιού, έναντι του ντόπιου πληθυσμού κι έναντι των εξωτερικών εχθρών, με την παρουσία ισχυρής δυνάμεως ομοθρήσκων ή και ομοεθνών. Και ήδη από την αρχή της περιόδου της Φραγκοκρατίας, άρχισαν να εγκαθίστανται στην Κύπρο και διάφορα μοναχικά θρησκευτικά τάγματα, των οποίων οι εκπρόσωποι ήλθαν από τους Αγίους Τόπους κι από αλλού. Η Λατινική Εκκλησία εγκαταστάθηκε επίσης στην Κύπρο το 1196 κι ελεγχόταν από τον πάπα της Ρώμης. Το νέο καθεστώς (βασιλική οικογένεια, ευγενείς φεουδάρχες, Λατινική Εκκλησία και μοναχικά τάγματα, ιππότες και έμποροι και άλλοι αστοί καθώς και στρατιωτικοί) υποδούλωσε πλήρως τον ντόπιο πληθυσμό και οι Κύπριοι έγιναν, στη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους, δουλοπάροικοι. Υπό σκληρό διωγμό βρέθηκε και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, και κατά την επακόλουθη περίοδο της Βενετοκρατίας, βρίσκονταν βέβαια στην Κύπρο και αρκετές άλλες εθνικές ομάδες, από Καταλανούς, Αραγωνέζους και άλλους Ισπανούς, μέχρι Αρβανίτες, Σύρους, Γεωργιανούς, Κόπτες, Αιθίοπες, Εβραίους, Νούβιους κλπ. Οι ομάδες όμως αυτές δεν επιβίωσαν μέχρι σήμερα.

 

Για τους Ευρωπαίους της Κύπρου η κατάσταση διαφοροποιήθηκε ριζικά μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Τούρκους το 1570-71. Όσοι από τους Φράγκους, τους Βενετούς και άλλους Λατίνους επιβίωσαν από τον πόλεμο και τις σφαγές, αντιμετώπισαν ευθύς αμέσως το πρόβλημα που τέθηκε ως σουλτανική προσταγή: δεν μπορούσαν να ζήσουν πλέον στο νησί, εκτός κι αν προσχωρούσαν είτε στον Ισλαμισμό είτε στην Ορθοδοξία. Η πλειονότητα των Λατίνων της Κύπρου (εννοείται απ' όσους επέζησαν) εγκατέλειψε τότε την Κύπρο. Το ίδιο έπραξαν κι όλοι οι εκπρόσωποι της Λατινικής Εκκλησίας καθώς και πολλές οικογένειες Κυπρίων, απ' όσες είχαν στο μεταξύ κατορθώσει να ανέλθουν στην τάξη των αστών. Αρκετοί άλλοι από τους Λατίνους, που για διάφορους λόγους δεν θέλησαν να φύγουν ή και δεν μπόρεσαν, κρύφτηκαν σε χωριά όπου άλλαξαν και τα ονόματά τους, παρουσιαζόμενοι αργότερα ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Αρκετά αργότερα, απόγονοι τέτοιων οικογενειών μπόρεσαν να επανέλθουν στον Καθολικισμό, κυρίως στη Λάρνακα όπου η παρουσία των ξένων προξενείων δημιούργησε κάπως πιο φιλελεύθερες συνθήκες μέσα στις οποίες κατέστη δυνατή η επανασύνταξη, περίπου από τα τέλη του 18ου αιώνα, μιας μικρής λατινικής κοινότητας. Η μικρή αυτή κοινότητα διευρύνθηκε στη συνέχεια, με την άφιξη κι εγκατάσταση στο νησί - και βασικά στη Λάρνακα - οικογενειών Ευρωπαίων εμπόρων, κυρίως γαλλικής, ιταλικής και δαλματικής καταγωγής.

 

Έτσι, σιγά - σιγά δημιουργήθηκε στο νησί μια Καθολική μπουρζουαζία με έδρα τη Λάρνακα, που αποτελούσε τότε την αφρόκρεμα της πόλης και που τα μέλη της αποκαλούνταν από τους ντόπιους Λεβαντίνοι ή και Φραγκολεβαντίνοι. Η κοινότητα αυτή διαδραμάτισε κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, σημαντικό πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική, πνευματική και οικονομική ζωή του τόπου, καθώς και στην ανάπτυξη του εμπορίου με το οποίο κυρίως ασχολείτο. Εξάλλου, με τη διαφοροποίηση των συνθηκών, μπόρεσαν κατά την ίδια περίοδο να έλθουν στην Κύπρο και να εγκατασταθούν στη Λάρνακα αρχικά, και μέλη δυτικών θρησκευτικών ταγμάτων όπως του Αγίου Ιωσήφ και των Φραγκισκανών (βλέπε και αναφορές στο λήμμα Λάρνακα [πόλη], κεφάλαιο για την ιστορία της πόλης, όπου και αναφορά για τον ρόλο των προξενείων και των ξένων εμπόρων, γιατρών και άλλων κατοίκων της). Κατά την Τουρκοκρατία στην Κύπρο δραστηριοποιήθηκαν και Καπουτσίνοι, ενώ μαρτυρείται και η παρουσία Ουνιτών (Ελληνόρυθμων Καθολικών).

