Λεόντιος αρχιεπίσκοπος

Image

Σημαντική θρησκευτική και πολιτική προσωπικότητα της Κύπρου κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα (περίοδος Αγγλοκρατίας). Επίσκοπος Πάφου από το 1930 (εγκαταστάθηκε στις 6 Αυγούστου) μέχρι τις 20 Ιουνίου 1947 οπότε εξελέγη αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Κατά τη δύσκολη περίοδο της Παλμεροκρατίας (περίοδος κατά την οποία οι ’γγλοι είχαν εφαρμόσει στην Κύπρο σκληρά δικτατορικά μέτρα μετά την εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931, τα γνωστά Οκτωβριανά) και μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυρίλλου Γ΄ στις 16 Νοεμβρίου 1933, από την ημερομηνία αυτή ο Λεόντιος ήταν τοποτηρητής του χηρεύοντος αρχιεπισκοπικού θρόνου μέχρι την εκλογή του ιδίου ως αρχιεπισκόπου στις 20 Ιουνίου 1947. Μετά την εκλογή του, ο Λεόντιος υπηρέτησε ως αρχιεπίσκοπος Κύπρου για σύντομο διάστημα ενός μηνός και μερικών ημερών, αφού πέθανε στις 26 Ιουλίου 1947.

 

Βιογραφικά: Ο αρχιεπίσκοπος Λεόντιος (κατά κόσμον Αντώνιος Λεοντίου) γεννήθηκε στη Λεμεσό στις 3 Μαρτίου 1896 στην οδό Βασιλείου Μακεδόνος, τον δρόμο που οι Λεμεσιανοί μελετητές ονόμασαν «Καρτιέ Λατέν» της πόλης τους. Πατέρας του Αντώνιου Λεοντίου ήταν ο σιδηρουργός Σάββας Λεοντίου, ο οποίος καταγόταν από το χωριό ’γιος Δη΅ητριανός της Πάφου, και ΅ητέρα του ήταν η Eλένη Xατζή Aντώνη από τη Λεμεσό. 

Τα πρώτα γράμματα διδάχθηκε στη γενέτειρά του, στην οποία παρακολούθησε και γυμνασιακά μαθήματα στο Ελληνικό Γυμνάσιο Λεμεσού. Αμέσως μετά αποφάσισε ν’ ακολουθήσει την εκκλησιαστική σταδιοδρομία. Εκάρη μοναχός το 1913 και παρέμεινε κοντά στη Λεμεσό για τα επόμενα έξι χρόνια, υπηρετώντας στο μικρό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Χαβούζας.

Εκεί  γνώρισε τους ασκητές ΅οναχούς, τους αυτάδελφους Kύριλλο και Nήφωνα, οι οποίοι διέ΅εναν σε κελιά που υπήρχαν γύρω από τον ναό του Aγίου Γεωργίου, της κοινότητας Aγίας Φυλάξεως, και ήταν αγιογράφοι. Κατά το διάστημα αυτό ασχολήθηκε και με την εκκλησιαστική ζωγραφική, ακολουθώντας το σύστημα της αγιορείτικης αγιογραφίας, κι έζησε ασκητική ζωή.

O Αντώνιος, ο οποίος την εποχή του θανάτου της μητέρας του ήταν ΅αθητής της Πέ΅πτης τάξεως του H΅ιγυ΅νασίου της Λεμεσού, αποφάσισε να εγκαταλείψει τις σπουδές του και στις 16 Mαρτίου 1913, λίγο καιρό μετά το θάνατο της μητέρας του, κατέφυγε στη Mονή του Aγίου Γεωργίου του Aλα΅άνου, προκειμένου να αφοσιωθεί στον ασκητισμό. H ενέργεια του συνάντησε την αντίδραση τόσο του πατέρα και του αδελφού του, που τον αναζήτησαν ΅ε τη συνδρο΅ή της αστυνο΅ίας. Ο Αντώνιος αναγκάστηκε να καταφύγει στην Λάρνακα, όπου τον εντόπισε κάποιος αμαξάς με το όνομα Γιακουμής, ο οποίος ήταν γνωστός του πατέρα του και ειδοποίησε την οικογένεια Λεοντίου. Η αστυνομία που τον αναζητούσε τον συνέλαβε και στη συνέχεια, όταν ο πατέρας του ΅ετέβη στη Λάρνακα για να τον παραλάβει, ο Αντώνιος τον έπεισε για την ορθότητα της αποφάσεως του να ακολουθήσει τον μαναστικό βίο και ο πατέρας του αφού τον οδήγησε ο ίδιος στη Mονή του Aγίου Γεωργίου του Aλα΅άνου τον άφησε να επιλέξει ο ίδιος το μέλλον του.

