Μακάριος Γ΄ Αρχιεπίσκοπος

Image

Ο Μακάριος Γ΄ είναι, αναμφίβολα, μιας από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της νεότερης κυπριακής ιστορίας και μια από τις σπουδαιότερες του νεότερου Ελληνισμού, με παγκόσμια φήμη και διεθνές κύρος. Είναι, επίσης, ο ιδρυτής και διαμορφωτής της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας και πρώτος Κύπριος πρόεδρος. Υπήρξε και εξακολουθεί να είναι, ένα από τα περισσότερο συζητημένα διεθνώς πρόσωπα. Στην Κύπρο στα χρόνια της προεδρίας του αγαπήθηκε όσο κανείς από τους υποστηρικτές του αλλά και μισήθηκε από τους αντιπάλους του.

 

Η προσωπικότητα και το έργο του δυστυχώς ακόμα δεν έχει αποτιμηθεί αντικειμενικά όσο το Κυπριακό παραμένει άλυτο και κυρίως γιατί ακόμα πολλές από τις αποφάσεις του ακόμα επηρεάζουν την πορεία που έχουν πάρει τα πράγματα σε ότι αφορά πάντα τα εθνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κύπρος.

 

Ο Μακάριος υπηρέτησε ως επίσκοπος Κιτίου (1948-1950), ως αρχιεπίσκοπος και εθνάρχης (1950-1977) και ως πρόεδρος της Κύπρου (1960-1977). Γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1913 και πέθανε στις 3 Αυγούστου 1977 μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου, σε ηλικία 64 ετών.

 

Παιδικά - νεανικά χρόνια, σπουδές: Ο Μακάριος Γ΄, κατά κόσμον Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος, γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου του 1913 στο χωριό Παναγιά της επαρχίας Πάφου, από αμόρφωτους αγρότες γονείς. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού του, απ' όπου κι αποφοίτησε το 1926. Τον ίδιο χρόνο έγινε δεκτός ως δόκιμος στο μοναστήρι του Κύκκου, στα βουνά του Τροόδους. Στο σχολείο που λειτουργούσε τότε στο μοναστήρι, παρακολούθησε τα πρώτα γυμνασιακά μαθήματα, ταυτόχρονα προς την εκκλησιαστική μύηση και αγωγή. Το 1933 κέρδισε υποτροφία από το μοναστήρι και εγγράφηκε στην Δ΄ τάξη του Παγκύπριου Γυμνάσιου στη Λευκωσία. Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του σπουδών διέμενε στο μετόχι του Κύκκου, τον Άγιο Προκόπιο, κοντά στη Λευκωσία. Από το Παγκύπριο Γυμνάσιο αποφοίτησε με άριστα το 1936. Στη συνέχεια επέστρεψε στο μοναστήρι του Κύκκου όπου, μεταξύ άλλων, εργάστηκε και ως δάσκαλος στο σχολείο του μοναστηριού.

 

Στις 7 Αυγούστου του 1938 χειροτονήθηκε σε διάκονο από τον επίσκοπο Πάφου και τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου Λεόντιο, στην Πάφο, παίρνοντας το όνομα Μακάριος Κυκκώτης. Τον επόμενο μήνα, με υποτροφία του μοναστηριού του, έφυγε για ανώτερες σπουδές στην Αθήνα. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1942, με άριστα. Έζησε ταυτόχρονα το δράμα του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου και την τραγωδία της γερμανοϊταλικής κατοχής. Κατά τη διάρκεια της κατοχής αναμείχθηκε στην αντίσταση. Μετά την απελευθέρωση, χειροτονήθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου του 1946, σε πρεσβύτερο και αμέσως προεχειρίσθη σε αρχιμανδρίτη, από τον μητροπολίτη Αργυροκάστρου Παντελεήμονα. Η τελετή έγινε στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στην Αθήνα, όπου υπηρετούσε ως διάκονος. Μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου του 1946 υπηρέτησε ως προϊστάμενος ιεροκήρυκας στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως (Πειραιάς).

 

Τον Σεπτέμβριο του 1946 κέρδισε υποτροφία από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών για ανώτερες θεολογικές σπουδές και αναχώρησε με καράβι για την Αμερική, όπου έφθασε ύστερα από περιπλάνηση δυο και πλέον μηνών. Έπειτα από φροντιστηριακή φοίτηση (κυρίως εκμάθηση της γλώσσας) στο Ουέλλινφορτ της Φιλαδέλφειας, ενεγράφη τον Ιανουάριο του 1947 στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης όπου παρακολούθησε κοινωνιολογία της θρησκείας.

 

Ενώ ήταν φοιτητής στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Κύπρο άρχισε να αναδιοργανώνεται και ν’ ανασυντάσσεται η Εκκλησία, που πρόκειτο να αναλάβει ξανά την ηγεσία του απελευθερωτικού αγώνα. Η Εκκλησία της Κύπρου παρέμενε χωρίς επαρκή ηγεσία από το 1931, εξαιτίας των διωγμών μετά την εξέγερση του Οκτωβρίου του χρόνου εκείνου (βλέπε λήμμα Οκτωβριανά). Αρχιεπίσκοπος εξελέγη ο Λεόντιος το 1947, που πέθανε λίγο μετά την εκλογή του και αντικαταστάθηκε από τον Μακάριο Β΄, ως τότε επίσκοπο Κερύνειας. Στις εκλογές για πλήρωση του χηρεύοντος θρόνου της Πάφου (που κατείχε ο Λεόντιος μέχρι το 1947), ο Μακάριος προβλήθηκε ως υποψήφιος αλλά ηττήθηκε από τον ανθυποψήφιό του Κλεόπα, πρώην ηγούμενο Κύκκου. Λίγο αργότερα, ο Μακάριος προβλήθηκε ξανά ως υποψήφιος για τον χηρεύοντα θρόνο Κιτίου και, ενώ βρισκόταν στις ΗΠΑ, εξελέγη παμψηφεί στις 8 Απριλίου του 1948. Διέκοψε τότε τις σπουδές του και επέστρεψε στην Κύπρο στις 9 Ιουνίου του 1948. Στις 13 του ίδιου μήνα χειροτονήθηκε και ενθρονίστηκε ως επίσκοπος Κιτίου από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Β΄.

 

Επίσκοπος Κιτίου (13 Ιουνίου 1948-20 Οκτωβρίου 1950): Στα δυο χρόνια και 4 μήνες που υπηρέτησε ως επίσκοπος Κιτίου, ο Μακάριος επέδειξε έντονη θρησκευτική και εθνική, καθώς και κοινωνική δραστηριότητα. Ίδρυσε στην περιφέρειά του (που περιελάμβανε τις πόλεις Λάρνακα και Λεμεσό) φιλανθρωπικά ιδρύματα και οργανώσεις, εργάστηκε για την προώθηση της παιδείας και για την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας του κλήρου, περιόδευσε ολόκληρη την περιφέρεια κάνοντας ομιλίες και κηρύσσοντας, ανέλαβε και οργάνωσε το Γραφείο Εθναρχίας, εξέδωσε περιοδικό της Εθναρχίας (το περιοδικό Ελληνική Κύπρος που εξεδόθη το 1949 και διέκοψε το 1955) και κατέστη ο στενότερος συνεργάτης του γηραιού αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β΄. Στις 3 Οκτωβρίου 1948 εκφώνησε στη Λευκωσία, σε παγκύπριο ενωτικό συλλαλητήριο, την πρώτη πολιτική του ομιλία. Επρόκειτο για ένα δριμύ κατηγορητήριο κατά των Βρετανών αποικιοκρατών και για κάλεσμα αφυπνίσεως των Ελλήνων της Κύπρου προς αγώνα απελευθερώσεως και ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα.

 

Το 1949 ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και περιόδευσε την Ελλάδα που μόλις είχε βγει τραυματισμένη από την τραγωδία του εμφυλίου πολέμου. Την εποχή αυτή ο Μακάριος δεν έκρυβε τις πολιτικές του πεποιθήσεις που μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: προσήλωση προς την Ελλάδα, αγώνας για άμεση ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, σαφής τοποθέτηση στον χώρο της Δεξιάς, αντιπάθεια για την Αριστερά και τον κομμουνισμό, υποστήριξη του θεσμού της βασιλείας στην Ελλάδα και ασυμβίβαστη αντίσταση και αδιαλλαξία στις σχέσεις με τους Βρετανούς κυριάρχους. Σταδιακά τροποποίησε αργότερα πολλές από τις σχεδόν ακραίες αυτές θέσεις του, διατήρησε όμως μέχρι τέλους τη βαθιά θρησκευτικότητα και τις μυστικιστικές τάσεις που τον διέκριναν, καθώς και την αγάπη για την Κύπρο και τον λαό της.

 

Τον ίδιο χρόνο (1949), εμπνεύσθηκε και εισηγήθηκε στην εθναρχούσα Εκκλησία της Κύπρου τη διενέργεια ενωτικού δημοψηφίσματος για να καταδειχθεί η θέληση του κυπριακού λαού να ενώσει το νησί με την Ελλάδα. Το δημοψήφισμα, που αρνήθηκαν να διεξαγάγουν οι Βρετανοί, ανέλαβε να κάμει η Εθναρχία. Πράγματι, τούτο πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1950 με θεαματικά αποτελέσματα (βλέπε λήμμα δημοψήφισμα).

 

Λίγους μήνες αργότερα, στις 26 Ιουνίου 1950, πέθανε ο γηραιός αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β΄. Ο Κιτίου Μακάριος προβλήθηκε τότε ως υποψήφιος για το αρχιεπισκοπικό αξίωμα. Ο επίσκοπος Πάφου Κλεόπας δεν έθεσε υποψηφιότητα, ενώ ο τρίτος των επισκόπων, ο Κυρηνείας Κυπριανός, προβλήθηκε επίσης ως υποψήφιος αν και ο ίδιος απουσίαζε από την Κύπρο (ηγείτο της αποστολής για επίδοση των τόμων του δημοψηφίσματος στις κυβερνήσεις Αθηνών και Λονδίνου και στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη). Κατά τις εκλογές, ο Κιτίου Μακάριος εξελέγη παμψηφεί ως νέος αρχιεπίσκοπος Κύπρου στις 20 Οκτωβρίου του 1950. Η ενθρόνισή του έγινε την ίδια μέρα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη στη Λευκωσία. Διάδοχός του στον θρόνο Κιτίου εξελέγη λίγο αργότερα ο Άνθιμος Μαχαιριώτης.

 

Εθνάρχης: Υπό τις συνθήκες δουλείας του κυπριακού Ελληνισμού, το αξίωμα του αρχιεπισκόπου Κύπρου δεν ήταν μόνο θρησκευτικό. Ήταν ταυτόχρονα και πολιτικό, γιατί ο εκάστοτε αρχηγός της Κυπριακής Εκκλησίας με την εκλογή του αναλάμβανε και ως εθνικός ηγέτης των Ελλήνων του νησιού. Πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί ότι η Κυπριακή Εκκλησία, μόνη από όλες τις Εκκλησίες του κόσμου, εκλέγει τους ανώτατους αξιωματούχους της (αρχιεπίσκοπο και επισκόπους) με τη συμμετοχή όχι μόνο κληρικών αλλά και του λαού. Η τελική φάση της εκλογής γίνεται με ψηφοφορία στην οποία μετέχουν οι εξ οφφίκιο κληρικοί αλλά και αντιπρόσωποι του λαού. Οι μετέχοντες στην εκλογή λαϊκοί αντιπρόσωποι, εκλέγονται απ’ ευθείας από τον λαό με ψηφοφορία.

 

Ο ρόλος του αρχιεπισκόπου Κύπρου ως εθνάρχη διαμορφώθηκε κατά την ιστορική πορεία πολλών αιώνων, κατά τους οποίους στο πρόσωπό του συγκεντρώθηκαν, εκτός από τις θρησκευτικές, και κοσμικές εξουσίες (βλέπε λήμμα εθναρχία).

 

Συνεπώς, η εκλογή του Μακαρίου Γ΄ ως αρχιεπισκόπου και εθνάρχη το 1950, σήμαινε ότι αυτός ανελάμβανε, ως αρχηγός, και την ευθύνη για τον (προετοιμαζόμενο ήδη αλλά χωρίς σαφή μεθόδευση ακόμη) αγώνα των Ελλήνων Κυπρίων προς αποτίναξη του αγγλικού ζυγού και ένωση του νησιού τους με την Ελλάδα.

 

Ο Μακάριος μεθόδευσε την απελευθερωτική προσπάθεια των Ελλήνων Κυπρίων, εργαζόμενος εξ αρχής και παράλληλα προς τέσσερις κατευθύνσεις:

 

  1. Προετοιμασία, κυρίως ψυχολογική, του λαού στο εσωτερικό
  2. Εξασφάλιση της ελληνικής συμπαράστασης
  3. Διεθνής προβολή του Κυπριακού ζητήματος
  4. Μυστική προπαρασκευή ένοπλης δραστηριότητας στην Κύπρο

 

Για μεν την προπαρασκευή της επανάστασης, βλέπε λεπτομέρειες στο λήμμα Γρίβας Γεώργιος - Διγενής. Για τη διεθνή προβολή του Κυπριακού, εστράφη προς τα Ηνωμένα Έθνη, με επανειλημμένες αιτήσεις του, στην Ελλάδα, από την οποία απαίτησε την εγγραφή του ζητήματος προς συζήτηση στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, και σε διάφορες χώρες. Προς τούτο, επεξέτεινε επίσης τις εργασίες της Εθναρχίας. Για την εξασφάλιση της ελληνικής βοήθειας, επισκέφτηκε επανειλημμένα την Ελλάδα (1951,1952,1953,1954) όπου είχε ευρείες επαφές με τις ελληνικές κυβερνήσεις και τον πολιτικό κόσμο, αλλά και περιοδείες σε διάφορες πόλεις όπου με πατριωτικές ομιλίες ξεσήκωνε τον ελληνικό λαό. Ζήτησε επίσης τη βοήθεια της ομογένειας με επισκέψεις του και επαφές στην Αίγυπτο, στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τέλος, η προετοιμασία του λαού έγινε με συνεχείς περιοδείες στο εσωτερικό και αλλεπάλληλες παλμώδεις πατριωτικές ομιλίες σε συλλαλητήρια και συγκεντρώσεις.

 

Για τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων Κυπρίων, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος χρησιμοποίησε ως οικονομικό υπόβαθρο βασικά τους πόρους της Κυπριακής Εκκλησίας απ’ όπου άντλησε και μεγάλα κονδύλια που διέθεσε για την προώθηση της εκπαίδευσης και για διάφορους αγαθοεργούς και κοινωφελείς σκοπούς. Οι προπαρασκευαστικές προσπάθειες στην Αθήνα γίνονταν από μυστική επιτροπή που ιδρύθηκε και δρούσε συνωμοτικά στην ελληνική πρωτεύουσα και που βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τον Μακάριο, ο οποίος προήδρευσε, μάλιστα, και μερικών συσκέψεων. Ο Μακάριος οργάνωσε επίσης τη νεολαία στην Κύπρο, βασικά μέσω των χριστιανικών-οργανώσεων OXEN (=Ορθόδοξος Χριστιανική Ένωσις Νέων /Νεανίδων) και της ΠΕΟΝ (=Παγκύπρια Εθνική Οργάνωση Νεολαίας). Η ΠΕΟΝ το 1951 ιδρύθηκε από τον Μακάριο, ο οποίος την κατηύθυνε και τη χρηματοδοτούσε.

 

Ήταν πολιτική οργάνωση νεολαίας και, μεταξύ των ηγετών της, συγκαταλέγονταν ο ήρωας του αγώνα Μάρκος Δράκος, ο Σταύρος Ποσκώτης, ο Τάκης Χατζηδημητρίου και άλλοι. Τον γενικό γραμματέα της οργάνωσης διόριζε ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος. Η ΠΕΟΝ ανέπτυξε σοβαρή δραστηριότητα, πολιτική και κοινωνική, τόση που ανάγκασε τους Βρετανούς να τη διαλύσουν. Τόσο η ΠΕΟΝ όσο και η OXEN (που ελεγχόταν απόλυτα από τον Μακάριο) απετέλεσαν λίγο αργότερα τα φυτώρια απ’ όπου προήλθαν πολλά μέλη της ΕΟΚΑ.

