Λινάρι

Image

Από το μσν. λινάρι από το οποίο προήλθε το μτγν. λινάριον, υποκ. του αρχ. λίνον. Το λινάρι από τα βάθη των αιώνων ήταν το φυτό που έδινε τις κλωστές για τα υφαντά σ' όλες τις μεσογειακές χώρες. Εκαλλιεργείτο και στην Κύπρο από την Αρχαιότητα. Το συναντούμε σ' όλες τις περιόδους της κυπριακής ιστορίας να χρησιμοποιείται για την ύφανση των περίφημων λινών ή λινομεταξωτών υφασμάτων, που ήσαν περιζήτητα όχι μόνο στην εσωτερική αγορά, αλλά και στο εξωτερικό. Αν και κατά τα μέσα του 14ου αιώνα η καλλιέργεια του λιναριού εκτοπίστηκε σε σοβαρό βαθμό από το βαμβάκι, ωστόσο αυτό μαζί με το βαμβάκι και το μετάξι συνέχισε ν' αποτελεί τη βασική πρώτη ύλη της κυπριακής υφαντουργίας μέχρι τη σύγχρονη εποχή που, για λόγους οικονομικούς, άρχισε να υφίσταται τον μεγάλο και οξύ συναγωνισμό των τεχνητών υλών. Η σπουδαιότητα του λιναριού βασιζόταν στο γεγονός ότι οι ίνες του διακρίνονταν για την αντοχή, τη διάρκεια και τη στιλπνότητά τους. Τα λινά υφάσματα, ανάλογα με το πάχος και τη λεπτότητά τους, χρησιμοποιούνταν για πολλούς και διάφορους σκοπούς, π.χ. για την κατασκευή ενδυμάτων, για πανιά ή ξάρτια καραβιών, για σάκκους και για άλλες οικιακές κατασκευές και χρήσεις (τραπεζομάντηλα, πετσέτες, μαντήλια κ.ά.).

 

(Βοταν.). Μονοετές φυτό, της κλάσης των δικότυλων και της οικογένειας των Λινιδών (Livaceae), που περιλαμβάνει 200 είδη περίπου, ιθαγενή των παρατροπικών και εύκρατων περιοχών και των δυο ημισφαιρίων. Έχει βλαστό μονήρη, που φθάνει σε ύψος τα 50-90 εκατοστόμετρα περίπου, λεπτό και λείο. Τα φύλλα του είναι γραμμοειδή, λογχοειδή με τρία νεύρα μυτερά στην άκρη. Τα άνθη του είναι ζωηρά μπλε, μικρά, και μαραίνονται γρήγορα. Έχουν σέπαλα αυγοειδή και πέταλα που είναι μακρύτερά τους. Ο καρπός του λιναριού είναι κάψα 7-9 χιλιοστομέτρων που περιέχει περίπου 10 σπέρματα σε δεκάχωρη ωοθήκη.

 

(Ιστορ.). Από την ονομασία του (Linum usitatissimum) το λινάρι φαίνεται πως ήταν χρησιμότατο φυτό, που καλλιεργείται για τις κλωστές του από τα αρχαιότατα χρόνια. Η σημασία του λιναριού εξακολουθεί να είναι μεγάλη και στην εποχή μας. Οι ίνες του λιναριού, ανθεκτικές και λεπτές, χρησιμοποιούνται πάρα πολύ στην υφαντική και πλεκτική, ενώ τα σπέρματά του είναι ελαιούχα και φαρμακευτικά. Υπολείμματα λινών υφασμάτων έχουν βρεθεί σε λιμναίες πόλεις της Προϊστορικής εποχής. Λινά υφάσματα επίσης βρέθηκαν σε τάφους της Βαβυλωνιακής και Προβαβυλωνιακής εποχής, τουλάχιστον 2.500 χρόνια π.Χ., ενώ στην Αίγυπτο ήταν γνωστό από τη 2η χιλιετηρίδα π.Χ. Στον ελληνικό χώρο φαίνεται πως ήταν γνωστό από την Ομηρική εποχή, όπως δείχνουν τα έπη, όπου συχνά αναφέρεται η λέξη λίνος. Χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή λινών υφασμάτων, πολύτιμων πλεκτικών ειδών, σεντονιών και θωράκων (λινοθώρακες). Ο Θεόφραστος (372-287 π.Χ.) αναφέρεται στη χρησιμότητα και καλλιέργεια του λιναριού, ενώ στα «Ειδύλλια» του Θεοκρίτου (305-245 π.Χ.) αναφέρεται ότι το «νήμα της ειμαρμένης» ήταν από λινάρι.

 

Σήμερα, παρά το γεγονός ότι έχουν εφευρεθεί τόσες άλλες τεχνητές κλωστές, το λινάρι εξακολουθεί να θεωρείται πολύτιμο, γι’ αυτό και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ύφανση λινών υφασμάτων ή σε ανάμειξη με μετάξι, στην ύφανση των περίφημων λινομέταξων υφασμάτων, που είναι πολύ ανθεκτικά και όμορφα, ενώ από τα σπέρματά του βγαίνει το λινέλαιο, που χρησιμοποιείται για την κατασκευή λαδομπογιών και γενικά στη χρωματουργία (επειδή ξηραίνεται γρήγορα), στη φελλοταπητουργία (μουσαμάδες δαπέδων και επίπλων), στην τυπογραφία, στη φαρμακευτική και αλλού.

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Φώτο Γκάλερι

Image
Image