Μαθιάτη μεταλλεία

Image

Στην περιοχή του χωριού Μαθιάτης υπάρχουν δυο μεταλλεία, ένα βορειοανατολικά και ένα νότια του χωριού. Το πρώτο, που είναι και το μεγαλύτερο, είναι γνωστό σαν μεταλλείο του Βόρειου Μαθιάτη και βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του δρόμου Αγίας Βαρβάρας - Μαθιάτη, 1,5 χμ. από το τελευταίο χωριό. Το δεύτερο είναι γνωστό σαν μεταλλείο του Νότιου Μαθιάτη ή Στρογγυλού και βρίσκεται στους πρόποδες του ομώνυμου λόφου, 2 χμ. από το χωριό.

 

Κατάλοιπα εκτεταμένων υπογείων μεταλλευτικών έργων, όπως πηγάδια και στοές, επίσης ξύλινα υποστηλώματα, αρχαία εργαλεία και μεγάλες συσσωρεύσεις σκουριάς νότια του χωριού, μαρτυρούν εντατική εκμετάλλευση και των δυο κοιτασμάτων κατά την Αρχαιότητα. Η σκουριά χαλκού του Μαθιάτη χαρακτηρίζεται από έντονο μαύρο χρώμα και γυάλινη εμφάνιση που θυμίζει οψιδιανό. Η ηλικία των εργασιών δεν είναι καλώς γνωστή. Πρόσφατη όμως χρονολόγηση της σκουριάς από υπολείμματα ξυλάνθρακα με τη μέθοδο του ραδιενεργού άνθρακα 14, έδειξε ηλικία 1.700 χρόνων, δηλαδή τον 3ο αιώνα μ.Χ. Άλλοι όμως μελετητές υποστηρίζουν ότι ένα σημαντικό μέρος της σκουριάς αυτής είναι νεότερη και χρονολογείται από τους Βυζαντινούς μέχρι τους Μεσαιωνικούς χρόνους. Δυστυχώς αλόγιστη χρήση της σκουριάς αυτής ως «αμμοχάλικου» για την κατασκευή δρόμων εξαφάνισε όχι μόνο τους σωρούς της τόσο σημαντικής αυτής σκουριάς αλλά και τα υπολείμματα οικοδομών που υπήρχαν κάτω από αυτή.

 

Η νεότερη ιστορία των μεταλλείων του Μαθιάτη, όπως και των πλείστων άλλων μεταλλείων της Κύπρου, αρχίζει το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα με τη διεξαγωγή γενικής φύσεως ερευνών για εντοπισμό κοιτασμάτων χαλκούχων σιδηροπυριτών. Λίγο αργότερα, στη δεκαετία του 1930, οι έρευνες συγκεντρώθηκαν στον εντοπισμό ζωνών πλούσιων σε χρυσό και άργυρο. Κατά την περίοδο 1936-1938 τα κοιτάσματα Μαθιάτη και ειδικότερα εκείνο του Νότιου Μαθιάτη ή Στρογγυλού έτυχαν εκμετάλλευσης για χρυσό και άργυρο (βλέπε σχετικό πίνακα).

 

Κατά τη διάρκεια των εργασιών για εκμετάλλευση του πλούσιου χρυσοφόρου ορίζοντα που εντοπίζεται πλησίον της επαφής μεταξύ του οξειδωμένου και μη οξειδωμένου μέρους του κοιτάσματος, εντοπίστηκε στο μεταλλείο του Βόρειου Μαθιάτη συμπαγές κοίτασμα σιδηροπυρίτη. Οι ερευνητικές εργασίες συνεχίστηκαν μέχρι το 1941 οπότε, λόγω κατακλυσμού των υπογείων χώρων με νερό, διεκόπησαν. Το 1947 επανάρχισαν οι μεταλλευτικές έρευνες με τη χρήση γεωφυσικών μεθόδων και ιδιαίτερα βαρυτιμετρικών. Με βάση τα γεωλογικά και γεωφυσικά δεδομένα εκτελέστηκε σειρά γεωτρήσεων που απέδειξε την ύπαρξη θειούχου κοιτάσματος της τάξεως των 2.500.000 τόνων με περιεκτικότητα θείου που κυμαινόταν μεταξύ 25% και 45% και χαλκού μόνο 0,2%. Το 1965 η μεταλλευτική μίσθωση, που ανήκε μέχρι τότε στην Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρεία Λτδ., παραχωρήθηκε στην Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία Λτδ. η οποία άρχισε αμέσως την εκμετάλλευση του κοιτάσματος με τη μέθοδο της επιφανειακής αποκάλυψης. Η λειτουργία του μεταλλείου συνεχίστηκε σχεδόν αδιάκοπα τις επόμενες δεκαετίες. Η ποσότητα του παραχθέντος μεταλλεύματος από το 1965 μέχρι το 1987 ανήλθε στα 2.100.000 τόνους με μέση περιεκτικότητα θείου 33%. Από την ποσότητα αυτή μόνο ένα μικρό ποσοστό, περί τους 70.000 τόνους, ήταν χαλκούχο μετάλλευμα. Το υπολειπόμενο μετάλλευμα ήταν της τάξης των 300.000 τόνων με περιεκτικότητα θείου 25%.