 

Επίσης, την ύπαιθρο και τον αγροτικό κόσμο ο αρχιεπίσκοπος κινητοποίησε και οργάνωσε, ελέγχοντάς τον ως ένα μεγάλο βαθμό, μέσω τοπικών θρησκευτικών ιδρυμάτων (ΘΟΙ), αθλητικών και άλλων συλλόγων και του μηχανισμού της ΠΕΚ (=Παναγροτική Ένωσις Κύπρου), όπως βέβαια και του εκκλησιαστικού δικτύου.

 

Από την Αθήνα ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος απαίτησε εξ αρχής την υιοθέτηση του Κυπριακού ζητήματος, την προβολή του διεθνώς, την εγγραφή του στον ΟΗΕ και την χάραξη δυναμικής πολιτικής έναντι των Άγγλων, ώστε αυτοί να αποδώσουν στην Κύπρο την ελευθερία της. Η ελευθερία της Κύπρου ερμηνευόταν από το δίπτυχο αυτοδιάθεσης - ένωσης με την Ελλάδα. Οι διάφορες όμως ελληνικές κυβερνήσεις (Πλαστήρα, Βενιζέλου κ.α.) δεν ήσαν καθόλου πρόθυμες να αναλάβουν την ευθύνη προώθησης του απελευθερωτικού αιτήματος των Ελλήνων της Κύπρου, βασικά από αδυναμία να πράξουν ο,τιδήποτε που θα δυσαρεστούσε τους Βρετανούς. Η Ελλάδα, που μόλις είχε βγει τραυματισμένη σοβαρά από τον εμφύλιο πόλεμο (που κι αυτός ακολούθησε την τραγωδία της γερμανοϊταλικής κατοχής), εξαρτάτο σχεδόν απόλυτα από τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς. Αφού δε ο αγώνας των Κυπρίων στρεφόταν κατά των Βρετανών κατακτητών τους, η Ελλάδα αδυνατούσε να προσφέρει σοβαρής μορφής βοήθεια. Είναι χαρακτηριστική η ρήση του Γεωργίου Παπανδρέου, ότι η Ελλάδα «αναπνέει με δυο πνεύμονες, έναν αγγλικό και έναν αμερικανικό, και δεν μπορεί, εξαιτίας της Κύπρου, να πεθάνει από ασφυξίαν». Την πλήρη αδυναμία των ελληνικών κυβερνήσεων να βοηθήσουν την Κύπρο εκφράζει το γεγονός ότι, ακόμη και τους τόμους του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950 δεν βρέθηκε κανένας κυβερνητικός επίσημος στην Αθήνα για να τους παραλάβει από την κυπριακή πρεσβεία, από φόβο παρεξηγήσεως από τους Βρετανούς, με αποτέλεσμα οι τόμοι να κατατεθούν στη Βουλή των Ελλήνων.

 

Έτσι, ο Μακάριος είχε επανειλημμένα μεγάλους καυγάδες με τις ελληνικές κυβερνήσεις και τον πολιτικό κόσμο, για να αναγκάσει δε την Αθήνα να προωθήσει το Κυπριακό ζήτημα, εστράφη και ξεσήκωσε τον ελληνικό λαό, τα συνδικάτα και την Εκκλησία της Ελλάδος. Ακόμη, δεν δίστασε να καταγγείλει δημόσια (από το ελληνικό ραδιόφωνο) τον Ιούλιο του 1952, ολόκληρη την ελληνική πολιτική ηγεσία ότι στην πανελλήνια αξίωση προώθησης του Κυπριακού, ἀπήντησαν μέ δισταγμόν καί νυσταγμόν ὅτι παρακολουθοῦν τό ζήτημα ἀγρύπνως, και ότι ἐμπαίζει τόν Ἑλληνικόν λαόν καί τούς δυστυχεῖς Κυπρίους. Κατήγγειλε ακόμη ότι κυβέρνησις καί ἀντιπολίτευσις δέν ἤρθησαν εἰς τό ὕψος τῶν περιστάσεων, δέν ἔδειξαν οὔτε τόλμην οὔτε θάρρος.

 

Στο μεταξύ ο ελληνικός λαός είχε κινητοποιηθεί και συνεχώς προέβαινε σε τοπικές αλλά και σε πανελλήνιες εκδηλώσεις υπέρ του κυπριακού αγώνα.

 

Στις 7 Μαρτίου 1953, όταν ο Μακάριος βρισκόταν για μια ακόμη φορά στην ελληνική πρωτεύουσα, εδόθη εκεί από τον ίδιο και τα μέλη της μυστικής προπαρασκευαστικής επιτροπής, ο όρκος για την απελευθέρωση της Κύπρου. Ήδη ο συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας και οι συνεργάτες του εργάζονταν από το 1951 στον τομέα της στρατιωτικής προπαρασκευής του αγώνα, πάντοτε με την έγκριση και χρηματοδότηση του Μακαρίου (ο Γρίβας είχε έλθει στην Κύπρο για μια πρώτη επιτόπια αναγνώριση το καλοκαίρι του 1951).

 

Ο Μακάριος καθιέρωσε επίσης στην Κύπρο τον θεσμό των εθνοσυνελεύσεων, στις οποίες μετείχαν εκλελεγμένοι αντιπρόσωποι από όλη την Κύπρο και στις οποίες συζητούσαν πολιτικά, κοινωνικά, εκπαιδευτικά, αγροτικά, οικονομικά και άλλα θέματα. Έγιναν συνολικά τρεις τέτοιες εθνοσυνελεύσεις. Η πρώτη Παγκύπρια Εθνοσυνέλευση εκλήθη από τον Μακάριο και πραγματοποιήθηκε υπό την προεδρία του στη Λευκωσία, στις 25 Απριλίου 1952. Η δεύτερη πραγματοποιήθηκε και πάλι στη Λευκωσία, στις 26 Αυγούστου1955.

 

Το Κυπριακό τέθηκε για πρώτη φορά προς συζήτηση στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών το 1954 από την ελληνική κυβέρνηση του στρατάρχη Αλεξάνδρου Παπάγου, κι αφού προηγουμένως είχαν γίνει ανεπιτυχείς προσπάθειες από την ίδια κυβέρνηση να το συζητήσει «φιλικά» με τους Βρετανούς, ενώ είχαν προηγηθεί και αιτήσεις του ιδίου του Μακαρίου προς τον ΟΗΕ όπου, κατά τα δυο προηγούμενα χρόνια, το «ανύπαρκτο» για τους Βρετανούς ζήτημα είχε θιγεί μόνο, χωρίς να συζητηθεί. Ενισχύοντας την αίτηση του Παπάγου, ο Μακάριος απέστειλε στις 22.8.1954 επιστολή στον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, συνοδευόμενη από επεξηγηματικό του προβλήματος υπόμνημα. Κατά τα τέλη του 1954 πρόκειτο να συζητηθεί το Κυπριακό και στις 29 Σεπτεμβρίου 1954 ο Μακάριος αναχώρησε για τη Νέα Υόρκη, μέσω Αθηνών, ώστε να παρευρεθεί στις συζητήσεις στην έδρα του ΟΗΕ. Στο μεταξύ ο Γεώργιος Γρίβας ήλθε μυστικά στην Κύπρο κι εργαζόταν προετοιμάζοντας επί τόπου την έναρξη του αγώνα. Είχε κριθεί πως θα μπορούσε να βοηθηθεί η κατάδειξη του προβλήματος στην έδρα του ΟΗΕ εάν άρχιζε στην Κύπρο στρατιωτική δράση ενώ το πρόβλημα θα συζητείτο. Έτσι, ο Γρίβας έκανε στο νησί τις τελευταίες του ετοιμασίες κι εκπαίδευε τους μυημένους νέους, αναμένοντας το σύνθημα του Μακαρίου από τη Νέα Υόρκη. Το σύνθημα για έναρξη της δράσεως της ΕΟΚΑ (=Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών) στην Κύπρο θα έδινε ο Μακάριος από την έδρα του ΟΗΕ όταν θα στάθμιζε επί τόπου την κατάσταση. Στην Κύπρο επρόκειτο να διαβιβαστεί μέσω της πρεσβείας της Ελλάδος. Όταν όμως ο Μακάριος έστειλε από τη Νέα Υόρκη καταφατικό μήνυμα στον Γρίβα, ο τελευταίος πήρε αρνητικό μήνυμα και δεν άρχισε δράση! Από ποιους διαφοροποιήθηκε η εντολή, δεν έγινε ποτέ γνωστό.

 

Πάντως η πρώτη αυτή προσφυγή της Κύπρου (μέσω Ελλάδος, επειδή μόνη της η Κύπρος δεν είχε δικαίωμα προσφυγής αφού δεν ήταν ανεξάρτητο κράτος) δεν αποκόμισε οποιαδήποτε κέρδη. Η Μεγάλη Βρετανία, χρησιμοποιώντας την τεράστια επιρροή που διέθετε, μπόρεσε εύκολα να «πνίξει» το ζήτημα (με υποβολή ενός ψηφίσματος που δεν έλεγε τίποτα και που υποστήριζε μη περαιτέρω συζήτηση του Κυπριακού, το οποίο έθεσε η Νέα Ζηλανδία στην Πολιτική Επιτροπή του ΟΗΕ όπου έγινε αποδεκτό).

 

Στην Αθήνα οργανώθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1954, ως αντίδραση στην εξέλιξη αυτή, τεράστια αντιβρετανική και αντιαμερικανική διαδήλωση. Παρόμοια λαϊκή αντίδραση σημειώθηκε και στην Κύπρο στις 18 Δεκεμβρίου 1954, που δεν διαλύθηκε ούτε με πυροβολισμούς εκ μέρους των Άγγλων, οι οποίοι τραυμάτισαν 3 άτομα. Επιστρέφοντας στην Κύπρο μετά την πρώτη αυτή ανεπιτυχή προσπάθεια, ο Μακάριος δήλωσε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1955 ότι ἡ μάχη τῆς Κύπρου δέν ἐτελείωσε... ἡ μάχη συνεχίζεται... Στις 10 Ιανουαρίου 1955 επέστρεψε στη Λευκωσία όπου τον υποδέχθηκε ένα τεράστιο πλήθος, το οποίο ο Μακάριος κάλεσε να κρατεί ὑψηλά τάς σημαίας διότι ὁ  ἀγών συνεχίζεται. Και πρόσθεσε: Καλούμεθα πάντες νά ἐπανδρώσωμεν τάς ἀγωνιστικάς μας ἐπάλξεις. Οὐδείς ἂς ὀρρωδήσῃ. Ἡ  ἡρωϊκή παράδοσις τῆς Φυλῆς, μᾶς ὑπαγορεύει τήν στιγμήν αὐτήν τό ὕψιστον καθῆκον: πιστοί μέχρι τέλους εἰς τήν ἱεράν μας ὑπόθεσιν. Πιστοί ἓως θανάτου...

 

Λίγες μέρες αργότερα, επέτειο του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950, ο Μακάριος μιλώντας σε ένα ενθουσιώδες πλήθος στην εκκλησία της Φανερωμένης στη Λευκωσία, ήταν κάπως περισσότερο σαφής, διαλαλώντας ότι ὁ ἀγών θά διεξαχθῇ κυρίως εἰς τό ἐσωτερικόν.

 

Δυο και μισό περίπου μήνες αργότερα, την 1.4.1955, άρχισε ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ.

 

Αγώνας, συνομιλίες και εξορία: Ο Μακάριος ήταν, αναμφισβήτητα, ο αρχηγός του απελευθερωτικού αγώνα του οποίου τη στρατιωτική αρχηγία είχε ο Γεώργιος Γρίβας, εμφανιζόμενος με το ψευδώνυμο «Διγενής». Τον ηγετικό ρόλο του Μακαρίου (που είχε το ψευδώνυμο «Γενικός») γνώριζαν βέβαια οι Βρετανοί, που δεν μπορούσαν όμως και να τον αποδείξουν (το κατόρθωσαν όμως αργότερα, όταν βρήκαν και παρουσίασαν το μυστικό ημερολόγιο που κρατούσε ο Γρίβας). Ο ίδιος ο Μακάριος, εξάλλου, σε δημόσιες ομιλίες του, δεν απέφευγε να ομιλεί ανοικτά υπέρ του αγώνα, πράγμα που η αγγλική προπαγάνδα προσπάθησε να χρησιμοποιήσει εναντίον του, παρουσιάζοντάς τον ως ένα αιμοδιψή και τρομοκράτη ιερωμένο. Ωστόσο ο αγώνας ήταν απελευθερωτικός, ενός μικρού και αδύνατου λαού ενάντια σε μια πανίσχυρη αυτοκρατορία και, παρά την αγγλική προπαγάνδα, ο Μακάριος άρχισε ν’ αποκτά παγκόσμια φήμη. Και ήδη, δυο εβδομάδες μετά την έναρξη του αγώνα, αναχώρησε για τη μακρινή Μπαντούνγκ της Ινδονησίας, κάνοντας το πρώτο του βήμα σε διεθνείς λεωφόρους ως αρχηγός ενός λαού. Πήγε στην Ινδονησία για να παραστεί σε μια διάσκεψη από την οποία γεννήθηκε το Κίνημα των Αδεσμεύτων. Στη διάσκεψη της Μπαντούνγκ έκανε την πρώτη του διεθνή εμφάνιση και ένας άλλος ηγέτης, με τον οποίο ο Μακάριος συνδέθηκε με μια ιδιαίτερη και μακρά φιλία: ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, της Αιγύπτου.

 

Με τη συμμετοχή του στη διάσκεψη της Μπαντούνγκ, ο Μακάριος κατέστη μια από τις πολιτικές προσωπικότητες που θεωρούνται ιδρυτές του κινήματος των Αδεσμεύτων, το οποίο όμως οριστικοποιήθηκε αργότερα, το 1961, στο Βελιγράδι, όπου ο Μακάριος εκπροσώπησε την ανεξάρτητη πλέον Κύπρο. Μεταξύ των άλλων ηγετών που είχαν παρευρεθεί στη διάσκεψη της Μπαντούνγκ ήσαν, εκτός από τον Νάσερ της Αιγύπτου, ο Τσου εν Λάι που εκπροσωπούσε 600.000.000 Κινέζων, ο Νεχρού των Ινδιών, ο Σοεκάρνο της Ινδονησίας και άλλοι αρχηγοί, συνολικά 29 κρατών.

 

Επιστρέφοντας από τη Μπαντούνγκ, ο Μακάριος πέρασε από την Ελλάδα όπου είχε επαφές με την πολιτική ηγεσία. Επίσης έκαμε δημόσιες ομιλίες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια πήγε στην Αίγυπτο, όπου συναντήθηκε με τον Νάσερ, στην Κύπρο δε επέστρεψε στις 27 Μαϊου 1955.

 

Στην Κύπρο ο Γρίβας προετοιμαζόταν για καινούργια δράση, που την άρχισε τον Ιούνιο του 1955. Στο μεταξύ, η ένοπλη δραστηριότητα της ΕΟΚΑ ανάγκασε τώρα τους Βρετανούς να αναγνωρίσουν την ύπαρξη Κυπριακού προβλήματος, αλλά και να μεθοδεύσουν τη δική τους αντεπίθεση, που ήταν και στρατιωτική και πολιτική. Στον στρατιωτικό τομέα, μετέφεραν δυνάμεις τους στην Κύπρο για ν’ αντιμετωπίσουν την ΕΟΚΑ του Γρίβα, διορίζοντας ταυτόχρονα ως νέο κυβερνήτη τον στρατάρχη σερ Τζων Χάρτιγκ. Στον πολιτικό τομέα, πρότειναν τριμερή διάσκεψη στο Λονδίνο, με τη συμμετοχή της Αγγλίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας.

