Μαρίν, το ή Μαρί

Image

Μεικτό χωριό της επαρχίας Λάρνακας, περί τα 39 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης της Λάρνακας. Το Μαρίν (που απαντάται και ως Μαρί) είναι κτισμένο σε μέσο υψόμετρο 80 μέτρων με τα δυτικά του σύνορα να αποτελούν μέρος των διοικητικών ορίων των επαρχιών Λευκωσίας - Λάρνακας. Πολύ κοντά στα ανατολικά του οικισμού (περί τα 500 μέτρα) ρέει ο ποταμός Βασιλικός.

 

Βλέπε λήμμα

Έκρηξη στο Μαρί

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού απαντώνται οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κιμωλιών, μαργών και ψαμμιτών), οι αποθέσεις του σχηματισμού Αθαλάσσας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες και άμμοι) , οι γύψοι του σχηματισμού Καλαβασού, οι προσχώσεις των αναβαθμίδων, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι), και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ξερορεντζίνες, ασβεστούχα εδάφη, τέρρα ρόζα και προσχωσιγενή εδάφη.

 

Το Μαρί δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 400 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του καλλιεργούνται τα νομευτικά φυτά, τα σιτηρά, λίγα όσπρια (κουκιά και λουβιά), ελιές και χαρουπιές, και ελάχιστα αμπέλια (οινοποιήσιμες ποικιλίες). Καλλιεργείται επίσης μια μεγάλη ποικιλία λαχανικών που περιλαμβάνουν καρπούζια, πεπόνια, τομάτες, αγγουράκια, πατάτες, αγκινάρες, μπάμιες, κραμπιά, κρεμμύδια, μαρούλια και άλλα. Το Μαρί περιλαμβάνεται στο αρδευτικό έργο Βασιλικού-Πεντάσχοινου, από το οποίο έχει ωφεληθεί με την άρδευση έκτασης γης του στο πλαίσιο του σχεδίου.

 

Αρκετά ανεπτυγμένη είναι και η κτηνοτροφία του χωριού. Από συγκοινωνιακής απόψεως, το Μαρίν βρίσκεται πολύ κοντά στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού. Συνδέεται επίσης στα νοτιοανατολικά με τον βιομηχανικό οικισμό του Βασιλικού (περί τα 2,5 χμ.) που περιλαμβάνεται στα διοικητικά του όρια. Στο Βασιλικό βρίσκονται εγκατεστημένες και λειτουργούν σήμερα τρεις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, το εργοστάσιο εμπλουτισμού και επεξεργασίας θειούχων και χαλκούχων μεταλλευμάτων, το τσιμεντοποιείο και το εργοστάσιο παραγωγής λιπασμάτων. Εξάλλου το Βασιλικό διαθέτει λιμάνι με τον απαραίτητο μηχανικό εξοπλισμό και τις κατάλληλες λιμενικές εγκαταστάσεις για την εξαγωγή των προϊόντων του βιομηχανικού συγκροτήματος. Το λιμάνι κατασκευάστηκε το 1980, εποχή κατά την οποία σταμάτησε και τη λειτουργία του ο μικρός σιδηρόδρομος ο οποίος μετέφερε το μετάλλευμα στα πλοία για εξαγωγή.

 

Το χωριό γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1973. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 248 
1891 270 
1901 298 
1911 367 
1921 436 
1931 444 
1946 580 (542 Τουρκοκύπριοι και 38 Ελληνοκύπριοι) 
1960 923 (666 Τουρκοκύπριοι, 256 Ελληνοκύπριοι και 1 Βρετανός) 
1973 964 (όλοι Τουρκοκύπριοι) 
1976 651 
1982 478 
1992 236 

2001

2011

177 (περιλαμβάνονται και οι κάτοικοι του Βασιλικού) 

158

 

Μετά το 1964, εξαιτίας των διακοινοτικών ταραχών,  οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι του χωριού Μαρίν το εγκατέλειψαν και μετακινήθηκαν σε γειτονικά χωριά. Έτσι το 1973 το χωριό εκατοικείτο μόνο από Τουρκοκυπρίους. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού εξαναγκάσθηκαν από την ηγεσία τους να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να μεταφερθούν, μαζί με όλους τους άλλους Τουρκοκυπρίους των ελεύθερων περιοχών, για εγκατάσταση στις κατεχόμενες περιοχές. Η μεταφορά τους έγινε το 1975. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στο χωριό Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες.