Το 1919 ο Λεόντιος χειροτονήθηκε σε διάκονο από τον επίσκοπο Κιτίου Νικόδημο Μυλωνά (1918-1937) στις 16 Ιουνίου 1919 στον Ιερό Ναό Αγίας Νάπας και στη συνέχεια  εστάλη από τον ίδιο για ανώτερες σπουδές στην Ελλάδα. Σπούδασε θεολογία στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1919 μέχρι το 1923 οπότε κι αποφοίτησε. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επανήλθε στην Κύπρο όπου αμέσως διορίστηκε καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας στο οποίο και υπηρέτησε για τρία χρόνια (1923-1926). Το 1926 μετετέθη στη Μητρόπολη της Πάφου όπου διορίστηκε ιεροκήρυκας και, συγχρόνως, καθηγητής στο Γυμνάσιο της πόλης. Τον επόμενο χρόνο (1927) επιλέχθηκε για μεταπτυχιακές σπουδές στη θεολογία. Πήγε τότε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όπου και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και στη Θεολογική Ακαδημία της Νέας Υόρκης κι ανακηρύχθηκε Bachelor of Theology και ακολούθως Master in Sacred Theology.

 

Στις 22 Απριλίου 1930, κι ενώ ακόμη βρισκόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξελέγη στην Κύπρο επίσκοπος Πάφου σε διαδοχή του επισκόπου Ιακώβου Αντζουλάτου που είχε πεθάνει στις 25 Δεκεμβρίου 1929.  Η πρόταση στο πρόσωπο του έγινε αποδεκτή από την πλευρά της Κυπριακής αριστεράς, ενώ η Δεξιά στήριξε αρχικά την υποψηφιότητα του Σιναΐτη Aρχι΅ανδρίτη Aνδρόνικου (Bρυωνίδη) από τον Στατό της επαρχίας Πάφου, ο οποίος προτάθηκε από Kυπρίους της Aιγύπτου, όμως τελικά επιλέχθηκε, ομόφωνα, ο Λεόντιος για τη θέση του Μητροπολίτη Πάφου. Ο Λεόντιος ολοκλήρωσε τις σπουδές του στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Μάιο του 1930 και υπέβαλε τη μελέτη υπό τον τίτλο

  • «Εκκλησία και Κράτος κατά τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία», για την απόκτηση του μεταπτυχιακού τίτλου από το Θεολογικό Ινστιτούτο.

 

Ο Λεόντιος επέστρεψε στην Κύπρο στις 31 Ιουλίου 1930. Στις 3 Αυγούστου 1930 χειροτονήθηκε στη Λευκωσία σε πρεσβύτερο και ύστερα από τρεις μέρες στις 6 Αυγούστου χειροτονήθηκε σε επίσκοπο.

 

Μετά την εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Λεόντιος απουσίαζε από την Κύπρο μετέχοντας σε διεθνές συνέδριο, εξορίστηκαν από την Κύπρο ο επίσκοπος Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς και ο επίσκοπος Κυρηνείας Μακάριος (ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β΄). Ύστερα από πολλά εμπόδια, ο Λεόντιος κατόρθωσε να εξασφαλίσει από τις αγγλικές αρχές την άδεια να επιστρέψει στην Κύπρο. Στις 16 Νοεμβρίου 1933 πέθανε ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριλλος Γ΄ και ο επίσκοπος Λεόντιος παρέμεινε ο μόνος ιεράρχης στην Κύπρο, οπότε ανέλαβε και ως τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1937 πέθανε στην εξορία και ο επίσκοπος Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, οπότε ο Λεόντιος ανέλαβε και την τοποτηρητεία του θρόνου Κιτίου, επί του οποίου επιστάτευε, όπως κι επί του θρόνου Κυρηνείας.