 

Η τριμερής διάσκεψη, την οποία μεθόδευσε ο Βρετανός πρωθυπουργός  Άντονυ Ήντεν, ήταν μια καλοστημένη παγίδα για τον Ελληνισμό της Κύπρου την οποία και είδε αμέσως ο Μακάριος: τριμερείς συνομιλίες δεν μπορούσαν παρά να φέρουν αντιμέτωπες την Ελλάδα και την Τουρκία, με διαιτητή την Αγγλία. Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειές του, η ελληνική κυβέρνηση απεδέχθη την αγγλική πρόταση. Ο Μακάριος πήγε εσπευσμένα στην Αθήνα όπου είχε επαφές με τον Στέφανο Στεφανόπουλο, υπουργό Εξωτερικών του Παπάγου ο οποίος βρισκόταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο ασθενείας, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, αντιπρόεδρο μαζί με τον Στεφανόπουλο, του κόμματος του Παπάγου, και άλλους. Είδε ακόμη και τον ασθενή Παπάγο, χωρίς όμως να κατορθώσει ν’ αποτρέψει συμμετοχή της Ελλάδας στην τριμερή. Έτσι, στις 16 Ιουλίου 1955, με δημόσιες δηλώσεις του στην Αθήνα, ο Μακάριος κατάγγειλε την τριμερή ως παγίδα και παρελκυστικόν μέσον πρός τορπιλλισμόν του Κυπριακού ζητήματος, περιέγραψε τον τεράστιο κίνδυνο από την ανάμειξη της Τουρκίας ως ισοτίμου «ενδιαφερομένου» μέρους στο Κυπριακό, εξέφρασε την πλήρη διαφωνία του για τη συμμετοχή της Ελλάδας και κατέληξε λέγοντας ότι ο κυπριακός λαός δεν πρόκειται ν’ αποδεχθεί καμιά απόφαση της διασκέψεως αυτής, έστω κι αν προσυπογραφόταν από την ελληνική κυβέρνηση. Επίσης, ο Μακάριος ετάχθη ανεπιφύλακτα εναντίον της αποδοχής ενός συντάγματος που ήδη η Αγγλία ετοιμαζόταν να προσφέρει στον λαό της Κύπρου. Ο Ήντεν μάλιστα ήταν τόσο σίγουρος για την επιτυχία της τριμερούς, ώστε κατάρτισε και σχέδιο ανάπτυξης της Κύπρου, που περιελάμβανε ακόμη και λεπτομέρειες ιδρύσεως και λειτουργίας στο νησί αγγλικού πανεπιστημίου!

 

Για να μετριάσει τις αντιδράσεις, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε νέα εγγραφή του Κυπριακού στον ΟΗΕ (η προσφυγή κατετέθη στις 25 Ιουλίου 1955). Ταυτόχρονα η Αγγλία διευθέτησε μια απ’ ευθείας συνάντηση επισήμων εκπροσώπων της με τον Μακάριο στη Λευκωσία. Η συνάντηση έγινε στο ξενοδοχείο «Λήδρα Πάλας» στις 9 Ιουλίου 1955 και από αγγλικής πλευράς μετείχαν ο υπουργός Αποικιών Άλαν Λέννοξ Μπόυντ, ο υφυπουργός του σερ Τζων Μάρτιν και ο κυβερνήτης σερ Ρόμπερτ Άρμιτεϊτζ. Η συνάντηση δεν κατέληξε σε τίποτε το θετικό, κι ο Μακάριος δεν επείσθη για τα «πλεονεκτήματα» της τριμερούς.

 

Η τριμερής διάσκεψη πραγματοποιήθηκε τελικά στο Λονδίνο από τις 29 Αυγούστου μέχρι τις 7 Σεπτεμβρίου του 1955 και δεν κατέληξε πουθενά. Της ελληνικής αντιπροσωπείας είχε ηγηθεί ο Στέφανος Στεφανόπουλος, της αγγλικής ο Χάρολντ Μακμίλλαν και της τουρκικής ο Φατίν Ζορλού. Ο Μακμίλλαν ομολογεί κυνικά στα απομνημονεύματά του, ότι είχε εργαστεί για να παγιδεύσει την ελληνική κυβέρνηση. Πέτυχε σ’ ένα σημαντικό σημείο: από τούδε και στο εξής, η Τουρκία είχε αποκτήσει βαρύνοντα λόγο σ’ ό,τι αφορούσε τις κυπριακές εξελίξεις κι επανερχόταν ως «άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος» για πρώτη φορά μετά την παραίτησή της από κάθε δικαίωμα επί της Κύπρου διά της συνθήκης της Λωζάνης του 1923.

 

Στις 3 Οκτωβρίου του 1955 ανέλαβε τα καθήκοντά του ο νέος κυβερνήτης της Κύπρου στρατάρχης Χάρτιγκ, στρατιωτικός καριέρας, που αντικατέστησε τον πολιτικό Άρμιτεϊτζ. Πρώτη ενέργεια του νέου κυβερνήτη ήταν να προτείνει συνάντηση με τον Μακάριο και συνομιλίες μεταξύ τους. Πράγματι, οι δυο τους είχαν επανειλημμένες συζητήσεις κατά τις οποίες ο Χάρτιγκ υπέβαλε προτάσεις λύσεως του Κυπριακού (βλέπε λεπτομέρειες στο λήμμα Χάρτιγκ σερ Τζων). Οι επαφές Μακαρίου - Χάρτιγκ κράτησαν, με διακοπές, μέχρι τις 29 Φεβρουαρίου του 1956 (ο χρόνος ήταν δίσεκτος), οπότε ναυάγησαν οριστικά ύστερα από παρέμβαση και του Άλαν Λέννοξ Μπόυντ που είχε έρθει ειδικά από το Λονδίνο. Αργότερα, αρκετοί θεώρησαν ως «χαμένη ευκαιρία» τη μη αποδοχή από τον Μακάριο της λύσεως Χάρτιγκ. Τη διακοπή όμως των διαπραγματεύσεων προκάλεσαν οι ίδιοι οι Βρετανοί επειδή μεθόδευσαν άλλη στρατηγική στην οποία θα είχε ουσιαστικό ρόλο και η νέα ελληνική κυβέρνηση.

 

Η νέα ελληνική κυβέρνηση ήταν η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, άσημου υπουργού του Παπάγου, που απρόσμενα βρέθηκε στην εξουσία μετά τον θάνατο του αρχηγού του. Όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα, ο Καραμανλής είχε αναλάβει την εξουσία στην Ελλάδα ως εντολοδόχος των Αμερικανών και, μεταξύ άλλων, και με δέσμευση να «κλείσει» το Κυπριακό. Στο βιβλίο του Σπ. Παπαγεωργίου Καραμανλῆς καί Κυπριακόν (έκδοση «Νέα Θέσις», Αθήνα, 1988) αποκαλύπτονται συγκλονιστικά στοιχεία ενοχής της κυβερνήσεως Καραμανλή ως προς το Κυπριακό. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι από το 1957, όταν ο αγώνας των Ελλήνων Κυπρίων βρισκόταν στην κρισιμότερη φάση του, εκπρόσωπος του Καραμανλή, ο πρόξενος Α. Βλάχος, ερευνούσε στην Κύπρο για να βρει κατάλληλο τμήμα του νησιού ώστε ν’ αποδοθεί στην Τουρκία ως στρατιωτική βάση! Ο άνθρωπος αυτός ομολογεί στα απομνημονεύματά του (Α. Βλάχου, Μιά φορά κι ἕνα καιρό ἕνας διπλωμάτης..., τόμος Δ΄), ότι είχε επιλέξει την περιοχή του Κορμακίτη, επειδή ήταν αραιοκατοικημένη και θα μετακινούνταν μόνο 4 χωριά! Ομολογεί επίσης ο Βλάχος ότι είχε διοριστεί πρόξενος στην Κύπρο από τον Καραμανλή με βασικό σκοπό να τορπιλλίσει τον αγώνα της ΕΟΚΑ και να πείσει τους Κυπρίους να στραφούν προς την αποδοχή κάποιας λύσεως «ανεξαρτησίας».

 

Αυτά τα πράγματα δεν ήταν ποτέ δυνατό να ειπωθούν στον ίδιο τον Μακάριο, γιατί αμέσως θα ξεσήκωνε τον λαό ολόκληρο στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση Καραμανλή να διαλυθεί στη στιγμή. Ο Μακάριος, με το τεράστιο κύρος που είχε αποκτήσει, ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να το κάνει και θα το έκανε. Η αγγλική μεθόδευση, όμως, τον εξουδετέρωσε κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο με ένα αποτελεσματικό τρόπο: εξορία.

 

Ο στρατάρχης Παπάγος είχε πεθάνει το βράδυ της 4ης Οκτωβρίου του 1955. Την επομένη, αναδεικνυόταν ως νέος ηγέτης της Ελλάδας ο υπουργός Δημοσίων Έργων του Παπάγου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αποκαλύφθηκε ότι ένα ολόκληρο μήνα πριν από τον θάνατο του Παπάγου, είχε συνταχθεί ακόμη και μνημόνιο με την υποχρέωση του Καραμανλή να «κλείσει» το Κυπριακό. Ο νέος πρωθυπουργός επεβλήθη από τα ανάκτορα, που κι αυτά ήσαν αλωμένα από τους Αγγλοαμερικάνους. Την τελευταία μέρα του ίδιου αυτού μήνα (31 Οκτωβρίου του 1955), ο Μακάριος πήγε στην Αθήνα για μια ακόμη φορά, όπου είχε συνομιλίες με τη νέα ελληνική κυβέρνηση. Στη συνέχεια περιόδευσε την Κρήτη. Επίσημα, η νέα κυβέρνηση τον διαβεβαίωσε για τις καλές της προθέσεις, στο παρασκήνιο όμως γίνονταν άλλα. Το ζήτημα της εξορίας του αρχιεπισκόπου Μακαρίου δεν έχει διευκρινιστεί ακόμη πλήρως. Θα πρέπει όμως να θεωρηθεί σχεδόν σίγουρο ότι η εξορία του απεφασίσθη από τους Βρετανούς, μεταξύ άλλων και για να αποφευχθούν πιέσεις του προς τη νέα ελληνική κυβέρνηση.

 

Ο Μακάριος συνελήφθηκε κι στάλθηκε στην εξορία στις 9 Μαρτίου του 1956, ενώ αναχωρούσε για μια ακόμη επίσκεψη στην ελληνική πρωτεύουσα για διαβουλεύσεις με την κυβέρνηση Καραμανλή. Σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι Βρετανοί έστειλαν στην εξορία Κυπρίους ηγέτες, δεν τους εκτόπιζαν κιόλας υπό συνθήκες αιχμαλωσίας. Τους έδιωχναν από την Κύπρο, κι απ’ αυτούς άλλοι εγκαθίσταντο στην Ελλάδα (όπως ο Μακάριος Β΄, ο Σωκράτης Λοϊζίδης και αρκετοί άλλοι) κι άλλοι αλλού (όπως ο Νικόδημος Μυλωνάς στα Ιεροσόλυμα, ο Διονύσιος Κυκκώτης στην Αλεξάνδρεια, ο Χ. Βατυλιώτης στη Σοβιετική Ένωση κλπ.). Στην περίπτωση του Μακαρίου, δεν θεωρήθηκε αρκετή η απέλαση από την Κύπρο. Αντίθετα, μετεφέρθη στις Σεϋχέλλες, μικρό σύμπλεγμα νησιών στη μέση του Ινδικού Ωκεανού, όπου και κρατήθηκε αιχμάλωτος μαζί με τους συνεξορίστους του (τον επίσκοπο Κυρηνείας Κυπριανό, τον ιερέα Παπασταύρο Παπαγαθαγγέλου και τον Πολύκαρπο Ιωαννίδη). Ήταν φανερό ότι οι Βρετανοί δεν ήθελαν μόνο να διώξουν τον Μακάριο από το νησί αλλά, πολύ περισσότερο, να τον απομονώσουν ώστε να μη μπορεί να παρακολουθεί και να επηρεάζει τις εξελίξεις. Η εξορία και αιχμαλωσία του προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις και στην Κύπρο και στην Ελλάδα, καθώς και διεθνή κατακραυγή. Μόνο στην Αθήνα, 70 τουλάχιστον πρόσωπα τραυματίστηκαν σοβαρά και εκατοντάδες άλλα ελαφρότερα, σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας που ανέλαβαν τη φρούρηση της αγγλικής και της αμερικανικής πρεσβείας. Στη Θεσσαλονίκη, μόνο με τη βίαιη επέμβαση του στρατού έγινε δυνατό να σωθεί το εκεί αγγλικό προξενείο.

 

Στην Κύπρο, ο στρατάρχης Χάρτιγκ πήρε δρακόντεια μέτρα ασφαλείας με κατ’ οίκον περιορισμούς και απαγόρευση κάθε μετακινήσεως. Ο στρατός έλεγχε τα πάντα. Κι ο Γρίβας, άπιαστος στο λημέρι του, στο Τρόοδος, προετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει τη νέα κατάσταση, αναμένοντας την επίθεση του Χάρτιγκ κατά της ΕΟΚΑ.

 

Ο Μακάριος κρατήθηκε στην απομόνωση των Σεϋχελλών για 13 συνολικά μήνες (από τον Μάρτιο του 1956 μέχρι τον Απρίλιο του 1957˙ είχε απελευθερωθεί στις 28 Μαρτίου του 1957 με τον όρο να μη επιστρέψει στην Κύπρο, έφθασε δε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου του 1957 επειδή η αναχώρηση από τις Σεϋχέλλες δεν ήταν εύκολη εξαιτίας της απομόνωσης των νησιών και μη ύπαρξης συχνών δρομολογίων, από τις Σεϋχέλλες τον είχε παραλάβει, τελικά, ένα ελληνικό πετρελαιοφόρο που έτυχε να πλέει στον Ινδικό). Στην ελληνική πρωτεύουσα του είχε επιφυλαχθεί από το λαό αποθεωτική υποδοχή, ενώ γιορτασμοί έγιναν και στην αγωνιζόμενη Κύπρο.

 

Κατά το διάστημα κράτησης του αρχιεπισκόπου στις Σεϋχέλλες, οι Βρετανοί δοκίμασαν να προωθήσουν σχέδιό τους στην Κύπρο, με την αποστολή του λόρδου Ράντκλιφ και υποβολή συνταγματικών προτάσεων. Δεν βρέθηκε όμως κανένας Έλληνας Κύπριος πρόθυμος να διαπραγματευτεί με τους Βρετανούς, αφού όλοι υποστήριζαν ότι τους εκπροσωπούσε ο εξόριστος αρχιεπίσκοπος. Παράλληλα, κατά το ίδιο διάστημα, ο Χάρτιγκ είχε εξαπολύσει θυελλώδεις επιθέσεις κατά της ΕΟΚΑ, χωρίς ωστόσο να κατορθώσει να την εξαρθρώσει. Στο μεταξύ, τα μέλη της Εθναρχίας στην Κύπρο (με επικεφαλής τον μητροπολίτη Κιτίου Άνθιμο) άρχισαν να υποψιάζονται το ρόλο και τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης του Κ. Καραμανλή κι αναγκάστηκαν να επιτεθούν ανοικτά κατά του υπουργού των Εξωτερικών Σπύρου Θεοτόκη που τον κατηγόρησαν τον Απρίλιο του 1956 για ἔλλειψιν ἀγωνιστικοῦ πνεύματος και τον χαρακτήρισαν ως ἐπιβλαβῆ εἰς τόν κυπριακόν ἀγῶνα, ζητώντας την αντικατάστασή του. Ενέργειες κατά του υπουργού έκαμε και το κλιμάκιο της Εθναρχίας στην Αθήνα. Ο Θεοτόκης, που είχε πράγματι συνεχείς μυστικές επαφές με τους Βρετανούς, αντικαταστάθηκε αμέσως. Στη θέση του διορίστηκε ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο άνθρωπος που «έκλεισε» τελικά το Κυπριακό διά των συμφωνιών της Ζυρίχης.

 

Τον Δεκέμβριο του 1956 επισκέφτηκαν τον Μακάριο στις Σεϋχέλλες ο Ντέρεκ Πήαρσον του υπουργείου Αποικιών και ο Κρίτων Τορναρίτης της κυπριακής εισαγγελίας, για να του εξηγήσουν τις συνταγματικές προτάσεις του λόρδου Ράντκλιφ. Ο Μακάριος μελέτησε τα σχετικά έγγραφα, αλλά δεν έδωσε καμιά απάντηση, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσε να διαπραγματευθεί ενόσω βρισκόταν υπό κράτηση και σε εξορία.