Το 2008 άρχισε η μετεγκατάσταση των κατοίκων του χωριού Μαρίν στο Ζύγι. Το Μαρίν, λόγω φθοράς, κρίθηκε ολόκληρο ως προβληματικός οικισμός. Το κόστος των επιδιορθώσεων ήταν τόσο μεγάλο, ώστε θεωρήθηκε προτιμότερη η οικοδόμηση καινούργιων οικιστικών μονάδων στην έκταση του Ζυγίου.  Τα υποστατικά στο Μαρίν χρησιμοποιούνται ως ποιμνιοστάσια και άλλοι βοηθητικοί γεωργικοί χώροι.

 

Το χωριό υφίστατο με την αυτή ονομασία από τα Μεσαιωνικά χρόνια. Σημειώνεται, εξάλλου, σε παλαιούς χάρτες ως Marin, ενώ ο ντε Μας Λατρί το μνημονεύει ως φέουδο, παραχωρημένο από τον βασιλιά σε ευγενείς.

 

Ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) αναφέρει το Μαρίν ως φέουδο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Συγκεκριμένα, γράφοντας για την αναδιανομή των φέουδων στην οποία προέβη ο βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Β΄ μετά την άνοδό του στο θρόνο το 1460, δίνει την πληροφορία ότι το Μαρίν, μαζί και το χωριό Ψεματισμένος, είχαν δοθεί στον Μάριο Σκορτζολούππι, πρόξενο των Φλωρεντινών στην Κύπρο, απαλλαγμένα και από τη φορολογία.

 

Ο Σίμος Μενάρδος, στο Τοπωνυμικόν τῆς Κύπρου, υποστηρίζει ότι το χωριό ίσως διασώζει την ονομασία της αρχαίας πόλεως Μάριον. Αλλά και παλαιότεροι συγγραφείς, όπως ο Mariti και ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός, παρασυρμένοι από την ομοιότητα των ονομασιών, θεώρησαν ότι η αρχαία πόλις Μάριον βρισκόταν στην περιοχή όπου το Μαρίν. Ο Κυπριανός    γράφει   χαρακτηριστικά (Ἱστορία Χρονολογική..., 1788, α. 25):

 

Μάριον, πόλις παλαιά... ἣτις ἐκλήθη Ἀρσινόη... κατά τό παρόν λέγεται χωρίον Μαρίν...

 

Ο Κυπριανός συνδέει επίσης την περιοχή του χωριού με την επίσκεψη της αγίας Ελένης στην Κύπρο, η οποία και είχε αποβιβαστεί εκεί, σύμφωνα και προς την παράδοση (απ’ όπου και η ονομασία Βασιλοπόταμος).

 

Οι παλαιοί αυτοί μελετητές, εκτός από την ομοιότητα των ονομασιών Μάριον και Μαρίν, βασίστηκαν και σε απόσπασμα του Διόδωρου Σικελιώτη (12.3,3), ότι ο Κίμων ο Αθηναίος όταν εξεστράτευσε στην Κύπρο, θαλαττοκρατῶν, Κίτιον μέν καί Μάριον ἐξεπολιόρκησε... απ’ όπου θεώρησαν ότι το Κίτιον (Λάρνακα) και το Μάριον θα πρέπει να βρίσκονταν κοντά μεταξύ τους. Την ταύτιση του Μαρίου προς το Μαρίν δέχθηκαν και ο Engel (Kypros, 1841,1, p. 107) και ο Αθ. Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, Α΄, 1890, σσ. 48-50).

 

Βέβαια η νεότερη έρευνα απορρίπτει την τοποθέτηση του αρχαίου Μαρίου στο Μαρίν και το τοποθετεί στη ν περιοχή της Πόλης Χρυσοχούς όπου έγιναν και συνεχίζονται ανασκαφές. Αλλά και στο Μαρίν υπήρχαν αρχαιότατοι οικισμοί. Στην τοποθεσία «Μεσοβούνιν», στην περιοχή του χωριού, υφίστατο αρχαίος οικισμός της εποχής του Σιδήρου. Το 1881, όπως λέγει ο G. Jeffery, βρέθηκε στην περιοχή μικρή ελληνοφοινικική νεκρόπολη, της οποίας τα ευρήματα εστάλησαν στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ το 1893 είχε ανασκαφεί νεκρόπολη της εποχής του Χαλκού. Εξάλλου πολύ κοντά στο χωριό βρίσκεται ο σημαντικός νεολιθικός συνοικισμός της Τέντας, ενώ στην περιοχή υπάρχουν και άλλοι αρχαιολογικοί χώροι (βλέπε λήμμα Καλαβασός αρχαιολογικοί χώροι). Όλοι οι αρχαιολογικοί χώροι της ευρύτερης αυτής περιοχής (από το Μαρίν μέχρι την Καλαβασό, τη Χοιροκοιτία και το Μαρώνιν), συνδέονται με πυκνή κατοίκηση του νοτίου τμήματος των παρακτίων περιοχών της Κύπρου κατά τα Προϊστορικά χρόνια.