 

Ωστόσο εξαιτίας της δραστηριότητάς του κατά των ’γγλων, αν και δεν ακολούθησε στην εξορία τους επισκόπους Κιτίου και Κυρηνείας, ο Λεόντιος εκτοπίσθηκε από τις αποικιοκρατικές αρχές στην Πάφο κατά τις περιόδους 1938-1939 και 1939-1940, ενώ επανειλημμένα σύρθηκε και στο δικαστήριο.

Οι Βρετανικές αρχές μετά τα Οκτωβριανά επιχείρησαν να θέσουν υπό έλεγχο τη Δημόσια Εκπαίδευση και αυτό έγινε κατορθωτό μόνο σε ότι αφορούσε τη Δημοτική Εκπαίδευση. Η Μέση Εκπάιδευση δεν κατέστη δυνατό να περάσει κάτω από τον κρατικό -αποικιοκρατικό έλεγχο λόγω της σθεναρής αντίδρασης της Εκκλησίας. Οι  επιστολές του Λεόντιου στον κυβερνήτη Πάλμερ για τα θέματα της κυβερνητικής επέμβασης στην ελληνική παιδεία της Κύπρου περιλαμβάνονται ανάμεσα στα σημαντικότερα κείμενα της πολιτικής ιστορίας της περιόδου της Αγγλοκρατίας και εξηγούν εν πολλοίς πώς η Ε/κ πλευρά διαμόρφωσε την ιδεολογία της από το Μεσόπολεμο και μετά. Εν ολίγοις στη διάρκεια της Παλμεροκρατίας ο εθναρχικός ρόλος της κυπριακής εκκλησίας δοκιμάστηκε σκληρά. Χάρη κυρίως στους αγώνες του Λεοντίου,  η Εκκλησία εξήλθε ενδυναμωμένη και ηθικά ενισχυμένη, με αποτέλεσμα να παραμείνει σε αυτή ο έλεγχος της ηγεσίας των Ελληνοκυπρίων.

 

Ο Λεόντιος, εν ολίγοις ήθελε με κάθε τρόπο να διατηρήσει την εθναρχική του ιδιότητα, η οποία μπορούσε να κλονιστεί, τόσο από τους Βρετανούς όσο  από την παρουσία κομμάτων τα οποία είχαν ξεκινήσει στη δεκαετία του 1940 να οργανώνονται, όπως ήταν το ΑΚΕΛ και το ΚΕΚ. Έτσι εξάγγειλε, στις 23 Μαΐου 1941, τη σύσταση εξαμελούς «Λαϊκού Συμβουλίου Εκκλησίας Κύπρου». Όπως ανέφερε, το Συμβούλιο θα είχε συμβουλευτικό ρόλο και σε αυτό θα αντιπροσωπευόταν κάθε επαρχία από έναν εκπρόσωπο, που θα διόριζε ο ίδιος. Αυτοί ήταν οι Κύριλλος Παυλίδης για τη Λευκωσία, Λούης Λοΐζου για την Αμμόχωστο, Όμηρος Δημητριάδης για την Πάφο, Δημητρός Δημητρίου για τη Λάρνακα, Ιωάννης Κυριακίδης για τη Λεμεσό και Χαρίλαος Δημητριάδης για την Κερύνεια.

 Με την ενέργεια αυτή ο Λεόντιος εξακολούθησε να αποτελεί τον εκπρόσωπο των Ελλήνων κατοίκων έναντι των Βρετανών, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι επισήμως δεν αναγνώριζαν την εθναρχική ιδιότητά του. Ενίσχυσε, έτσι, τον θεσμό της Εθναρχίας και δημιούργησε τις προϋποθέσεις, ώστε η Κυπριακή Εκκλησία Κύπρου να εξακολουθήσει να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στα εθνικά, εκπαιδευτικά και κοινωνικά ζητήματα του τόπου. Αργότερα, ο θεσμός αυτός ενισχύθηκε περαιτέρω με τη δημιουργία Εθναρχικού Συμβουλίου, που παρενέβαινε στις πολιτικές εξελίξεις, με αποτέλεσμα ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος να καταστεί ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των Ελλήνων της Κύπρου. (Βλέπε: Κωστής Κοκκινόφτας, Λεόντιος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου).  