 

Κατά το ίδιο διάστημα της κρατήσεως του Μακαρίου στην απομόνωση, οι Βρετανοί εργάστηκαν για να δημιουργήσουν στην Κύπρο συνθήκες που να ευνοούν ένα νέο «διακανονισμό» του Κυπριακού προβλήματος: την διχοτόμηση της Κύπρου (στην ουσία τριχοτόμηση, δεδομένου ότι η Μεγάλη Βρετανία θα εξακολουθούσε να κρατεί για λογαριασμό της τμήμα του νησιού ως στρατιωτική βάση, ενώ το υπόλοιπο θα διαμοιραζόταν μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας). Δυστυχώς ο πρώτος που είχε εισηγηθεί τη διχοτόμηση ως «λύση» ήταν ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ! Από την πλευρά τους, οι Τούρκοι παρουσιάζονταν τώρα και ...παραπονούμενοι˙ ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Α. Μεντερές, σε δηλώσεις του στην εθνοσυνέλευση της χώρας του (29 Δεκεμβρίου 1956) υποστήριξε ότι n διχοτόμηση της Κύπρου αποτελεί αυτοθυσία για την Τουρκία...

 

Είναι φανερό ότι παρέστη ανάγκη να κρατηθεί ο Μακάριος σε πλήρη απομόνωση μέχρι να ετοιμαστούν οι συνθήκες που, μοιραία, θα οδηγούσαν το Κυπριακό ζήτημα σε άλλους ακανθώδεις δρόμους. Όταν κρίθηκε από τις αρμόδιες βρετανικές υπηρεσίες ότι τούτο είχε επιτελεσθεί, ο Μακάριος απελευθερώθηκε με τον μοναδικό όρο να μη επιστρέψει στην Κύπρο.

           

Προς τη λύση της ανεξαρτησίας: Μετά την απελευθέρωσή του, ο Μακάριος εγκαταστάθηκε στην ελληνική πρωτεύουσα απ’ όπου μπορούσε να έχει και στενές επαφές με την Κύπρο, στην οποία ο αγώνας συνεχιζόταν. Όμως παρά την έντονη επαναδραστηριοποίησή του (μεταξύ άλλων πήγε στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο - Νοέμβριο του 1957 όπου παρακολούθησε και τη συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ) οι κυπριακές εξελίξεις είχαν πλέον τροχιοδρομηθεί προς την κατεύθυνση μιας «διευθετήσεως» του θέματος μεταξύ Ελλάδας - Αγγλίας - Τουρκίας. Προς την κατεύθυνση αυτή της «φιλικής» ρυθμίσεως του Κυπριακού στο πνεύμα της συμμαχίας του NATO, είχαν εργαστεί και το NATO και, φυσικά, οι Αμερικανοί. Η ελληνική κυβέρνηση Καραμανλή ήταν, βέβαια, πρόθυμη να συνεργαστεί.

           

Οι Βρετανοί, κύριοι απόλυτοι της καταστάσεως τώρα, παρουσιάζονταν έτοιμοι να προχωρήσουν στην επίλυση του προβλήματος έστω και χωρίς την εκμαίευση της υπογραφής του Μακαρίου. Έτσι, άρχισαν αυτή την εποχή να προωθούν ανοικτά την ιδέα επιβολής ενός διχοτομικού σχεδίου, του γνωστού ως σχεδίου Μακμίλλαν (από το όνομα του εμπνευστή του), με το οποίο βέβαια συμφωνούσαν και οι Τούρκοι.

 

Κάτω από τις νέες συνθήκες, ο Μακάριος αναγκάστηκε να κάμει μια θεαματική στροφή με τη γνωστή δήλωσή του προς τη Βρετανίδα βουλευτίνα Μπάρμπαρα Κασλ, στις 16 Σεπτεμβρίου του 1958. Με τη δήλωση του εκείνη, που χαροποίησε και ανακούφισε ιδιαίτερα την κυβέρνηση Καραμανλή, ο Μακάριος παρουσιαζόταν πρόθυμος να συζητήσει λύση ανεξαρτησίας για την Κύπρο, εγκαταλείποντας το πάγιο αίτημα του κυπριακού αγώνα για αυτοδιάθεση - ένωση με την Ελλάδα.

 

Μετά τη θέση του αυτή, τα πράγματα προχώρησαν με ταχύτητα. Και το μεν διχοτομικό σχέδιο Μακμίλλαν τοποθετήθηκε στο ράφι (χωρίς, δυστυχώς, να λησμονηθεί ολότελα), οι δε διαβουλεύσεις μεταξύ των «ενδιαφερομένων μερών» — ιδιαίτερα της Ελλάδας και της Τουρκίας —επιταχύνθηκαν. Στις αρχές του 1959 συνομολογήθηκαν στη Ζυρίχη οι γνωστές ελληνοτουρκικές συμφωνίες βάσει των οποίων η Κύπρος θα γινόταν ανεξάρτητο κράτος. Στη Ζυρίχη, οι διαπραγματεύσεις ήσαν μόνο διμερείς — ελληνοτουρκικές — με τη συμμετοχή των Καραμανλή -Αβέρωφ αφ’ ενός και των Μεντερές-Ζορλού αφ’ ετέρου. Ο Μακάριος δεν είχε προσκληθεί και δεν παρευρέθη, όπως δεν παρευρέθη ούτε εκπρόσωπος των Τούρκων της Κύπρου. Η κρατούσα δύναμη, η Αγγλία, επίσης δεν έλαβε μέρος. Άφησε το ζήτημα να εξελιχθεί σε ελλαδοτουρκική διαφορά και n ίδια n Αγγλία ανέλαβε το ρόλο του διαιτητή λίγες μέρες αργότερα, στο Λονδίνο, όταν όλοι οι «ενδιαφερόμενοι» κλήθηκαν να προσυπογράψουν τα όσα είχαν συμφωνηθεί.

 

Ο Μακάριος πήγε στο Λονδίνο με σκοπό να προσπαθήσει να βελτιώσει όσο γινόταν τις συμφωνίες. Εκεί όμως βρέθηκε μπροστά σε μια κατάσταση που δεν ήταν δυνατό ούτε στο ελάχιστο να τροποποιηθεί. Απειλήθηκε μάλιστα από τους Καραμανλή και Αβέρωφ, οι οποίοι εργάστηκαν μεθοδικά και για να πείσουν τα υπόλοιπα μέλη της ελληνοκυπριακής αποστολής να δεχθούν τις συμφωνίες.

 

Οι συμφωνίες υπογράφηκαν στις 19 Φεβρουαρίου του 1959. Ύστερα  από προσπάθεια που καταβλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, πείστθηκε και ο Γεώργιος Γρίβας στην Κύπρο να αποδεχθεί τη λύση της ανεξαρτησίας και να τερματίσει τον ένοπλο αγώνα, εγκαταλείποντας κιόλας την Κύπρο. Μάλιστα, προκειμένου να τον κολακεύσει, n ελληνική κυβέρνηση του προετοίμασε αποθεωτική υποδοχή στην Αθήνα.

 

Ο Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο την Κυριακή, 1η Μαρτίου του 1959, κι έγινε δεκτός με μεγάλους πανηγυρισμούς.

 

Ακολούθησε μια σύντομη μεταβατική περίοδος ενός και μισού χρόνου περίπου, κατά την οποία έγιναν όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες για την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος στο οποίο οι Τούρκοι Κύπριοι ήσαν οι βασικοί συνεταίροι των Ελλήνων Κυπρίων, με ποσοστά 30% προς 70%.

 

Οι πρώτες προεδρικές εκλογές έγιναν στις 13 Δεκεμβρίου 1959. Διεκδικητές του ανώτατου αξιώματος ήταν ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, τον οποίο υποστήριζαν όλοι οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ, και ο Ιωάννης Κληρίδης τον οποίο υποστήριξε η άκρα Δεξιά αλλά και η κυπριακή Αριστερά. Νικητής εξήλθε ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος με ποσοστό 67% των ψήφων, και κατέστη έτσι ο πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Βάσει των συμφωνιών, τον πρόεδρο της Δημοκρατίας εκλέγουν οι Έλληνες Κύπριοι, ενώ τον αντιπρόεδρο οι Τούρκοι Κύπριοι, σε χωριστές εκλογές.   Έτσι, την ίδια μέρα οι Τουρκοκύπριοι εξέλεξαν, χωρίς ανθυποψήφιο, τον ηγέτη τους Φαζίλ Κουτσιούκ ως αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας. Στη Βουλή, οι Τουρκοκύπριοι εκπροσωπούνταν με 15 έδρες από σύνολο 50, ενώ τις 35 έδρες τις δικαιούνταν οι Έλληνες Κύπριοι. Οι πρώτες βουλευτικές εκλογές έγιναν στις 31 Ιουλίου 1960.

 

Η επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του Μακαρίου, έγινε με την εγκατάστασή του στο προεδρικό αξίωμα στις 16 Αυγούστου του 1960, ημέρα κατά την οποία έγινε και η επίσημη ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και η μεταβίβαση των εξουσιών από τους Βρετανούς στους Κυπρίους.

 

Πρόεδρος: Ως πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν εκείνος που έθεσε τις βάσεις και οργάνωσε το νέο κράτος, χαράσσοντας ταυτόχρονα και την πορεία που έμελλε ν’ ακολουθήσει. Ο Μακάριος ενέταξε την Κύπρο στην οικογένεια των Ηνωμένων Εθνών, ως ισότιμο κράτος - μέλος, καθώς και στην ομάδα των χωρών - μελών της Κοινοπολιτείας. Ακολούθησε αδέσμευτη εξωτερική πολιτική και παρέστη ο ίδιος προσωπικά στην ιδρυτική συνέλευση του κίνηματος των Αδεσμεύτων που έγινε στο Βελιγράδι της Γιουγκοσλαβίας τον Σεπτέμβριο του 1961, παρά τις αντιδράσεις των Τούρκων. Το 1961 επισκέφθηκε επίσημα την Αίγυπτο και τον επόμενο χρόνο επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες (όπου είχε συνομιλίες με τον πρόεδρο Τζων Κέννεντυ), τη Δυτική Γερμανία, τις Ινδίες και την Τουρκία. Η επίσημη επίσκεψη στην Άγκυρα έγινε στις 22 Νοεμβρίου 1962. Χαρακτηρίστηκε ως ιστορική αυτή η επίσημη επίσκεψη και ήταν το επιστέγασμα μιας σειράς σημαντικών επισκέψεων, με σημαντικότερη αυτή στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Τζον Κένεντι, τον Ιούνιο του 1962. Το κλίμα δεν ήταν και το καλύτερο, και η επίσκεψη στην Άγκυρα γινόταν για να υπάρξει μια βελτίωση τόσο στις σχέσεις των δύο χωρών, αλλά κυρίως στις εσωτερικές σχέσεις με την τ/κ πλευρά, με το πρόβλημα της σύστασης και οργάνωσης του στρατού να είναι το κορυφαίο, καθώς οι Τουρκοκύπριοι απαιτούσαν συγκρότηση χωριστών στρατιωτικών σωμάτων μέχρι το επίπεδο του λόχου, ώστε να αποκλείσουν την παρουσία Ελληνοκύπριων στρατιωτών σε πληθυσμιακά αμιγείς περιοχές Τουρκοκυπρίων. Τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα, καθώς φοιτητές αποδοκίμαζαν την πομπή που συνόδευε τον Μακάριο, ενώ ορισμένοι κτύπησαν και το αυτοκίνητο που τον μετέφερε. Ανταπόδοση της επίσκεψης δεν υπήρξε ποτέ.

 

Παρά το ότι η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος, ωστόσο κανένας από τους δυο συνεταίρους (Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους) δεν είδε με περισσή σοβαρότητα και δεν πίστεψε στο γεγονός αυτό παρότι υπήρξαν και ειλικρινείς (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ) προσπάθειες: οι μεν Έλληνες Κύπριοι δεν παραιτήθηκαν από τον αρχικό τους στόχο — που ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα —, οι δε Τούρκοι Κύπριοι, καθοδηγούμενοι από την ίδια την Τουρκία που εκτίμησε ότι στο μέλλον θα μπορούσε να κερδίσει πολύ περισσότερα στην Κύπρο, συνέχισαν να εργάζονται προς την κατεύθυνση της διχοτόμησης του νησιού. Από την αρχή ακόμη, οι προθέσεις των Τούρκων έγιναν σαφείς με την αποκάλυψη ότι στέλνονταν κρυφά όπλα στην Κύπρο (σύλληψη του πλοιαρίου «Ντενίζ» τον Οκτώβριο του 1959).

 

Ο Μακάριος αντιμετώπισε, κατά τα πρώτα χρόνια της προεδρίας του, ένα ολόκληρο βουνό από προβλήματα, από τα πιο απλά (όπως η αποκατάσταση παθόντων αγωνιστών) μέχρι τα πιο δύσκολα (όπως η προβληματική λειτουργία του κράτους εξαιτίας διαφόρων άρθρων του Συντάγματος που προέκυψε από τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου). Οι Τουρκοκύπριοι εξάλλου, εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες και τις παραδοξότητες του Συντάγματος, προέβαλλαν συνεχώς εμπόδια μέσω της Βουλής κυρίως, όπως η άρνησή τους να αποδεχθούν την καταβολή φόρων. Από την άλλη ο Αρχιεπίσκοπος δεν αποδέκτηκε και δεν εφάρμοσε την πρόνοια του συντάγματος περί κάποιων χωριστών τουρκοκυπριακών Δήμων. Τέτοιου είδους προβλήματα ώθησαν τον πρόεδρο Μακάριο να προτείνει τροποποίηση μερικών άρθρων του Συντάγματος, συνολικά δεκατριών, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομαλότερη λειτουργία του κράτους. Το 1962 συζήτησε το θέμα αυτό με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζων Κέννεντυ, ο οποίος και έδειξε μεγάλη κατανόηση. Η ελληνική κυβέρνηση Καραμανλή, όμως, τον συμβούλευσε με τρόπο έντονο να μη δοκιμάσει κάτι τέτοιο. Ο Μακάριος επανέφερε το θέμα αυτό το 1963, μετά την πτώση του Καραμανλή στην Ελλάδα (ύστερα, από τη γνωστή υπόθεση της δολοφονίας του αριστερού βουλευτή Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη) και την αυτοεξορία του στο Παρίσι. Την εξουσία στην Ελλάδα είχε αναλάβει τώρα ο Γεώργιος Παπανδρέου. Στο μεταξύ όμως είχε δολοφονηθεί ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζων Κέννεντυ και αντικατασταθεί από τον Λύντον Τζόνσον. Η Αγγλία, που πληροφορήθηκε την πρόθεση του Μακαρίου, δεν τον αποθάρρυνε˙ αντίθετα, φαίνεται να τον είχε ενθαρρύνει κιόλας, διά του ύπατου αρμοστή της στη Λευκωσία. Έτσι, ο Μακάριος προχώρησε για να υποβάλει στους Τουρκοκυπρίους τις προτάσεις του για τροποποίηση δεκατριών άρθρων του Συντάγματος (30 Νοεμβρίου του 1963, βλέπε λήμμα «δεκατρία σημεία»).

 

Παρά το ότι δεν επρόκειτο για καθαρά μονομερή ενέργεια αλλά για προτάσεις προς συζήτηση, ωστόσο η υποβολή τους έδωσε στην Τουρκία την αφορμή για δημιουργία επεισοδίων που θα εξυπηρετούσαν τους διχοτομικούς σκοπούς της. Έτσι, στα τέλη του 1963 ξέσπασε η ανταρσία των Τουρκοκυπρίων και σημειώθηκαν οι πρώτες αιματηρές συγκρούσεις. Την ανταρσία αντιμετώπισαν εθελοντές Ελληνοκύπριοι. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και μέσα στο 1964, που στάθηκε κρίσιμο έτος για τις κυπριακές εξελίξεις.