 

Κατά τη διάρκεια της βρετανικής κατοχής (1878-1960), στα παλαιά Καθολικά στοιχεία προστέθηκαν και Μαλτέζοι και, βέβαια, Βρετανοί. Επίσης, μερικοί Μαρωνίτες ενσωματώθηκαν στους Λατίνους. Αριθμητικά, κατά την πρώτη απογραφή πληθυσμού το 1881, οι Λατίνοι ανέρχονταν σε 1.275, το 1891 σε 915 άτομα, το 1901 σε 824, το 1911 σε 815, το 1921 σε 952, το 1931 σε 851, ενώ το 1946 ανέρχονταν σε 1.014 άτομα. Κατά την απογραφή του 1960 ο αριθμός τους ανερχόταν στις 4.505, από τους οποίους όμως μόνο οι 2.796 ήσαν μεσογειακής καταγωγής, περιλαμβανομένων και των Μαλτέζων. Οι υπόλοιποι ήσαν κυρίως Άγγλοι Καθολικοί. Μετά την αναχώρηση των πλείστων Άγγλων το 1960 και την αφομοίωση άλλων από την ελληνοκυπριακή κοινότητα μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο αριθμός των Λατίνων της Κύπρου υπολογίζεται ότι σήμερα (2010) κυμαίνεται γύρω στους 1.000. Έχουν όμως Εκπρόσωπο στη Βουλή και ένα θρησκευτικό αρχηγό, τον Γενικό Βικάριο των Λατίνων και ταυτόχρονα αποστολικό νούντσιο, που εδρεύει στη Λευκωσία και υπάγεται στον Λατίνο πατριάρχη της Ιερουσαλήμ. Ο κληρικός αυτός είναι ξένος που ανήκει στην τάξη του τάγματος των Μικρών Αδελφών (Φραγκισκανών).

 

Οι καθολικές εκκλησίες της Κύπρου υπηρετήθηκαν για χρόνια από Ισπανούς ιερείς λόγω μιας δωρεάς 100.000 πεσετών, που έκανε η βασίλισσα Μαρία - Χριστίνα των Βουρβώνων, σύζυγος του Αλφόνσου IB', με σκοπό το κτίσιμο στη Λευκωσία εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού η οποία εγκαινιάστηκε στις 8 Απριλίου 1900.

 

Η λατινική κοινότητα της Κύπρου αποτελείται σήμερα από οικογένειες γενικά εύπορες και είναι δραστήρια στον τομέα της εκπαίδευσης, χάρις στα κολλέγια Tέρρα Σάντα που διατηρούν οι Φραγκισκανοί (ένα για αγόρια στη Λευκωσία, ένα για κορίτσια στη Λεμεσό, και ένα τρίτο στην Αμμόχωστο που αναγκάστηκε να διακόψει τις δραστηριότητές του μετά την τουρκική εισβολή), και παλαιότερα σε δυο σχολεία μέσης εκπαίδευσης των Αδελφών του Αγίου Ιωσήφ στη Λευκωσία και στη Λάρνακα, που ιδρύθηκαν το 1884 και 1844, αντίστοιχα, από Γαλλίδες μοναχές με σκοπό την εκπαίδευση των κοριτσιών των ευρωπαϊκών οικογενειών της Κύπρου και για να προσφέρουν ιατρική περίθαλψη στους αρρώστους. Η αποστολή χρηματοδοτήθηκε από τον Σύνδεσμο της Λυών για τη διάδοση της πίστης. Το σχολείο της Λάρνακας έκλεισε το 1985, ενώ της Λευκωσίας έκλεισε το 1998.

 

Μια από τις ιδιοτυπίες της λατινικής θρησκευτικής ομάδας είναι το γεγονός ότι ο θρησκευτικός της αρχηγός είναι ξένος. Ο σημερινός οικουμενισμός του Βατικανού επέτρεψε τη μείωση των παλαιών προκαταλήψεων των Ελλήνων Ορθοδόξων εναντίον των Λατίνων και αντίθετα, αφού μέχρι πρόσφατα ο γάμος μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων μπορούσε να οδηγήσει σε αφορισμό των συζύγων, ώστε χρειάστηκε με πρόνοια του άρθρου 87 του Συντάγματος του 1960, να εφαρμοσθεί ένας νόμος που υπαγόρευσε ο Βρετανός ύπατος αρμοστής στα 1889 και που έδινε στη γαμήλια ένωση Χριστιανών διαφόρων δογμάτων τον χαρακτήρα του πολιτικού γάμου.

 

Οι Λατίνοι διαθέτουν τις εξής εκκλησίες: του Τιμίου Σταυρού στη Λευκωσία, της Παναγίας των Χαρίτων στη Λάρνακα, της Αγίας Αικατερίνης στη Λεμεσό και των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού στο Μέσα Χωριό. Υπάρχουν επίσης τα παρεκκλήσια της Αγίας Μαρίας (Τρόοδος), Αγίου Ιωσήφ (Πρόδρομος), Αγίας Ελισάβετ (Κερύνεια), όπως και οι Μονές Αγίου Ιωσήφ (Λευκωσία και Λάρνακα) και Αγίας Μαρίας (Λεμεσός). Τέλος, η λατινική κοινότητα της Πάφου χρησιμοποιεί την εκκλησία της Χρυσοπολίτισσας, ενώ στην Πόλη Χρυσοχούς χρησιμοποιούν την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.

 

Μικρή και προνομιούχα, η λατινική κοινότητα, διατηρεί στενούς δεσμούς με την ελληνική κοινότητα, της οποίας υιοθέτησε τη γλώσσα και την πολιτιστική παράδοση και συνεισφέρει αποτελεσματικά στην κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική πρόοδο του νησιού. Ωστόσο, τα τελευταία 15-20 χρόνια παρατηρείται η εισροή Καθολικών από τις χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική, οι οποίοι και δεν έχουν ενσωματωθεί ακόμη στο κυπριακό γίγνεσθαι.

Φώτο Γκάλερι

Image