 

Ο Λεόντιος βέβαια πέρα από την στήριξη της Ελληνικής Παιδείας είχε και πολιτικό κριτήριο, επιχειρώντας να αποδυναμώσει την πολιτική διαίρει και βασίλευε των Βρετανών οι οποίοι επιχειρούσαν να χρησιμοποιήσουν τους Τ/κ ως αντίβαρο προς τους Ελληνοκυπρίους.

Από τη μια λοιπόν φρόντισε για τη διάδοση των Ελληνικών γραμμάτων και τεχνών και την διαφύλαξη της Ελληνικής εθνικής ταυτότητος των Κυπρίων. Από την άλλη  προσπάθησε να επανεντάξει στην Ορθοδοξία τους Λινοβάμβακους, τους Κύπριους κρυπτο-χριστιανούς, σε μια προσπάθεια αποδυνάμωσης της Τ/κ Κοινότητας.

Το οικουμενικό πνεύμα του Λεόντιου δεν τον εμπόδισε να προχωρήσει και σε άλλες κινήσεις. Το 1938 διενήργησε έρανο, ο οποίος απέφερε το ποσό των 345 λιρών, υπέρ των πληγέντων από σεισμό κατοίκων της Τουρκίας. Στις 8 Νοεμβρίου 1940 εξέδωσε εγκύκλιο, με την οποία προέτρεπε όσους επιθυμούσαν να προσφέρουν στους εράνους υπέρ του αγωνιζόμενου Ελληνικού στρατού, αρραβώνες, κοσμήματα, χρυσά και αργυρά νομίσματα. Παράλληλα φρόντισε την διαμονή περί των έξι χιλιάδων Ελλαδιτών προσφύγων που εγκατέλειψαν την Ελλάδα λόγω της Κατοχής. 

Το 1946, αν και πιεζόταν να προχωρήσει σε καταδίκη του κομμουνισμού, εξέδωσε απλώς διαφωτιστική εγκύκλιο, ακολουθώντας τη γνωμάτευση του πανοικουμενιστή πρώην καθηγητή του στη Θεολογική Σχολή Αθηνών Αμίλκα Αλιβιζάτου, σύμφωνα με την οποία «...η καταδίκη πολιτικής θεωρίας από την Εκκλησία ήταν αντικανονική και αυτό που μπορούσε να γίνει, σε περίπτωση που διαδίδονταν μέσω αυτής αντιθρησκευτικές ιδέες, ήταν να διαφωτιστεί κατάλληλα ο λαός».

Τον Νοέμβριο του 1946 ο Λεόντιος πήγε στην Αθήνα και στο Λονδίνο, επικεφαλής κυπριακής πρεσβείας, προς προώθηση του αιτήματος του κυπριακού Ελληνισμού για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. 

Τη διεκδικητική αυτή πολιτική ανέκοψε η διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα των μελών της Κυπριακής Αδελφότητας των Αθηνών Αχιλλέα Κύρου και Νικόλαου Κλ. Λανίτη, οι οποίοι εξέφραζαν, όπως ανέφεραν σε τηλεγράφημα, στις 30 Μαρτίου 1946, και την άποψη του Μακαρίου Κυρηνείας. Σύμφωνα με όσα υποστήριζαν, πιθανότατα με υπόδειξη διπλωματικών κύκλων της Ελληνικής Κυβέρνησης, οι πολιτικές συνθήκες της εποχής επέβαλλαν την προσαρμογή των κυπριακών ενεργειών στο πνεύμα των «αδελφικών ελληνοβρετανικών σχέσων». Τη θέση αυτή επεξήγησε ο νέος Έλληνας Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Τσαλδάρης σε τηλεγράφημα προς τον Λεόντιο, τον Απρίλιο του 1946, με το οποίο υπογράμμιζε, ότι η πραγματοποίηση της Ένωσης εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ελληνοβρετανική συνεργασία. Παρόμοια θέση ο Τσαλδάρης διατύπωσε και στις προγραμματικές δηλώσεις του στην Ελληνική Βουλή, στις 17 Μαΐου 1946, όπου ανέφερε ότι το ζήτημα της Κύπρου δεν ήταν διεθνές, αλλά αφορούσε αποκλειστικά την Ελλάδα και τη Μεγάλη Βρετανία