 

Ο Μακάριος προσέφυγε, το Φεβρουάριο του 1964, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Μέσα στον ίδιο μήνα απέρριψε τις προτάσεις Μπωλλ. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου απεδέχθη την επάνοδο στην Κύπρο του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα-Διγενή, ο οποίος και τοποθετήθηκε επικεφαλής  των  ελληνοκυπριακών  ενόπλων  δυνάμεων. Προχώρησε επίσης στην ίδρυση της Εθνικής Φρουράς, παρά τις λυσσώδεις αντιδράσεις της Τουρκίας, και στην εξασφάλιση οπλισμού για τις ελληνοκυπριακές δυνάμεις. Στο μεταξύ οι Τουρκοκύπριοι είχαν δημιουργήσει τους δικούς τους θυλάκους στις πόλεις (εκτός της Κερύνειας) και σε πολλές περιοχές στην ύπαιθρο όπου πλειοψηφούσαν. Οι Τουρκοκύπριοι υπουργοί, βουλευτές, αστυνομικοί και δημόσιοι υπάλληλοι, υπακούοντας όλοι στις οδηγίες της Άγκυρας, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και αυτοεγκλωβίστηκαν στις ελεγχόμενες από τους Τούρκους περιοχές. Ακόμη, τουρκοκυπριακός πληθυσμός πήρε εντολή και μετακινήθηκε από χωριά στα οποία μειοψηφούσε, ενισχύοντας χωριά στα οποία οι Τουρκοκύπριοι πλειοψηφούσαν. Όλα αυτά ήταν ενέργειες που εξυπηρετούσαν τους διχοτομικούς σκοπούς της Τουρκίας, κι ο Μακάριος τις αντιμετώπισε δυναμικά και αποφασιστικά χωρίς βεβαίως να εκτιμήσει ορθά τις επιπτώσεις. Διεθνώς, κατόρθωσε να διαφυλάξει την οντότητα του Κυπριακού κράτους, έστω και χωρίς συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων, και μέσα στον ίδιο χρόνο απέρριψε το αμερικανικό σχέδιο του Ντην Άτσεσσον* που προέβλεπε απόδοση εδαφών της Κύπρου στην Τουρκία, εμμένοντας στη διαδικασία των Ηνωμένων Εθνών. Ακόμη, μέσα στο καλοκαίρι του ιδίου χρόνου, αρνήθηκε να ενδώσει σε αξιώσεις της Τουρκίας, αγνοώντας τις απειλές της. Η Τουρκία κτύπησε την Κύπρο (περιοχή Τηλλυρίας) με την αεροπορία της τον Αύγουστο, κι ο Μακάριος εστράφη αμέσως προς τη Σοβιετική Ένωση ζητώντας υποστήριξη και βρίσκοντας ανταπόκριση από τον Σοβιετικό ηγέτη Νικήτα Κρούτσεφ. Τούτο καταθορύβησε το NATO και τους Αμερικανούς, που έσπευσαν να παρεμποδίσουν οποιεσδήποτε νέες τουρκικές επιθέσεις κατά της Κύπρου. Ο Μακάριος είχε επιβληθεί, η δε φήμη του ενισχύθηκε διεθνώς. Θέλοντας να υπογραμμίσει τη διεθνή αναγνώριση που απολάμβανε η Κύπρος ως ανεξάρτητο κράτος, προσκάλεσε στην Κύπρο τον ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας και ηγετική φυσιογνωμία του κόσμου των Αδεσμεύτων, στρατάρχη Τίτο. Οι Τουρκοκύπριοι είχαν απομονωθεί. Πέραν τούτου, μέσα στο 1964, ύστερα από μυστική συμφωνία Κύπρου-Ελλάδας, η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου απέστειλε μυστικά στην Κύπρο μια ολόκληρη μεραρχία ελληνικού στρατού, με δύναμη πυρός ενός σώματος στρατού. Η Κύπρος είχε κατορθώσει να προστατευθεί. Όταν έμαθαν το γεγονός αυτό οι Τούρκοι και οι λοιποί, ήταν πλέον αργά.

 

Το 1966 ο πρόεδρος Μακάριος περιόδευσε χώρες της Λατινικής Αμερικής.

 

Το 1967 επιβλήθηκε στην Ελλάδα το δικτατορικό καθεστώς του Γεωργίου Παπαδοπούλου, έναντι του οποίου ο Μακάριος ενεφανίσθη αρχικά επιφυλακτικός. Όταν όμως η εξουσία των δικτατόρων σταθεροποιήθηκε, δεν αρνήθηκε τη συνεργασία μαζί τους, υποστηρίζοντας ότι θεωρούσε καθήκον του την αρμονική συνεργασία με οποιαδήποτε κυβέρνηση των Αθηνών. Το στρατιωτικό καθεστώς είχε επιβληθεί μετά την αποσταθεροποίηση που ακολούθησε την πτώση της κυβέρνησηςς Γεωργίου Παπανδρέου το 1965 που προκλήθηκε από το παλάτι. Στην ουσία, η πτώση του Παπανδρέου οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην άρνησή του να αποδεχθεί αμερικανικές πιέσεις σχετικές με υποχωρήσεις στο θέμα της Κύπρου. Ακολούθησε μια περίοδος πολιτικής αστάθειας στην Ελλάδα, με συχνές αλλαγές υπηρεσιακών κυβερνήσεων, με τις οποίες οι σχέσεις του Μακαρίου δεν ήσαν πάντοτε καλές.

 

Το δικτατορικό καθεστώς των Αθηνών προσπάθησε από την αρχή να εντυπωσιάσει, καταφέρνοντας μια εντυπωσιακή επιτυχία. Ως τέτοια, σκέφθηκε να επιλύσει το Κυπριακό, επιτυγχάνοντας την άμεση... ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Προκάλεσε τότε συνάντηση με την ηγεσία της   Άγκυρας (πρωθυπουργός ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ) που πραγματοποιήθηκε στα ελληνοτουρκικά σύνορα στον ποταμό Έβρο στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου του 1967 και κατέληξε σε πραγματικό φιάσκο. Το ίδιο καθεστώς, καθώς και το διάδοχο σχήμα του δικτάτορα Δημητρίου Ιωαννίδη, θα επέμενε και στο μέλλον να έχει τον κύριο λόγο στο Κυπριακό, με τραγικά για το νησί αποτελέσματα.

 

Τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1967 ο πρόεδρος Μακάριος αντιμετώπισε μια νέα μεγάλη κρίση, γνωστή ως κρίση της Κοφίνου. Κατά τα μέσα του Νοεμβρίου του 1967, δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς κτύπησαν τα τουρκοκυπριακά χωριά Κοφίνου και Άγιος Θεόδωρος, ύστερα από μακρές προκλήσεις των κατοίκων τους (που διοικούντο από αξιωματικό από την Τουρκία) οι οποίοι ήλεγχαν την ζωτική οδική αρτηρία Λευκωσίας-Λεμεσού. Ο στρατηγός Γρίβας, που ηγήθηκε της επιχείρησης, μπόρεσε σχετικά εύκολα να καταλάβει τα δυο χωριά και να εξουδετερώσει τον τουρκοκυπριακό θύλακο. Το επεισόδιο όμως προκάλεσε μεγάλη κρίση. Η Τουρκία απειλούσε με εισβολή στην Κύπρο και για μέρες τα πολεμικά της αεροσκάφη υπερίπταντο του νησιού, ενώ είχε τεθεί σε ετοιμότητα ολόκληρη η πολεμική της μηχανή. Οι Αμερικανοί κινήθηκαν ταχύτατα, προκειμένου ν’ αποτρέψουν τη γενικότερη σύρραξη, κι απέστειλαν εσπευσμένα τον Σάυρους Βανς στο τρίγωνο Αθήνας - Άγκυρας - Λευκωσίας. Ο Μακάριος, μιλώντας στον λαό στις 24 Νοεμβρίου 1967, έλεγε:

 

... Δέν ἀποκρύπτω ὅτι διερχόμεθα δραματικάς πράγματι στιγμάς καί τά νέφη τοῦ πολέμου ἁπλοῦνται ἀπειλητικῶς ὑπεράνω τῆς Κύπρου. Μισοῦμεν τόν πόλεμον... Πιστεύομεν ὅτι τό Κυπριακόν πρόβλημα δύναται νά λυθῇ εἰρηνικῶς... Ἡ  ἀποτροπή ὃμως τοῦ  ἀπειλοῦντος τήν νῆσόν μας πολέμου, δέν ἐξαρτᾶται ἀπό ἡμᾶς. Πιθανῶς οὗτος νά μᾶς ἐπιβληθῇ  ὑπό τῆς Τουρκίας... Ἐάν ὁ πόλεμος ἐπιβληθῇ, τότε θά ἀμυνθῶμεν μέ ὅλα τά μέσα, μέ ὅλας τάς δυνάμεις μας. Θά ἀμυνθῶμεν διά τήν τιμήν καί τήν ἀξιοπρέπειάν μας. Θά ἀγωνισθῶμεν μέ ὑψηλά τά μέτωπα καί τήν ψυχήν ὀρθίαν. Ὁ  γών μας θά εἶναι ἀγών ὑπέρ πάντων...

 

Ο Μακάριος επιβάλλεται: Η Τουρκία υπέβαλε τελεσιγραφικά σοβαρές αξιώσεις: να αποχωρήσει η ελληνική μεραρχία από την Κύπρο, να ανακληθεί στην Αθήνα ο στρατηγός Γρίβας και να διαλυθεί η κυπριακή Εθνική Φρουρά. Ως αντάλλαγμα πρότεινε να... αποσύρει τις δυνάμεις της που είχε συγκεντρώσει στα τουρκικά νότια παράλια, απέναντι από τις βόρειες ακτές της Κύπρου. Ο Σάυρους Βανς πέτυχε εύκολα ν’ αποσπάσει τη συγκατάθεση των δικτατόρων της Αθήνας ως προς την ανάκληση της μεραρχίας και του Γρίβα. Στη Λευκωσία όμως συνάντησε την πεισματική άρνηση του Μακαρίου να διαλύσει την Εθνική Φρουρά, και την απαίτησή του από τις δυτικές δυνάμεις (την αποστολή Βανς υποστήριζαν και η Αγγλία και ο Καναδάς) να δώσουν επαρκείς εγγυήσεις μέσω του ΟΗΕ για την ασφάλεια της Κύπρου. Απαίτησε επίσης την αποχώρηση των Τούρκων στρατιωτικών που είχαν κατά καιρούς σταλεί κρυφά στην Κύπρο και ενισχύσει τους Τουρκοκυπρίους, καθώς και τη διάλυση των βρετανικών βάσεων. Ζήτησε ακόμη κατάργηση των συμβατικών δικαιωμάτων της Τουρκίας να αναμειγνύεται στα εσωτερικά ζητήματα της Κύπρου.

 

Πολλοί εξεπλάγησαν όταν έμαθαν ότι, βρισκόμενος υπό άμεση και τρομερή απειλή, ο Μακάριος όχι μόνο απέρριπτε τις τουρκικές αξιώσεις αλλά έθετε και δικούς του όρους. Χαρακτηριστικά η εφημερίδα Ντέιλυ Τέλεγκραφ έγραφε (4 Δεκεμβρίου 1967) πως για να το επιτύχει αυτό, στηρίζεται στους φίλους που διαθέτει στα Ηνωμένα Έθνη, στην υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και στις προσπάθειες του ΝΑΤΟ ν’ αποτρέψει πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

 

Τελικά ο Βανς κατόρθωσε ν’ αποτρέψει τον πόλεμο. Αλλά ο Γρίβας έφυγε από την Κύπρο, καθώς και η ελληνική μεραρχία. Την αποχώρηση της μεραρχίας ο Μακάριος την είχε αποδεχθεί χωρίς αντίδραση (ήταν, εξ άλλου, θέμα που πρώτιστα αφορούσε την Αθήνα), επειδή δεν εμπιστευόταν το δικτατορικό καθεστώς της Ελλάδας και φοβόταν μήπως η δύναμη αυτή χρησιμοποιηθεί εναντίον του για να του επιβάλει την αποδοχή μιας ελληνοτουρκικής ρυθμίσεως του Κυπριακού προβλήματος (Ντέιλυ Τέλεγκραφ, 4.12.1967).

 

Μετά τη σοβαρή αυτή κρίση, ο Μακάριος ζήτησε την ανανέωση της προς αυτόν λαϊκής εντολής και προκήρυξε προεδρικές εκλογές για τις 25 Φεβρουαρίου του 1968. Η μικρή ομάδα του δημάρχου Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη που αντιπολιτευόταν τον Μακάριο, προέβαλε ως δικό της υποψήφιο τον γιατρό Τάκη Ευδόκα. Κατά τις εκλογές εκείνες, ο Μακάριος βγήκε απόλυτα ενισχυμένος, συγκεντρώνοντας ποσοστό ψήφων 95,45%.

 

Από τη δική τους πλευρά, οι Τουρκοκύπριοι είχαν βρει την ευκαιρία, με την κρίση της Κοφίνου, να κάμουν ένα ακόμη βήμα προς τη διχοτόμηση, ανακηρύσσοντας δική τους «κυβέρνηση» που την ονόμασαν «προσωρινή τουρκοκυπριακή διοίκηση». Λίγο πριν από την κρίση της Κοφίνου είχε δοκιμάσει να εισέλθει κρυφά στην Κύπρο, και είχε συλληφθεί, ο αρχηγός των εξτρεμιστών Τουρκοκυπρίων Ραούφ Ντενκτάς. Ο Ντενκτάς βρισκόταν από καιρό στην Τουρκία επειδή ο Μακάριος του είχε απαγορεύσει την επιστροφή στην Κύπρο μετά από ένα ταξίδι του. Τώρα, τον άφησε ελεύθερο. Και λίγο αργότερα ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Ου Θαντ, που είχε στα προηγούμενα δραματικά χρόνια βοηθήσει την Κύπρο, κάλεσε τους Έλληνες και τους Τούρκους του νησιού ν’ αρχίσουν απ’ ευθείας συνομιλίες για εξεύρεση λύσεως του Κυπριακού προβλήματος. Ο Μακάριος απάντησε θετικά στην έκκληση αυτή, ανακοινώνοντας και νέες θέσεις του έναντι των Τουρκοκυπρίων, οι σημαντικότερες των οποίων ήταν: αναγνώρισή τους ως κοινότητας αντί μειονότητας, συμμετοχή στη διάρθρωση του κράτους, αυτονομία σε θέματα όπως θρησκείας, παιδείας και πολιτισμού, κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους και τοπική αυτοδιοίκηση σε θέματα υγείας, βελτιώσεων, κατασκευών κλπ. Επίσης, ο αρχιεπίσκοπος προχώρησε σε άρση των περιοριστικών μέτρων που είχαν ληφθεί μετά την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων.

 

Οι διακοινοτικές συνομιλίες άρχισαν τον Ιούνιο του 1968 μεταξύ των Γλαύκου Κληρίδη και Ραούφ Ντενκτάς, που εκπροσωπούσαν τις δυο κοινότητες του νησιού, και συνεχίστηκαν κατά τα επόμενα χρόνια υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, περνώντας από διάφορα στάδια και σημειώνοντας αργή μεν, αλλά σταθερή πρόοδο.

 

Τον Αύγουστο του 1968 ο Μακάριος περιόδευσε τη Φινλανδία, Δανία και Σουηδία και πέρασε από τη Ρώμη και την Αθήνα. Και λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1968, αντιμετώπισε μια νέα κρίση, την κρίση Παναγούλη. Ο Αλέκος Παναγούλης, Ελλαδίτης αντιστασιακός, είχε επιχειρήσει να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο στις 13 Αυγούστου 1968 και συνελήφθη. Αργότερα, αποκαλύφθηκε στην Αθήνα ότι ο Παναγούλης είχε βρει άσυλο και είχε εκπαιδευθεί στην Κύπρο, είχε ταξιδέψει με κυπριακό διαβατήριο και ήταν μέλος αντιστασιακής οργάνωσης την οποία διηύθυνε ο Κύπριος υπουργός Εσωτερικών και Αμύνης Πολύκαρπος Γεωρκάτζης. Η ελληνική χούντα εστράφη κατά του Μακαρίου και, μεταξύ άλλων, ζήτησε την άμεση αποπομπή του Γεωρκάτζη. Ο Κύπριος πρόεδρος προσπάθησε να αποσιωπήσει τα γεγονότα, για να μη διασαλευθούν οι σχέσεις Αθήνας - Λευκωσίας, έστειλε μάλιστα εσπευσμένα στην Αθήνα τον Γλαύκο Κληρίδη, πρόεδρο της κυπριακής Βουλής, για επαφές. Δεν πέτυχε όμως, κι ο Γεωρκάτζης αναγκάστηκε σε παραίτηση.

