Ιωάννης Πρόδρομος, Μέσα Ποταμός

Image

Το μοναστήρι του Μέσα Ποταμού βρίσκεται στο δάσος του Τροόδους, 5 περίπου χιλιόμετρα από τον Σαϊττά. Είναι αφιερωμένο στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Δεν είναι γνωστό πότε ιδρύθηκε ή ποιος το ίδρυσε. Η πιο παλαιά αναφορά στο μοναστήρι του Μέσα Ποταμού, αν δεχτούμε ότι πρόκειται για το μοναστήρι, είναι ένα έγγραφο με ημερομηνία 4.4.1468, με το οποίο ο βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ παραχωρεί στον κυρ Γρηγόριο τον γέροντα (=ηγούμενο;) του Μέσα Ποταμού και στη συνέχεια στον ανεψιό του Κάλλιστο 12 μέτρα οίνου και 5 βυζάντια από τους φόρους του Κοιλανιού σ’ όλη τους τη ζωή (L. de Mas Latrie, Histoire de I’ ile de Chypre, III, Paris, 1855, p. 196). Η επόμενη αναφορά στο μοναστήρι γίνεται από τον Εστιέν ντε Λουζινιάν. Ο Λουζινιάν αναφερόμενος στον επίσκοπο Σολίας Θεοφάνη, που ήταν σύγχρονός του, λέγει ότι ο Θεοφάνης, που ήταν άγιος, παραιτήθηκε από την επισκοπή του και πήγε και μόνασε στο μοναστήρι του Μέσα Ποταμού όπου και πέθανε (Estienne de Lusignan, Description de toute I’ isle de Cypre, Paris, 1580, 59b-60a). Βλέπε και λήμμα Θεοφάνης αρχιεπίσκοπος (Β΄). Το μοναστήρι εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου. Το 1584 ο ηγούμενος του μοναστηριού Σωφρόνιος δώρισε στην εκκλησία του μοναστηριού την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου.

 

Το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου του Μέσα Ποταμού, όπως και τα άλλα μοναστήρια της Κύπρου, παρήκμασε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ήδη το 1735 όταν το επισκέφθηκε ο Βασίλι Μπάρσκυ, το μοναστήρι είχε μια μικρή εκκλησία και δυο - τρία κελιά μόνο, ένα ηγούμενο και δυο μοναχούς που συντηρούνταν από τη γεωργία και τη βοσκή αιγών. Όπως αναφέρει ο Μπάρσκυ, τα κτίρια του μοναστηριού ήσαν άσχημα και γι’ αυτό δεν τα σχεδίασε. Το 1745 ο μοναχός του μοναστηριού Νικηφόρος πήγε στην Κέρκυρα για να κάμει εράνους για το μοναστήρι του. Για τον σκοπό αυτό εξασφάλισε συστατικό έγγραφο του μεγάλου πρωτοπαπά Κερκύρας Ιωάννη Βοημάρη. Επί μητροπολίτου Κιτίου Μακαρίου έγινε κάποια προσπάθεια ανακαίνισης και ενίσχυσης του μοναστηριού, όπως αναφέρει επιγραφή σε ποδέα του παλαιού τέμπλου της εκκλησίας του μοναστηριού που φυλάσσεται στον παλαιό ναό της Παναγίας στην Τριμίκλινη. Τότε, το 1775, εχρυσώθη το τέμπλο επί ηγουμένου Ιωακείμ από τον Λεόντιο διάκονο μαθητή του Νεκταρίου. Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός αναφέρει το μοναστήρι του Μέσα Ποταμού σαν ένα από τα μοναστήρια που υπάγονταν στη μητρόπολη Κιτίου. Το μοναστήρι φαίνεται ότι διαλύθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, παρόλο που ένας μοναχός ενοικίαζε τότε τα κτήματα του μοναστηριού και ζούσε εκεί. Ο τελευταίος μοναχός που αναφέρεται ότι έζησε εκεί είναι κάποιος Ιωαννίκιος, το όνομα του οποίου αναφέρεται σε σταυρό (1868) και σε δισκάριο (1883) που ανήκαν στο μοναστήρι αλλά μεταφέρθηκαν μετά το θάνατο του Ιωαννικίου στον Μονιάτη.

 

Σήμερα σώζεται μικρή εκκλησία ξυλόστεγη με νάρθηκα, πιθανότατα κτίσμα του 18ου αιώνα. Τα δυο - τρία κελιά που αναφέρονται από τον Μπάρσκυ καταστράφηκαν τελείως. Κάποια προσπάθεια αναβίωσης του μοναστηριού έγινε από τον μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιο Μεταξάκη, αργότερα αρχιεπίσκοπο Αθηνών και οικουμενικό πατριάρχη. Το 1910 ο Μεταξάκης εγκατέστησε εκεί δυο μοναχούς οι οποίοι αργότερα επέστρεψαν στα μοναστήρια τους. Το 1914 ο Μεταξάκης ίδρυσε ξενοδοχείο στη θέση των ερειπίων των κελιών, με σχέδια του αρχιτέκτονα Βόντα, γνωστού αρχιτέκτονα της Αλεξάνδρειας, που έκτισε διάφορα κτίρια στη Λεμεσό.

 

Η κτηματική περιουσία του μοναστηριού ήταν μικρή παρόλο που αναφέρονταν μετόχια του στα χωριά Βίκλα, Κλωνάρι και Καντού.

 

Ύστερα από πολλά χρόνια εγκατάλειψης, και ύστερα από προσπάθεια του μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου, το μοναστήρι του Μέσα Ποταμού αναπαλαιώθηκε, ενώ προσετέθησαν σ’ αυτό και νέα οικοδομήματα. Από το 2003 εγκαταστάθηκαν σ’ αυτό επτά μοναχοί και επαναλειτούργησε  ως ανδρικό.

 

Κοντά στο μοναστήρι και προς τα νοτιοανατολικά του, λειτουργεί θερινή παιδική κατασκήνωση της Μητρόπολης Λεμεσού.