 

Αναδιοργάνωση 

 

Μετά την άρση των δικτατορικών μέτρων που είχαν εφαρμόσει στην Κύπρο οι ’γγλοι, και μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, η Κυπριακή Εκκλησία μπόρεσε να αναδιοργανωθεί. Ο εξόριστος επίσκοπος Κυρηνείας Μακάριος κατέστη δυνατό να επιστρέψει στην Κύπρο, έγινε δε κατορθωτή και η διενέργεια εκλογών προς ανάδειξη νέων ιεραρχών. Έτσι έγιναν αρχιεπισκοπικές εκλογές που τις κέρδισε ο Λεόντιος ο οποίος κι εξελέγη στις 20 Ιουνίου 1947. Στις 12 Ιουλίου 1947 εξέδωσε ιστορικό διάγγελμα προς τον κυπριακό Ελληνισμό με το οποίο καλούσε τον λαό να απόσχει από τη Συμβουλευτική Συνέλευση που οργανώθηκε από την αποικιακή κυβέρνηση. Απεβίωσε, όμως, τριάντα έξι μέρες αργότερα,  στις 26 Ιουλίου 1947, σε ηλικία μόλις πενήντα ενός ετών, χωρίς να προλάβει να θέσει σε εφαρμογή τον μεγαλόπνοο σχεδιασμό του για την αναγέννηση της Κυπριακής Εκκλησίας και τη συνακόλουθη συμβολή στην ευρύτερη διάδοση και ενίσχυση των ελληνικών γραμμάτων στο νησί.

Διάδοχός του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο εξελέγη, τον Δεκέμβριο του 1947, ο Μακάριος Β΄ (1947-1950), μέχρι τότε επίσκοπος Κυρηνείας. Ο οποίος ακολούθησε κατά πόδας την πολιτική Λεόντιου.

Δεν είναι τυχαίο ότι στη συνέχεια η Εκκλησία πρωτοστάτησε στη διενέργεια του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, είχε την πολιτική ηγεσία του Αγώνα της ΕΟΚΑ αλλά στην πορεία εξέλεξε και τον προκαθήμενο της Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ ως τον πρώτο πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η μάχη για τη διατήρηση του Εθναρχεύοντος ρόλου της Κυπριακής Εκκλησίας κρίθηκε επί αρχιεπισκοπίας του Λεόντιου και κερδήθηκε προσφέροντας ίσως στην Εκκλησία δυσανάλογο ρόλο σε σχέση με τα πολιτικά κόμματα της Κύπρου. Σε αυτό βέβαια συνέτειναν και τα ίδια τα κόμματα τα οποία δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε μια πολιτική συμφωνία, όπως διαφάνηκε το 1947 στη Διασκεπτική. Ο Λεόντιος ασκώντας εθναρχικό ρόλο επιχείρησε πάντως να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς στην Κύπρο. Πίστευε, κυρίως μετά τις Δημοτικές Εκλογές του 1946 και την κατάληψη όλων των μεγάλων Δήμων από το ΑΚΕΛ ότι το κόμμα αυτό δεν μπορούσε να απομονωθεί. Αυτό το κατάφερε μόνον ο Αρχιεπίσκοπος Μακαριος Γ΄ μετά την Ανεξαρτησία, όταν ως Αρχιεπίσκοπος, Πρόεδρος και Εθνάρχης κατόρθωσε να ελέγξει πλήρως την πολιτική και κομματική ζωή της χώρας. 

 

Στις 18 Νοεμβρίου 2015 πραγματοποιήθηκαν στην αυλή του Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου στη Λευκωσία τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Λεοντίου (1896-1947).

Φώτο Γκάλερι

Image