 

Έκτοτε, το δικτατορικό καθεστώς των Αθηνών στράφηκε οριστικά κατά του Μακαρίου, τον οποίο προσπάθησε να εξουδετερώσει με διάφορους τρόπους. Ακολούθησαν πολλά δραματικά γεγονότα και πρώτα-πρώτα υπήρξε η εμφάνιση μυστικής οργάνωσης στην Κύπρο, με την επωνυμία «Εθνικόν Μέτωπον». Η οργάνωση αυτή εμφανίστηκε τον Μάρτιο του 1969 με δολοφονική απόπειρα κατά του αρχηγού της Αστυνομίας. Στην αρχή εμφανίστηκε ως φιλομακαριακή οργάνωση, που στρεφόταν όμως ενάντια σε στενούς συνεργάτες του Μακαρίου, αργότερα δε φιλοδόξησε να γίνει εθνική οργάνωση που αγωνιζόταν για την εθνική αποκατάσταση της Κύπρου. Διέπραξε δολοφονίες, ανατινάξεις κτιρίων και άλλες επιθέσεις και τελικά κηρύχθηκε ως παράνομη οργάνωση.

 

Τον Ιανουάριο του 1970 ο αρχιεπίσκοπος έκαμε μια νέα περιοδεία, αυτή τη φορά σε χώρες της Αφρικής (Τανζανία, Ζαμβία, Κένυα). Ενώ βρισκόταν σε περιοδεία, ειδοποιήθηκε από Αμερικανούς πράκτορες ότι προετοιμαζόταν δολοφονία του είτε στο αεροδρόμιο Αθηνών (απ’ όπου πέρασε επιστρέφοντας στην Κύπρο) είτε στο αεροδρόμιο Λευκωσίας. Ωστόσο η δολοφονική απόπειρα έγινε λίγο αργότερα, στις 8 Μαρτίου του 1970, στον περίβολο της Αρχιεπισκοπής στη Λευκωσία. Εκείνο το πρωί ο Μακάριος επρόκειτο ν’ αναχωρήσει με το ελικόπτερό του για το μοναστήρι του Μαχαιρά, όπου τελείτο μνημόσυνο του ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου. Μόλις το ελικόπτερο απογειώθηκε, εβλήθη από ομάδα ενόπλων. Ο χειριστής του, ο Ελλαδίτης ταγματάρχης Ζαχαρίας Παπαδογιάννης, αν και σοβαρά τραυματισμένος, κατόρθωσε να προσγειώσει το ελικόπτερο σε κοντινό οικόπεδο. Ο Μακάριος τραυματίστηκε μόνο ψυχικά. Ήταν το πρώτο σχέδιο δολοφονίας του που είχε τεθεί σ’ εφαρμογή, όχι όμως και το πρώτο που είχε εκπονηθεί. Προηγουμένως είχαν καταστρωθεί μερικά σχέδια δολοφονίας του, που όμως δεν είχαν προωθηθεί για διάφορους λόγους.

 

Αλλά ακόμη πιο δραματικά γεγονότα ακολούθησαν: υπήρξαν υπόνοιες ότι αναμεμειγμένος στη δολοφονική απόπειρα της 8 Μαρτίου 1970 ήταν ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης, ενώ τα εκτελεστικά όργανα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν Ελληνοκύπριοι άνθρωποί του. Ο Γεωρκάτζης προσπάθησε να φύγει εκτός Κύπρου αλλά εμποδίστηκε. Κι ενώ ο Μακάριος ανέμενε να «λυγίσει» ο πρώην υπουργός του και ν’ αποκαλύψει αυτούς που κρύβονταν πίσω του — και που ήταν το δικτατορικό καθεστώς των Αθηνών και ίσως και άλλοι — ο Γεωρκάτζης δολοφονήθηκε από αγνώστους σε ερημική τοποθεσία έξω από τη Λευκωσία, το βράδυ της 15ης Μαρτίου του 1970. Απεκαλύφθη ότι είχε πάει στο σημείο εκείνο για να συναντηθεί μυστικά με Ελλαδίτη στρατιωτικό, τον Δημήτριο Παπαποστόλου, όργανο της ελληνικής χούντας στην Κύπρο.

 

Σύγκρουση με την ελληνική χούντα: Αμέσως μετά τη δολοφονία του Γεωρκάτζη, ο Μακάριος πληροφορήθηκε και την ύπαρξη πραξικοπηματικού σχεδίου με την επωνυμία σχέδιο Ερμής, συντάκτης του οποίου θεωρήθηκε ο Παπαποστόλου. Το σχέδιο ανακοινώθηκε ότι ήταν πλαστό.

 

Μετά την εναντίον του δολοφονική απόπειρα και τη δολοφονία του Γεωρκάτζη, ο Μακάριος δεν είχε πλέον καμιά αμφιβολία ότι το δικτατορικό καθεστώς των Αθηνών ήταν αποφασισμένο να τον εξουδετερώσει με κάθε τρόπο. Αντελήφθη επίσης ότι οι δικτάτορες της Ελλάδας εκινούντο εναντίον του με την ενθάρρυνση ξένων μυστικών υπηρεσιών δυτικών χωρών. Η εξουδετέρωσή του εθεωρείτο αναγκαία προκειμένου να δοθεί στο Κυπριακό ζήτημα κάποια λύση που θα εξυπηρετούσε τα στρατιωτικά και άλλα συμφέροντα των δυτικών στην Κύπρο και, γενικότερα, στον τόσο σημαντικό και τόσο ευαίσθητο χώρο της Μέσης Ανατολής. Έτσι, αποφάσισε να διαφοροποιήσει την πολιτική του έναντι στο στρατιωτικό καθεστώς του Γεωργίου Παπαδοπούλου. Ο Παπαποστόλου και άλλοι Ελλαδίτες που ως τότε πλαισίωναν τον Μακάριο (όπως ο υπασπιστής του Αθανάσιος Πουλίτσας) απολύθηκαν και έφυγαν από την Κύπρο.

 

Όμως το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας προχώρησε στις επόμενες κατά του Μακαρίου ενέργειές του, χωρίς να χάσει καιρό. Ήδη είχε επιστρατεύσει και κινητοποιήσει τους τρεις Κυπρίους μητροπολίτες, τον Πάφου Γεννάδιο, τον Κιτίου Άνθιμο και τον Κυρηνείας Κυπριανό, προκαλώντας Εκκλησιαστική Κρίση, απαιτώντας δηλαδή την παραίτηση του Μακαρίου από το προεδρικό αξίωμα αφού τόσο όψιμα διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσε να συνδυαστεί η εκκλησιαστική του ιδιότητα με την κοσμική του εξουσία. Επίσης, η ελληνική χούντα εκμεταλλεύθηκε τον πόθο των Κυπρίων για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και κινητοποίησε τους φανατικότερους απ’ αυτούς σε εκδηλώσεις υπέρ της ενώσεως και εναντίον του Μακαρίου που κατηγορείτο τώρα ως το... μόνο εμπόδιο στην επίτευξη αυτής της ενώσεως!

 

Κατά το διάστημα που ακολούθησε, ο Μακάριος χαρακτηρίστηκε από τους Ελληνοκυπρίους φανατικούς «εθνικόφρονες» με τα χειρότερα επίθετα: προδότης, επίορκος, παποκαίσαρας, μεγαλομανής, δικτάτορας και ένα σωρό άλλα. Βασική κατηγορία ήταν ότι ο Μακάριος δεν ήθελε τώρα την ένωση με την Ελλάδα, κι ότι ήθελε την Κύπρο ανεξάρτητη για να κυβερνά ο ίδιος.

 

Η κινητοποίηση των Κυπρίων φανατικών ενωτικών από την ελληνική χούντα κατά του Μακαρίου γινόταν καθ’ ην στιγμήν η ίδια η ελληνική χούντα συμφωνούσε μυστικά με την Τουρκία στη Λισσαβώνα (στα πλαίσια συνόδου του NATO), ότι η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποκλειόταν ως λύση του προβλήματος της Κύπρου!

 

Στο μεταξύ, τον Δεκέμβριο του 1970 η ελληνική χούντα διόρισε πρέσβυ της Ελλάδας στην Κύπρο έναν άνθρωπο που ερχόταν ειδικά με σκοπό να εργαστεί για την εξουδετέρωση του αρχιεπισκόπου Μακαρίου: τον περιβόητο Κωνσταντίνο Παναγιωτάκο. Ο άνθρωπος αυτός εργάστηκε με ιδιαίτερο πάθος κατά του προέδρου Μακαρίου και η ελληνική πρεσβεία της Λευκωσίας κατέστη άντρο αντιμακαριακών στοιχείων και μαγειρείο αντιμακαριακών ενεργειών. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η ελληνική χούντα δοκίμασε ν’ απομακρύνει τον Μακάριο από την εξουσία, προτείνοντάς του κατά καιρούς μεγάλα θρησκευτικά αξιώματα, όπως εκείνα του πατριάρχη Αλεξανδρείας και του οικουμενικού πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Σ’ όλες τις περιπτώσεις ο Μακάριος αρνήθηκε.

 

Αφορμή για τις επιθέσεις των φανατικών ενωτικών κατά του Μακαρίου, είχε δώσει και ο καθορισμός, από τον Κύπριο πρόεδρο, της πολιτικής του εφικτού και του ευκταίου. Ευκταίον ήταν το ιδανικό της ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα και υπέρ της ενώσεως ο Μακάριος συνέχισε να ομιλεί δημόσια˙ εφικτόν όμως, υπό τις περιστάσεις, τοπικές και διεθνείς, δεν μπορούσε να είναι, γι’ αυτό κι έπρεπε να διαφυλαχθεί και ενισχυθεί η κρατική οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Πυρά από κάθε κατεύθυνση: Η περίοδος από το 1971 μέχρι το 1974 ήταν η πιο δραματική για τον Μακάριο αλλά και για τη νεότερη ιστορία της Κύπρου. Κατά το διάστημα αυτό χρησιμοποιήθηκαν όλα τα μέσα και όλοι οι τρόποι, από πολλές κατευθύνσεις, προκειμένου να εξουδετερωθεί ο πρόεδρος Μακάριος.

 

* Κατ’ αρχήν, ο αρχιεπίσκοπος αποτελούσε μόνιμο στόχο της πολιτικής της   Άγκυρας αλλά και της εξτρεμιστικής ηγεσίας των Τουρκοκυπρίων.

 

* Ύστερα, άρχισε να πιέζεται αφόρητα από την ελληνική χούντα να «κλείσει» το Κυπριακό με περαιτέρω παραχωρήσεις προς τους Τούρκους (οι πιέσεις εγκαινιάστηκαν με τη γνωστή επιστολή του δικτάτορα Γ. Παπαδοπούλου στις 18 Ιουνίου 1971, με την οποία απειλούσε τον αρχιεπίσκοπο ότι, εάν δεν υπάκουε στους συνταγματάρχες των Αθηνών, η ελληνική κυβέρνηση θά εὑρεθῇ εἰς τήν σκληράν ἀνάγκην νά λάβῃ τά μέτρα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐπιτάσσει τό ἐθνικόν συμφέρον καί τό καλῶς νοούμενον συμφέρον τοῦ Κυπριακοῦ  Ἑλληνισμοῦ, ὁσονδήποτε πικρά καί ἄν εἶναι ταῦτα). Με την επιστολή του αυτή ο δικτάτορας παραδεχόταν ότι ο Μακάριος είχε οδηγήσει τον ενδοκυπριακό διάλογο σε τέτοιο σημείο ώστε οι Τούρκοι ν’ αποδεχθούν το σύνολο σχεδόν των εκ δεκατριών σημείων προτάσεων του Μακαρίου του 1963 και συμμετοχή τους στην κυβέρνηση με ένα μόνο Τούρκο υπουργό, αρμόδιο για τις τουρκοκυπριακές υποθέσεις˙ καλούσε δε τον Μακάριο, ακριβώς τώρα, να προβεί σε υποχωρήσεις έναντι των Τούρκων που δεν μπορούσαν, από μόνοι τους, να απαιτήσουν σημαντικά πράγματα.

 

* Στο εσωτερικό, ξεσηκώθηκαν κατά του Μακαρίου οι τρεις μητροπολίτες που αξίωσαν την παραίτησή του. Στην επίμονη άρνησή του να υποκύψει, οι τρεις ιεράρχες προχώρησαν από μόνοι τους στην «καθαίρεσή» του από το αρχιεπισκοπικό αξίωμα στις 7 Μαρτίου του 1973. Η «καθαίρεση» ήταν άκυρη αφού, για να πραγματοποιηθεί, απαιτείτο σύνοδος από 12 τουλάχιστον επισκόπους. Η κίνηση όμως των τριών μητροπολιτών δίχασε τον Ελληνισμό της Κύπρου και προκάλεσε μια δραματική κατάσταση στο εσωτερικό που πλησίαζε τις συνθήκες εμφυλίου πολέμου.

 

* Η κίνηση των μητροπολιτών υποστηρίχθηκε και από δυνάμεις εκτός Κύπρου, όπως το NATO, του οποίου ο γενικός γραμματέας Τζόζεφ Λουνς προέβη και σε δημόσιες ακόμη δηλώσεις.

 

* Στο μεταξύ, με την ενθάρρυνση του στρατιωτικού καθεστώτος των Αθηνών, ο στρατηγός Γρίβας ήλθε για μια ακόμη φορά στην Κύπρο, μυστικά, στα τέλη του 1971, και κρυβόμενος οργάνωσε την ΕΟΚΑ Β΄ κι εξαπέλυσε ένοπλες επιθέσεις κατά του Κυπριακού κράτους, αξιώνοντας την παραίτηση του προέδρου Μακαρίου και διαλαλώντας ότι θα ξεκινούσε νέο αγώνα υπέρ της ενώσεως με την Ελλάδα.

 

* Τέλος, όλοι σχεδόν που βρίσκονταν στην Κύπρο Ελλαδίτες αξιωματικοί, που στελέχωναν την Εθνική Φρουρά, καθώς και η δύναμη της ΕΛΔΥΚ (που στάθμευε στην Κύπρο από το 1960, δυνάμει των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου), άρχισαν με εντολή των Αθηνών να επιδίδονται σε κάθε είδους αντιμακαριακή ενέργεια. Η εκστρατεία τους περιελάμβανε βοήθεια προς τα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄ και παροχή οπλισμού προς την οργάνωση αυτή, καθώς και αντιμακαριακή προπαγάνδα στα στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς κι έξω απ’ αυτά.

 

Ο Μακάριος αντέδρασε αποφασιστικά. Το 1971 επισκέφθηκε τη Σοβιετική   Ένωση και ζήτησε συμπαράσταση. Το 1972 προκήρυξε προεδρικές εκλογές, που ορίστηκαν για τις 8 Φεβρουαρίου του 1973. Την ημέρα εκείνη ο Μακάριος εξελέγη ξανά πρόεδρος της Κύπρου, χωρίς ανθυποψήφιο, κι υποστηρίχθηκε από ένα τεράστιο πλήθος λαού που είχε συγκεντρωθεί απ’ όλη την Κύπρο στη Λευκωσία. Τον Ιούλιο του 1973, κι αφού απέτυχαν πιο πριν προσπάθειές του για να τους μεταπείσει, κάλεσε στη Λευκωσία μείζονα σύνοδο που καθαίρεσε τους τρεις μητροπολίτες. Στη σύνοδο πήραν μέρος δυο πατριάρχες (Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, και πολλοί επίσκοποι διαφόρων Ορθοδόξων Εκκλησιών). Προς αντιμετώπιση δε της δράσεως της ΕΟΚΑ Β΄, ίδρυσε ειδικό αστυνομικό σώμα, το λεγόμενο Εφεδρικό Σώμα. Αποφεύγοντας να συλλάβει, ή έστω να κτυπήσει προσωπικά τον ίδιο τον Γρίβα, ο Μακάριος διενήργησε την αντεπίθεσή του κατά της ΕΟΚΑ Β΄, της οποίας τα μέλη και οι υποστηρικτές άρχισαν να διαλαλούν διεθνώς ότι καταπιέζονταν και καταδιώκονταν.

 

Στο μεταξύ άρχισαν να οργανώνονται εναντίον του συνεχώς και νέες δολοφονικές απόπειρες, αρκετές από τις οποίες αποκαλύφθηκαν έγκαιρα και ματαιώθηκαν. Μια όμως απόπειρα — ανεπιτυχής — έγινε στις 7 Οκτωβρίου του 1973 κοντά στο χωριό Άγιος Σέργιος Αμμοχώστου. Η απόπειρα απέτυχε επειδή οι βόμβες που είχαν τοποθετηθεί στον δρόμο του, πυροδοτήθηκαν λίγο νωρίτερα από τη στιγμή που το προεδρικό αυτοκίνητο βρέθηκε στο σημείο εκείνο.