 

Από γεωλογικής απόψεως, το κοίτασμα του Βόρειου Μαθιάτη θεωρείται σαν τυπικό ηφαιστειογενές θειούχο κοίτασμα που βρίσκεται στην επαφή, ή πολύ κοντά σ’ αυτήν, μεταξύ Κατώτερου και Ανώτερου Ορίζοντα των πίλλοου λαβών του Τροόδους. Το κοίτασμα αποτελείται βασικά από δυο μέρη. Το ανώτερο μέρος, που συνίσταται από συμπαγές μετάλλευμα σιδηροπυρίτη με πολύ μικρό ποσοστό μαρκασίτη και θειούχων ορυκτών χαλκού και ψευδαργύρου, και το κατώτερο μέρος που αποτελεί το χαμηλής περιεκτικότητας κοίτασμα και συνίσταται από εξαλλοιωμένη λάβα, συνήθως έντονα πυριτιωμένη, με φλέβες, φλεβίδια και εμποτίσματα σιδηροπυρίτη (κοίτασμα τύπου Stockwork).

 

Το ανώτερο μέρος αντιπροσωπεύει την εναπόθεση θειούχων ορυκτών στον πυθμένα του ωκεανού και το κατώτερο μέρος την εναπόθεση θειούχων ορυκτών μέσα σε ρωγματώσεις και κενά των λαβών, καθώς επίσης και την πλήρη εξαλλοίωση των λαβών αυτών από τα κυκλοφορούντα υδροθερμικά διαλύματα. Μέρος του συμπαγούς κοιτάσματος καλύπτεται από λεπτό στρώμα ώχρας και ακολούθως από καταθρυμματισμένες λάβες, και τέλος από λάβες του Ανώτερου Ορίζοντα των πίλλοου λαβών (βλέπε σχετικό σχεδιάγραμμα).

 

Το κοίτασμα του Βόρειου Μαθιάτη πιστεύεται ότι σχηματίστηκε στο τέλος της ηφαιστειακής δράσης που συνδέεται με τον Κατώτερο Ορίζοντα των πίλλοου λαβών κατά μήκος τεκτονικής ζώνης πλάτους 100 περίπου μέτρων με βορειοδυτική κατεύθυνση.

 

Το 2005 πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές στην περιοχή, στο πλαίσιο εκπαιδευτικού ερευνητικού προγράμματος Inter Community School Cyprus Project 2005, υπό την επίβλεψη του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου. Σύμφωνα με ανακοίνωση του Τμήματος Αρχαιοτήτων, σκοπός του προγράμματος ήταν η διάσωση στοιχείων που αφορούν μεθόδους εκκαμίνευσης κατά την περίοδο μεταξύ της Κυπρο-Αρχαϊκής ΙΙ και Ύστερης Ελληνιστικής (περίπου 600-150 π.Χ.), που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν λόγω της διάβρωσης στη νότια άκρη του μεταλλείου του Μαθιάτη. Το σημαντικότερο εύρημα ήταν η ανεύρεση μιας καμίνου με τα τελευταία απομεινάρια της σκουριάς στη θέση τους, η μόνη που έχει βρεθεί σε τέτοια καλή κατάσταση μέχρι σήμερα στην Κύπρο, ίσως και σ΄ ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Η εν λόγω κατασκευή συντηρήθηκε και αποκαταστάθηκε στο Εργαστήριο συντήρησης του Κυπριακού Μουσείου και σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο. Ένας μεγάλος αριθμός δειγμάτων μεταφέρθηκαν στο Ελβετικό Εργαστήριο Ανάλυσης Υλικών. Η ανάλυση 20 δειγμάτων έδειξε ότι τα περισσότερα δεν είναι απλώς σκουριές αλλά περιέχουν μέταλλο, και αποδεικνύουν ότι η κάμινος που αποκαλύφθηκε αποτελούσε μάλλον ένα ενδιάμεσο στάδιο στην εκκαμίνευση του μεταλλεύματος παρά στην επεξεργασία του μετάλλου για την παραγωγή του τελικού προϊόντος.

 

Έχουν αποσταλεί επίσης περίπου 300 δείγματα από κάρβουνα για την ταύτιση των ειδών της χλωρίδας και τη διερεύνηση πιθανών κλιματολογικών αλλαγών που υπήρξαν στην πρώτη χιλιετία π.Χ. Πάνω από 90% των δειγμάτων ήταν από ελαιόδεντρα (Olea europea), και κυρίως από κλαδιά. Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο για τη χρήση του ξύλου των ελαιοδέντρων που φαίνεται ότι το χρησιμοποιούσαν συστηματικά στην παραγωγή χαλκού.

 

Εκτός από την ανασκαφή η ομάδα συμμετείχε στην επισκόπηση των δύο μεταλλείων του Μαθιάτη, το μεταλλείο χρυσού και το μεταλλείο χαλκού του 20ού αιώνα. Μόνο στην περιοχή γύρω από το μεταλλείο χρυσού βρέθηκαν στοιχεία για την εκμετάλλευση χαλκού στην αρχαιότητα και συγκεκριμένα σε τρία σημεία, στα βόρεια, νότια και ανατολικά του μεταλλείου. Τα στοιχεία αυτά αποτελούνταν κυρίως από σκουριές, επιχρίσματα των καμίνων και γύρω στις 20 γαλαρίες που ήρθαν στην επιφάνεια πρόσφατα. Δεν έχει βρεθεί όμως άλλη κάμινος.

Φώτο Γκάλερι

Image