 

Εκτός από τους προϊστορικούς οικισμούς, βρέθηκαν στην περιοχή και ίχνη ύπαρξης πόλης των Ιστορικών χρόνων, όπως υποστηρίζει και ο Hogarth που είχε κάμει ανασκαφές στον χώρο αυτό (Devia Cypria, pp. 105 κ.ε.), ενώ το 1979 βρέθηκε στο χωριό και τάφος των Κυπρο-Αρχαϊκών χρόνων. Συνεπώς η περιοχή εκατοικείτο και κατά τα Προϊστορικά και κατά τα Ιστορικά χρόνια. Σύμφωνα δε προς τις ενδείξεις που δίνει ο γεωγράφος Στράβων, στο Μαρίν θα πρέπει να βρισκόταν η αρχαία μικρή πόλη Παλαιά. Ο Στράβων τοποθετεί την πόλη αυτή ως ευρισκόμενη μεταξύ Κιτίου και Αμαθούντος (βλέπε λήμμα Παλαιά).

 

Εξακολουθεί όμως να παραμένει πρόβλημα η ονομασία του χωριού, αφού τούτο δεν ταυτίζεται σήμερα προς το αρχαίο Μάριον. Εκ πρώτης όψεως όμως, η ονομασία Μαρίν μπορεί να θεωρηθεί συγγενική προς την ονομασία του κοντινού του χωριού Μαρώνιν. Εάν δε δεχθούμε ότι το Μαρώνιν έχει την ονομασία του αγίου Μάρωνα, τότε είναι λογικό να υποθέσουμε ότι και το Μαρίν διασώζει την ονομασία της αγίας Μαρίνας. Και πράγματι, η παλαιά εκκλησία του χωριού, ερειπωμένη σήμερα, ήταν αφιερωμένη στην αγία Μαρίνα (βλέπε γι’ αυτήν στο λήμμα Μαρίνας Αγίας εκκλησίες). Μια άλλη άποψη, ότι το χωριό πήρε την ονομασία του από κάποιον Μαρίνι στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, δεν αποδεικνύεται. Έτσι, η δική μας εισήγηση εξακολουθεί να είναι ότι το χωριό είναι αρχαιότερο της περιόδου της Φραγκοκρατίας και ονομαζόταν Αγία Μαρίνα κατά τα Βυζαντινά χρόνια. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας μετετράπη από τους Φράγκους σε Marin, ονομασία που διατηρήθηκε αργότερα μεταφρασμένη στην ελληνική: Μαρίν (το χωριό θα πρέπει να κατεγράφη από λάθος ως Marin αντί S. Marina).

 

Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού το ονόμαζαν Tatli Su που σημαίνει γλυκό νερό. Ως φέουδο που ήταν, το χωριό κατασχέθηκε μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570/71) και εκτουρκίστηκε. Μέχρι και τον 19ο αιώνα παρέμεινε τουρκικό και αργότερα, εξαιτίας των μεταλλείων της περιοχής, που πρόσφεραν απασχόληση, κατοικήθηκε και από Έλληνες κι έγινε μεικτό. Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού, ενισχυμένοι και από άλλους Τουρκοκυπρίους μετά την ανταρσία του τέλους του 1963, έλεγχαν για μια δεκαετία (1964-1974) τον υπεραστικό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού, από ύψωμα κοντά στο χωριό που δεσπόζει του (παλαιού) δρόμου. Έγιναν επανειλημμένα επεισόδια και κατά τη δεκαετία ήταν έντονη η παρουσία ανδρών της ειρηνευτικής δυνάμεως στην περιοχή. Το σοβαρότερο από τα επεισόδια συνέβη το 1967, όταν το χωριό χτυπήθηκε από δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς υπό τον ίδιο τον στρατηγό Γρίβα, επειδή συχνά παρενοχλούσαν τους Ελληνοκυπρίους που χρησιμοποιούσαν τον σημαντικό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού.

 

Το 1977, λίγο πριν από τον θάνατό του, ο πρόεδρος Μακάριος έκτισε σε παραθαλάσσια περιοχή του χωριού αυτού εξοχικό σπίτι που το χρησιμοποίησε ελάχιστες φορές.

 

Το Μαρί αντιμετωπίζει πρόβλημα μολύνσεως της ατμόσφαιρας, εξαιτίας της λειτουργίας εργοστασίων στην περιοχή του.