 

Στο μεταξύ τον πρόεδρο Μακάριο προστάτευε και ο ίδιος ο λαός. Σε αρκετές περιπτώσεις ο λαός κινητοποιήθηκε αποτρέποντας συνωμοτικά σχέδια. Σε μια περίπτωση, κατά την οποία αναμενόταν η εκδήλωση πραξικοπήματος, πλήθη λαού συγκεντρώθηκαν στη Λευκωσία και παρέμειναν άγρυπνα ολόκληρη τη νύκτα (14 προς 15 Φεβρουαρίου του 1972), μπροστά στην Αρχιεπισκοπή και αλλού, φρουρώντας τον αρχιεπίσκοπο. Το πραξικόπημα εκείνο ματαιώθηκε και για άλλο λόγο: ο Μακάριος έστειλε εσπευσμένα τον Γλαύκο Κληρίδη στην αμερικανική πρεσβεία της Λευκωσίας, ζητώντας την παρέμβαση των ΗΠΑ προς τους δικτάτορες των Αθηνών, πράγμα που έγινε. Εξάλλου, η βία της ΕΟΚΑ Β΄ αντιμετωπίσθηκε και με την αντιβία που εκφραζόταν με βομβιστικές και άλλες επιθέσεις οργανωμένων πολιτών, υποστηρικτών του Μακαρίου, κατά περιουσιών των υποστηρικτών του Γρίβα.

 

Τον Αύγουστο του 1973 αποκαλύφθηκε το πιο ολοκληρωμένο σχέδιο πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου, το γνωστό σχέδιο «Απόλλων».

 

Ο Μακάριος είχε συναντηθεί μυστικά με τον Γρίβα στη Λευκωσία στις 26 Μαρτίου του 1972. Οι διαφορές όμως που χώριζαν τους δυο άνδρες δεν κατέστη δυνατό να γεφυρωθούν. Έτσι, ο Γρίβας παρέμεινε κρυπτόμενος και συνέχισε τις βίαιες δραστηριότητές του. Εξ ονόματός του, η ΕΟΚΑ Β΄ διέπραξε κλοπές οπλισμού, ανατινάξεις αστυνομικών σταθμών, σωρεία άλλων βομβιστικών επιθέσεων, απαγωγή ενός υπουργού, του Χρίστου Βάκη, και αρκετές δολοφονίες οπαδών του προέδρου Μακαρίου. Εξάλλου, τον Ιανουάριο του 1972 ο Μακάριος αντιμετώπισε νέα σοβαρή κρίση, την κρίση των τσεχοσλοβακικών όπλων. Πρόσφατα, η κυπριακή κυβέρνηση είχε αγοράσει ποσότητες οπλισμού από την Τσεχοσλοβακία, βάσει καταλόγου που είχε ετοιμάσει το Γενικό Επιτελείο (αποτελούμενο κυρίως από Ελλαδίτες στρατιωτικούς). Το φορτίο ήταν, βέβαια, απόρρητο και ήλθε στην Κύπρο μυστικά. Αποκαλύφθηκε όμως από την ΕΟΚΑ Β΄, που υποστήριξε ότι επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί εναντίον της. Αμέσως αντέδρασαν εντονότατα η ελληνική χούντα και, φυσικά, η Τουρκία. Η ελληνική χούντα επέδωσε, διά του Παναγιωτάκου, αυστηρότατη διακοίνωση στον Μακάριο στις 11 Φεβρουαρίου 1972. Ο Παναγιωτάκος μάλιστα, σε μια πρωτοφανή στα διπλωματικά χρονικά ανάμειξή του στα εσωτερικά του κράτους που τον φιλοξενούσε, ζήτησε παραίτηση του Μακαρίου και προέβη και σε δηλώσεις δημόσιες στις 12 Φεβρουαρίου 1972, ζητώντας μέχρι και ανασχηματισμό της κυβερνήσεως Μακαρίου! Ο τελευταίος αντέδρασε άμεσα, με αποτέλεσμα ο Παναγιωτάκος να αποσυρθεί από την Κύπρο αμέσως.

 

Ο στρατηγός Γρίβας πέθανε στο κρησφύγετό του στη Λεμεσό στις 27 Ιανουαρίου του 1974, από ασθένεια (έγινε λόγος και για δολοφονία του από το δικτατορικό καθεστώς των Αθηνών, που όμως δεν αποδείχτηκε˙ ο Γρίβας είχε συγκρουστεί με το καθεστώς στην Ελλάδα). Μόνο μετά τον θάνατο του Γρίβα προχώρησε ο Μακάριος να κηρύξει την ΕΟΚΑ Β΄ ως παράνομη οργάνωση (25 Απριλίου του 1974) και να επιδιώξει την πλήρη διάλυσή της, πράγμα που πέτυχε σχεδόν πλήρως μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου.

 

Το πραξικόπημα και η εισβολή: Ωστόσο με τη διάλυση της ΕΟΚΑ Β΄ δεν σήμαινε ότι πρόκειτο να ομαλοποιηθεί η κατάσταση. Εξάλλου, ο εχθρός του Μακαρίου δεν ήταν η οργάνωση αυτή αλλά το καθεστώς των Αθηνών και οι δυτικές δυνάμεις πέρα απ’ αυτό. Ο Γρίβας, η ΕΟΚΑ Β΄, οι τρεις μητροπολίτες δεν ήσαν παρά όργανα που είχαν απλώς χρησιμοποιηθεί και ήδη εγκαταλειφθεί. Όργανα που είχαν χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθούν στην ίδια την Κύπρο συνθήκες αποσταθεροποιήσεως, ακόμη και εμφυλίου σπαραγμού, για να ραγίσει το αρραγές εσωτερικό μέτωπο των Ελλήνων της Κύπρου, να γκρεμιστεί από το βάθρο του ο Μακάριος και να διχαστεί ο Ελληνισμός του νησιού. Με τον τρόπο αυτό θα φαινόταν αφ’ ενός ως «επιβεβλημένη» αλλά και «σωτήρια» μια επέμβαση του στρατού — ή ακόμη και των τριών «εγγυητριών δυνάμεων», δηλαδή της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Αγγλίας — και αφ’ ετέρου δεν θα υπήρχε ικανή αντίσταση εκ μέρους του κυπριακού Ελληνισμού στην επιβολή μιας λύσεως στο Κυπριακό πρόβλημα. Μια τέτοια λύση θα μπορούσε να ήταν ασφαλώς η διχοτόμηση του νησιού, δηλαδή ο διαμοιρασμός του μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (η Αγγλία θα διατηρούσε τις μεγάλες στρατιωτικές βάσεις της), ακόμη και η διπλή ένωση. Η λύση της διπλής ενώσεως, που είχε κατά καιρούς προταθεί, συγκαλυμμένα ή όχι, δεν είναι καθόλου βέβαιο εάν θα γινόταν τελικά αποδεκτή από την Τουρκία που δεν θα έβλεπε θετικά την ύπαρξη καθαρά ελληνικού χώρου και στα νότια σύνορά της.

 

Οι συνεχείς, πάντως, και αδιάκοπες επεμβάσεις της ελληνικής χούντας στην Κύπρο έκαμαν τον Μακάριο ν’ αποφασίσει την τελική αναμέτρησή του με τους δικτάτορες των Αθηνών. Ποιες ξένες διαβεβαιώσεις είχε, εάν είχε, για υποστήριξη, δεν είναι γνωστό.

 

Στο μεταξύ, από τον Νοέμβριο του 1973 ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος είχε ανατραπεί στην Ελλάδα από μια άλλη στρατιωτική ομάδα, εκείνη του ταξιάρχου Δημητρίου Ιωαννίδη. Το νέο καθεστώς είχε αναλάβει τον πλήρη έλεγχο της ΕΟΚΑ Β΄ στην Κύπρο μετά τον θάνατο του Γρίβα. Πρόεδρος είχε διοριστεί στην Αθήνα ο στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, προς τον οποίο ο Μακάριος απηύθυνε μια συγκλονιστική επιστολή - κατηγορητήριο στις 2 Ιουλίου 1974, την οποία έδωσε και στη δημοσιότητα. Με την επιστολή του αυτή κατηγορούσε ευθέως το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών ότι πολλάκις επεδίωξε να τον δολοφονήσει κι ότι επενέβαινε συνεχώς στην Κύπρο όπου και δημιούργησε συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Αφού, στη συνέχεια, απεδείκνυε τις σχέσεις των Αθηνών με την ΕΟΚΑ Β΄ και περιέγραφε τον ρόλο των Ελλαδιτών αξιωματικών που υπηρετούσαν στην Κύπρο, κατέληγε καλώντας τους δικτάτορες να τερματίσουν τις ενέργειές τους στην Κύπρο και να αποσύρουν από το νησί τα όργανά τους, δηλαδή τους Ελλαδίτες αξιωματικούς που διοικούσαν και στελέχωναν την κυπριακή Εθνική Φρουρά.

 

Άμεσες κατηγορίες κατά της ελληνικής χούντας διατύπωσε ο Μακάριος και σε δημοσιογραφική διάσκεψη στις 5 Ιουλίου του 1974 αλλά και με επανειλημμένες δηλώσεις του κυβερνητικού του εκπροσώπου. Απ’ όλα αυτά, όμως, ελάχιστα μόνο ή και τίποτε επληροφορείτο ο λαός στην Ελλάδα, αφού η λογοκρισία που είχε επιβάλει το στρατιωτικό καθεστώς δεν άφηνε τις ειδήσεις να φθάσουν ως τον λαό. Αντίθετα, στον ελλαδικό χώρο διοχετευόταν αποκλειστικά η αντιμακαριακή προπαγάνδα.

 

Η απάντηση της ελληνικής χούντας εδόθη έμπρακτα το πρωί της 15ης Ιούλιου του 1974. Το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών, χρησιμοποιώντας την ΕΛΔΥΚ αλλά και την στελεχούμενη με Ελλαδίτες αξιωματικούς Εθνική Φρουρά, κινήθηκε για να ανατρέψει τον Μακάριο. Τα μέτρα που είχαν παρθεί στην Κύπρο, απεδείχθησαν ανεπαρκή μπροστά στον στρατό. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Μακάριος είχε προειδοποιηθεί λίγες μέρες πιο πριν για το ετοιμαζόμενο εγχείρημα. Ο ίδιος είχε δηλώσει αργότερα πως δεν πίστευε ότι επρόκειτο να διενεργηθεί πραξικόπημα με τη χρησιμοποίηση του στρατού αλλά ότι θα επιχειρείτο δολοφονία του. Πού στήριξε την άποψη αυτή είναι άγνωστο. Πάντως στις 10 Ιουλίου του 1974 είχε επιδώσει στον Μακάριο τα διαπιστευτήριά του ο νέος πρέσβης των ΗΠΑ Ρότζερ Νταίηβις, που στη σχετική προσφώνησή του έλεγε στον Κύπριο πρόεδρο πως είχε επιβληθεί. Ποιες άλλες διαβεβαιώσεις είχε δώσει, είναι άγνωστο. Πάντως λίγες μέρες αργότερα, στις 19 Αυγούστου 1974, ο Αμερικανός πρέσβης δολοφονήθηκε μέσα στο αλεξίσφαιρο και απόρθητο φρούριο της αμερικανικής πρεσβείας στη Λευκωσία, ενώ απ’ έξω γινόταν μαχητική αντιαμερικανική διαδήλωση. Παρά το ότι η δολοφονία του απεδόθη στους απ’ έξω Ελληνοκυπρίους διαδηλωτές, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δολοφονήθηκε από μέσα, ποιος ξέρει γιατί. Την ίδια τύχη είχε αργότερα και ο τότε Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, που πέθανε σ’ ένα περίεργο αυτοκινητικό δυστύχημα στην Ελβετία, αφού πιο πριν είχε προβεί σε κάποιες δηλώσεις περί Κύπρου σε αμερικανική εφημερίδα.

 

Κοινή πεποίθηση στην Κύπρο ήταν ότι το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 1974 αποτολμήθηκε από την ελληνική χούντα ύστερα από άδεια των Αμερικανών και όχι χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Ουάσιγκτων και του τότε υπουργού των Εξωτερικών Χένρυ Κίσσιγκερ. Εξαρτώμενο απόλυτα από τους Αμερικανούς, το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας δεν ήταν δυνατό να αποτολμήσει τέτοιο εγχείρημα χωρίς να έχει εξασφαλίσει την έγκριση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

Ο Μακάριος, ωστόσο, μπόρεσε να διαφύγει από το καιόμενο προεδρικό μέγαρο και να καταφύγει στο μοναστήρι του Κύκκου, στα βουνά του Τροόδους, κι απ’ εκεί στην Πάφο. Στη Λευκωσία και αλλού υπήρξαν εστίες σοβαρής αντίστασης κατά των πραξικοπηματιών, που όμως σύντομα καταβλήθηκαν (βλέπε λήμμα πραξικόπημα). Οι πραξικοπηματίες Ελλαδίτες στρατιωτικοί, με επικεφαλής τον ταξίαρχο Μιχαήλ Γεωργίτση, αφού επεβλήθησαν, έστειλαν αφ’ ενός στρατιωτικές δυνάμεις στην Πάφο για εξουδετέρωση του διαφυγόντος Μακαρίου, κι αφ’ ετέρου άρχισαν να ψάχνουν για αντικαταστάτη του, προκειμένου να τον ορκίσουν ως νέο «πρόεδρο».

 

Από την Πάφο, που ήδη κανονιοβολείτο από τη θάλασσα, από ακταιωρό της Εθνικής Φρουράς, ο Μακάριος αναγκάστηκε να φύγει με ελικόπτερο των Ηνωμένων Εθνών που τον πήγε, στις 16 Ιουλίου 1974, στη στρατιωτική βρετανική βάση Ακρωτηρίου. Απ’ εκεί, με βρετανικό αεροπλάνο διέφυγε στο εξωτερικό και, μέσω Μάλτας, έφθασε στο Λονδίνο. Στην Κύπρο, οι πραξικοπηματίες απέτυχαν να κάνουν «πρόεδρο» ένα από τα πρόσωπα που είχαν εκ των προτέρων επιλέξει (άλλοι έλειπαν και άλλοι δεν εδέχοντο) και τελικά κατέληξαν να προσφέρουν την προεδρία στον Νίκο Σαμψών, παλαιό αγωνιστή του 1955-1959, που όμως δεν έχαιρε καθόλου καλής φήμης.

 

Τα πράγματα όμως για τους πραξικοπηματίες δεν εξελίχθηκαν όπως ακριβώς ήλπιζαν. Η διάσωση του Μακαρίου και η διαφυγή του στο εξωτερικό, δημιουργούσαν άλλες καταστάσεις. Και κυρίως, αφού εξακολουθούσε να είναι ζωντανός, δεν μπορούσε να προωθηθεί για την Κύπρο κάποια διχοτομική λύση και να επιβληθεί χωρίς τη δική του συγκατάθεση και υπογραφή. Και πρωτ' απ’ όλα η Αγγλία αποτραβήχθηκε, προτιμώντας τώρα να μη έχει ανάμειξη σ’ αυτά που θα επακολουθούσαν. Και πράγματι, αν και «εγγυήτρια δύναμη» της κυπριακής ανεξαρτησίας και ακεραιότητας, η Αγγλία θα περιοριζόταν από δω και μπρος στον ρόλο του θεατή. Όμως η Ελλάδα ήταν ήδη εκτεθειμένη και ήλεγχε την κατάσταση στην Κύπρο κι αυτό δεν μπορούσε να αγνοηθεί από την τρίτη «εγγυήτρια δύναμη», την Τουρκία. Οταν ο Μκαάριος έφτασε στις ΗΠΑ στις 19 Ιουλίου 1974 καταδίκασε στις πρώτες δηλώσεις του την στρατιωτική Χούντα των Αθηνών. Επανέλαβε τις ίδιες κατηγορίες για κατάλυση της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο από την Χούντα ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την ίδια μέρα. 

 

Η Άγκυρα, ύστερα από μια σχεδόν εβδομάδα πυρετωδών στρατιωτικών προετοιμασιών και έντονων πολιτικών επαφών με τους δυτικούς συμμάχους της (Άγγλους και Αμερικανούς κυρίως) αλλά και με πολλές άλλες χώρες περιλαμβανομένων και χωρών του ανατολικού συνασπισμού προς τις οποίες εξήγησε τις θέσεις της και ζήτησε να μη αντιδράσουν αρνητικά, διενήργησε τη στρατιωτική εισβολή της στην Κύπρο. Η τουρκική στρατιωτική εισβολή εξαπολύθηκε ως «ειρηνευτική επιχείρηση» και ως προσπάθεια «επαναφοράς της συνταγματικής τάξεως» στην Κύπρο, πράγμα που απέρρεε και από τις συμβατικές υποχρεώσεις της με βάση τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Η Τουρκία εξάλλου, εκμεταλλευόμενη το ότι «πρόεδρος» της Κύπρου ήταν ο Σαμψών με το βεβαρυμένο παρελθόν, προέβαλε διεθνώς και την άποψη ότι κινδύνευαν άμεσα από τους Έλληνες οι Τούρκοι της Κύπρου.

 

Η τουρκική εισβολή άρχισε στις 20 Ιουλίου του 1974. Οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Οι Αμερικανοί απέστειλαν εσπευσμένα στην Αθήνα και στην  Άγκυρα εκπρόσωπό τους, τον Τζόζεφ Σίσκο, για να αποτρέψει γενικότερο πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, πράγμα που κατόρθωσε. Στο μεταξύ η Κύπρος αλωνόταν. Υπό το βάρος της τραγωδίας, η ελληνική χούντα διαλύθηκε στις 23 Ιουλίου του 1974. Οι Αμερικανοί είχαν όμως έτοιμη μια «διάδοχο κατάσταση», τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που εκλήθη στην Ελλάδα εσπευσμένα από το Παρίσι. Μοιραία έπεσε και ο Σαμψών στην Κύπρο και την προεδρία ανέλαβε ο πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης. Επετεύχθη μια κατάπαυση του πυρός και διευθετήθηκαν ελληνοτουρκικές συνομιλίες στη Γενεύη, όπου όμως η Τουρκία προσήλθε με τελεσιγραφικές υπεραξιώσεις που απορρίφθηκαν. Έτσι, στις 14 Αυγούστου του 1974, ανενόχλητη εντελώς, η Τουρκία συνέχισε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της στην Κύπρο, καταλαμβάνοντας ολόκληρο το βόρειο τμήμα του νησιού — περισσότερο, μάλιστα, ποσοστό απ’ όσο προνοούσαν τα παλαιά διχοτομικά σχέδια που δεν είχαν ξεχαστεί.

 

Στο μεταξύ ο Μακάριος είχε καταφύγει στα Ηνωμένα Έθνη, όπου κατήγγειλε επίσημα την ελληνική χούντα (19 Ιουλίου του 1974) από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Μερικοί τον κατηγόρησαν αργότερα, με πολλή αφέλεια, ότι με την ομιλία του εκείνη είχε προκαλέσει την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο!

 

Η επιστροφή: Ο Μακάριος παρέμεινε αναγκαστικά εκτός Κύπρου για πέντε ολόκληρους μήνες. Παρά τις προσπάθειές του, δεν κατόρθωσε να επιστρέψει γρηγορότερα στο νησί για λόγους που δεν έγιναν γνωστοί. Ποιες δυνάμεις τον είχαν κρατήσει μακριά από την Κύπρο αυτούς τους τόσο κρίσιμους μήνες, δεν απεκαλύφθησαν. Είναι πάντως γεγονός ότι καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες (και από την Κύπρο και από την Ελλάδα) για να παρεμποδιστεί η επιστροφή του, παρά το ότι ο λαός, προσφυγοποιημένος και πληγωμένος, ξεχυνόταν στους δρόμους και φώναζε με απελπισία: «φέρτε μας τον Μακάριο...».

 

Τελικά, ύστερα από πέντε μήνες, ο Μακάριος μπόρεσε να επιστρέψει στην Κύπρο στις 7 Δεκεμβρίου του 1974. Ποιες δεσμεύσεις ανέλαβε — κυρίως έναντι των Αμερικανών και των Βρετανών — εάν ανέλαβε, ώστε να μπορέσει να επιστρέψει, δεν γνωρίζουμε.

 

Ο λαός, εν πάση περιπτώσει, του επεφύλαξε πρωτοφανή υποδοχή και στη Λευκωσία τον υποδέχθηκε ένα τεράστιο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί, πανηγυρίζοντας, από την προηγούμενη μέρα.

 

Κατά το διάστημα που ακολούθησε, ο πρόεδρος Μακάριος αφιέρωσε τις δυνάμεις του αφ’ ενός στην αντιμετώπιση της τραγικής κατάστασης στο εσωτερικό (προσφυγικό πρόβλημα, πρόβλημα αγνοουμένων, επαναδραστηριοποίηση, ανόρθωση της οικονομίας, επανασυγκρότηση) και αφ’ ετέρου στην προσπάθεια για εξεύρεση λύσεως του Κυπριακού προβλήματος με βάση τα νέα δεδομένα. Αυτή τη φορά όμως η Τουρκία ήταν ο σίγουρος νικητής που επέβαλλε τους όρους.

 

Ο Μακάριος παρέμεινε πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι τον θάνατό του. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στη Λευκωσία στις 3 Αυγούστου του 1977. Στις 8 του ίδιου μήνα, ο κυπριακός Ελληνισμός τον κήδευσε με ανείπωτη οδύνη. Όπως ήταν η επιθυμία του, ετάφη στην κορυφή Θρονίν, στα βουνά του Τροόδους, πάνω ακριβώς από το μοναστήρι του Κύκκου από το οποίο και είχε αρχίσει την τόσο θεαματική πορεία του.

 

Ο Μακάριος ως εκκλησιαστικός ηγέτης: Παρά τα πολλαπλά πολιτικά του καθήκοντα, ο Μακάριος δεν παραμέλησε ποτέ τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα. Αντίθετα μάλιστα, πολλές φορές εκμεταλλεύθηκε το τεράστιο πολιτικό του κύρος που το χρησιμοποίησε υπέρ της Εκκλησίας. Ασκητικός ο ίδιος, λιτοδίαιτος και μυστικιστής, αγαπούσε ιδιαίτερα τη φύση. Βαθιά θρησκευόμενος, πάντοτε ιδιαίτερα περιποιημένος και προσεκτικός σε κάθε του εμφάνιση, προικισμένος με μια εσωτερική βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, έχοντας ρητορικές ικανότητες, δημιουργούσε βαθιές εντυπώσεις σε όσους τον συναντούσαν.

 

Από την εποχή της αποικιοκρατίας είχε αγωνιστεί σκληρά για την προώθηση της ελληνικής παιδείας στο νησί, την οποία προσπαθούσαν να πλήξουν οι Βρετανοί. Και αργότερα, ως πρόεδρος της Δημοκρατίας, φρόντισε ιδιαίτερα για την παιδεία.

 

Μέχρι και το τέλος της ζωής του, ιερουργούσε τακτικότατα, πολύ συχνά επισκεπτόμενος και την ύπαιθρο, τελούσε δε και γάμους, αρραβώνες, βαπτίσεις, κηδείες. Θεωρούσε σημαντικό ότι έπρεπε ο απλός λαός να μπορεί να τον βλέπει και να του λέγει ελεύθερα τα προβλήματα που τον απασχολούσαν, και δεν απέφευγε ν’ ακούει τα προβλήματα αυτά, όσο ασήμαντα κι αν ήσαν, ακόμη και σε κρίσιμες στιγμές. Επίσης, ήταν πάντοτε πρόθυμος να προσφέρει οικονομική και άλλη βοήθεια σ' οποιονδήποτε του τη ζητούσε — και εζητείτο συνεχώς.

 

Ο κόσμος έτρεχε κατά χιλιάδες στις εκκλησίες, μόνο και μόνο επειδή τελούσε τη λειτουργία ο Μακάριος. Το μεγάλο όμως ιεραποστολικό του έργο το επιτέλεσε στην Αφρική. Εκμεταλλευόμενος τη φήμη του και την εκτίμηση που έτρεφαν προς αυτόν οι λαοί της Αφρικής, επανειλημμένα επισκέφθηκε χώρες της Μαύρης Ηπείρου όπου κατόρθωσε να κάμει Χριστιανούς πολλούς Αφρικανούς. Μόνο στην Κένυα, σε μια του επίσκεψη τον Μάρτιο του 1971, βάφτισε ομαδικά πολλές χιλιάδες. Στη Ναϊρόμπη της Κένυας ίδρυσε Ορθόδοξη Εκκλησία και ιερατική σχολή. Στην Αφρική πολλοί φέρουν το όνομα Μακάριος.

 

Στην Κύπρο, ανύψωσε το κύρος της Εκκλησίας, ενώ εργάστηκε και για την ποιοτική καλυτέρευση και κοινωνική ανύψωση των κληρικών. Επιτέλεσε επίσης τεράστιο κοινωνικό έργο, ιδρύοντας διάφορα ευαγή ιδρύματα και φιλανθρωπικές οργανώσεις, ενώ πολλοί είναι αυτοί που σπούδασαν με υποτροφίες που έδωσε. Ιδιαίτερα στοργικός ήταν έναντι των παιδιών και των νέων, αλλά και των ηλικιωμένων και των πασχόντων. Τις μεγάλες γιορτές τις περνούσε επισκεπτόμενος νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία.

 

Χαρακτηρισμοί για τον Μακάριο: Ο Μακάριος ήταν, αναμφίβολα, ένας χαρισματικός ηγέτης. Ξεκινώντας από την πιο απλοϊκή καταγωγή, απέκτησε παγκόσμια φήμη και τεράστιο κύρος, συναναστρεφόμενος πολλές φορές, ως ίσος προς ίσον, τους ισχυρούς και τους εστεμμένους της γης. Σε πολλά μέρη του κόσμου η Κύπρος έγινε γνωστή αποκλειστικά εξ αιτίας του Μακαρίου και δεν ήσαν λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες Κύπριοι στο εξωτερικό, προκειμένου να εξηγήσουν ποια ήταν η χώρα καταγωγής τους, χρησιμοποιούσαν τη λέξη Μακάριος.

 

Η Οριάνα Φαλλάτσι, που του πήρε μια μεγάλη συνέντευξη το 1974, γράφει στο βιβλίο της Συνάντηση μέ τήν Ἱστορία:

 

...Πρίν δέν τόν συμπαθοῦσα. Μιά φορά μάλιστα εἶχα προσπαθήσει νά τοῦ τό δείξω. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι δέχθηκα τήν εὐλογία του... Εἶναι ἕνας ἀπό τούς λίγους ἀρχηγούς κρατῶν πού ἀξίζει τόν κόπο νά σηκωθεῖς ἄν ὄχι καί νά γονατίσεις στό πέρασμά τους. Γιατί εἶναι ἀπό τούς λίγους πού ἔχουν μυαλό. Καί ἐκτός ἀπό μυαλό, ἔχει καί θάρρος. Καί έκτός ἀπό θάρρος, ἔχει καί αἴσθηση τοῦ χιούμορ, ἀνεξαρτησία σκέψης, ἀξιοπρέπεια. Μιάν ἀξιοπρέπεια σχεδόν βασιλική πού ἕνας θεός ξέρει ἀπό ποῦ προέρχεται. Εἶναι γιός ἀγράμματου βοσκοῦ καί φύλαγε καί ὁ  ἴδιος πρόβατα μέχρι πού ἔγινε δώδεκα χρονῶν.

 

Πολλοί δέν μποροῦν νά τόν ἀνεχτοῦν. Τόν κατηγοροῦν, λόγου χάρη, ὅτι... κυβερνάει μέ ψέματα, δολοπλοκίες καί καιροσκοπίες. Αὐτό δέν τό πιστεύω ἀπόλυτα, ἐκτός ἄν μέ τή λέξη ψέματα ἐννοοῦμε βυζαντινισμό, μέ τή λέξη δολοπλοκίες ἐννοοῦμε ἐλαστικότητα καί μέ τή λέξη καιροσκοπία ἐννοοῦμε φαντασία. Τόν χαρακτῆρα του δέν μπορεῖς νά τόν κρίνεις μέ τά δυτικά μέτρα. Δέν ανήκει στή Δύση. Ἀνήκει σέ κάτι πού δεν εἶναι πιά Δύση, χωρίς ὁμως νά εἶναι οὔτε Ἀνατολή, σέ κάτι πού ἔχει τίς ρίζες του σέ μιά κουλτούρα πλουσιώτατη, ἀλλά ταυτόχρονα ἀρχαΐζοῦσα, καί πού κατέχει τέλεια τήν τέχνη τῆς ἐπιβίωσης. Ἔχει μέσα του τό χάρισμα τῆς ἐπιβίωσης, καί τήν ἔχει ἐξασφαλίσει ἐπανειλημμένα μέ γοργές ἀποφάσεις, ἑλιγμούς, ἐξυπνάδα, διορατικότητα καί κυνισμό...

 

Η σύζυγος του λοχαγού Φίλιπ Λε Γκέυτ, που έδινε στον Μακάριο μαθήματα αγγλικής γλώσσας όταν ήταν εξόριστος στις Σεϋχέλλες, λέγει:

 

... Ὁ Μακάριος ἔχει τά πιό ἀξιοσημείωτα μάτια. Ξαφνικά ἀρχίζουν νά λάμπουν σάν νά ἄναψε μέσα μιά λάμπα, κυρίως ὃταν διασκεδάζει μέ κάτι, τόν ἐνδιαφέρει κάτι, ἤ  ἐνθουσιάζεται μέ κάτι. Ἀλλ’ ὃταν εἶναι σαστισμένος μέ κάτι ἤ δέν ἐπιδοκιμάζει μιάν ἰδέα, ἡ λάμπα σβήνει κι ἕνα ἀνεξιχνίαστο βλέμμα σημαίνει πώς ἀποσύρεται ὁλοσχερῶς στόν ἑαυτό του...

 

Γενικότερα, ο Μακάριος ήταν συχνά ανεξιχνίαστος, ουδέποτε έδειχνε τα αισθήματα του ελεύθερα και οι αντίπαλοί του ποτέ δεν γνώριζαν ποια θα μπορούσε να είναι η επόμενη κίνησή του. Ο ίδιος ο λοχαγός Λε Γκέυτ, που τον φρουρούσε στις Σεϋχέλλες, γράφει στο βιβλίο του Ὁ Μακάριος στήν Ἐξορία:

 

... Εἶναι ἕνας ἐξαιρετικός ἄνδρας, ἔξυπνος, ἀλύγιστος καί δογματικός. Ἔχει ἕνα χαριτωμένο χαμόγελο καί μιά εὐγενική προσωπικότητα, καί ἡ  ἔμφυτή του ἀβροφροσύνη εἶναι ἕνα ἀπό τά ξεχωριστά χαρακτηριστικά του. Χαρακτηρίζεται ἀπό ζωηράδα καί κινεῖται μέ χάρη μέ μακριούς κομψούς βηματισμούς... Μοῦ θύμιζε λεοπάρδαλη... Εἶναι ἀθλητικός καί τοῦ  ἀρέσουν οἱ μακρυνοί περίπατοι... Στή δίαιτά του θά ἦταν δυνατό νά ὀνομασθῆ  ἀσκητικός... Ἀφιέρωνε πολλές ὧρες στό γραφεῖο του διαβάζοντας ἱστορία, θεολογία καί ψυχολογία. Τέλος, εἶναι πολύ θρῆσκος ἄνθρωπος. Ἔδειχνε μεγάλο ἐνδιαφέρον στή συγκριτική θεολογία καί εἶχε ἀνοικτό μυαλό σέ νέες ἰδέες... Θά τόν ὀνόμαζα εὐφυῆ παρά πονηρό καί ὀξυδερκῆ παρά ὕπουλο. Εἶχε μιά σχεδόν ἀνατολική αἴσθηση τῆς τέχνης τοῦ παζαρεύματος...

 

Μπορεί να συγκεντρώσει κανένας μια πολύ μεγάλη συλλογή από χαρακτηρισμούς για τον Μακάριο. Καλούς και κακούς, γιατί πολλοί τον εχθρεύονταν και πολλοί τον αγαπούσαν. Και περισσότερο απ’ όλους, ο κυπριακός Ελληνισμός. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει ο καθένας, σύμφωνα προς τις πολιτικές του πεποιθήσεις και την τοποθέτησή του, γεγονός αδιαμφισβήτητο παραμένει το ότι ο Μακάριος υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές σύγχρονες διεθνείς προσωπικότητες, παγκόσμιας ακτινοβολίας.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image