Πάρατζι ή Μπάρατζη, Μόρφου

Image

Εγκαταλειμμένο μοναστήρι στα δυτικά της κωμόπολης της Μόρφου μεταξύ του χωριού Πραστειού και της παραλίας. Σχετικά με το μοναστήρι του Πάρατζ'ι δεν έχουμε γραπτές μαρτυρίες για τον χρόνο ίδρυσης και την ιστορική του πορεία. Ελάχιστες μαρτυρίες για τη ζωή του μοναστηριού επί Τουρκοκρατίας διασώζονται στο παλαιό αρχείο του Κύκκου. Τον 18ο αιώνα περιλαμβάνεται μεταξύ των μετοχίων του μοναστηριού του Κύκκου και λειτουργούσε σαν ένα γεωργοκτηνοτροφικό παράρτημά του.

 

Στον κτηματικό κώδικα της Αρχιεπισκοπής, σ. 923, μεταξύ των κτημάτων του επίσης διαλυθέντος μοναστηριού του Αγίου Νικολάου της Στέγης αναφέρεται και κτήμα στην περιοχή Μόρφου με την ονομασία «Παρτακης σκάλες 16». Υποστηρίχθηκε ότι ίσως πρόκειται για το μοναστήρι του Πάρατζ'ι, το οποίο μετά την παρακμή του περιήλθε στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου της Στέγης ή υπήρξε μετόχι του, και μετά τη διάλυση και αυτού περιήλθε στην κυριότητα του μοναστηριού του Κύκκου.

 

Πριν από την τουρκική εισβολή του 1974 διασώζονταν εγκαταλειμμένες και ερειπωμένες οι εγκαταστάσεις του μοναστηριού με ναό αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο.

 

Σήμερα ό,τι απέμεινε από το μοναστήρι είναι λίγα ερείπια περιβαλλόμενα από κήπους εσπεριδοειδών. Ο ναός δεν υπάρχει. Σώζονται μόνο τμήματα από τρεις βάσεις ισάριθμων αψίδων, που πιθανότατα αποτελούσαν το δυτικό άκρο του ναού, ίσως στοά. Ο ίδιος ο ναός, που θα πρέπει να εκτεινόταν από τις βάσεις αυτές προς τα ανατολικά, έχει εξαφανιστεί και τον χώρο καταλαμβάνει πορτοκαλεώνας. Μπροστά από την πιθανή αυτή στοά εκτεινόταν μεγάλη εσωτερική αυλή. Η στοά φαίνεται να ήταν επιμελημένης κατασκευής, ίσως του 19ου αιώνα, συνεπώς ο ναός μάλλον είχε δεχθεί τότε ανακαίνιση. Δυστυχώς τα ελάχιστα υπάρχοντα ίχνη δεν βοηθούν στη χρονολόγηση.

 

Στα νότια της εσωτερικής αυλής (νοτιοδυτικά του χαμένου ναού) υπάρχουν τα κατάλοιπα διώροφου μοναστηριακού οικοδομήματος κτισμένου από πλινθάρια. Το οικοδόμημα αυτό αποτελείτο στο ισόγειο από δύο μεγάλα δωμάτια, εκ των οποίων το ανατολικό ήταν δίχωρο, με εσωτερική καμάρα. Ο όροφος δεν σώζεται. Φαίνεται ότι το οικοδόμημα αυτό εκτεινόταν προς τα ανατολικά, με περισσότερα ακόμη δωμάτια.

 

Στη δυτική πλευρά του διώροφου αυτού οικοδομήματος υπάρχει μεγάλη θύρα που άνοιγε σε καμαρωτή στοά και που θα πρέπει να ήταν η κύρια είσοδος στο μοναστήρι. Εντοιχισμένη ανάγλυφη πέτρα πάνω από τη θύρα, που πιθανότατα θα ανέφερε και κάποια χρονολογία, είναι δυστυχώς κατεστραμμένη. Η θύρα έκλεινε με δύο μεγάλα θυρόφυλλα, που σήμερα δεν υπάρχουν. Το άνοιγμα αυτό ήταν τόσο μεγάλο, ώστε να μπορούσαν να εισέρχονταν και αμάξια. Το πλινθόκτιστο αυτό κτίσμα είναι, πιθανότατα, δημιούργημα του 18ου αιώνα.

 

Η δυτική πλευρά της μεγάλης αυλής θα πρέπει να έκλεινε με ψηλό μαντρότοιχο και ίσως να περιελάμβανε και κάποια βοηθητικά οικοδομήματα, όπως αποθήκες και κουζίνα. Στη βορειοδυτική γωνία της αυλής υπάρχουν κατάλοιπα άλλου οικοδομήματος, που μάλλον θα πρέπει να ήταν το μαγειρείο, ενώ ανατολικότερα φαίνεται να υπήρχαν και άλλοι χώροι, όπως φούρνος και μάντρα. Μαντρότοιχος περιέβαλλε και την υπόλοιπη αυλή.

 

Στο μοναστήρι αυτό μάλλον είχε φιλοξενηθεί το 1815 ο επισκέπτης Γουίλλιαμ Τέρνερ, και όχι στο (κοντινό) μοναστήρι του Ξηροποτάμου, όπως θεώρησαν παλαιότεροι μελετητές. Τούτο προκύπτει από την περιγραφή που δίνει ο συγκεκριμένος επισκέπτης. Το μοναστήρι, γράφει, «είναι πολύ μεγάλο αλλά αποτελούμενο από άθλια χαμηλά κτίρια από λάσπη [=πλινθάρια] σε τετράπλευρο σχήμα...» Ο ναός φαινόταν να ήταν παλαιός, των Βυζαντινών χρόνων, και υπήρχε σ’ αυτόν εντοιχισμένη ελληνική επιγραφή της περιόδου της Βενετοκρατίας, δηλαδή του 16ου αιώνα. Το μοναστήρι είχε τότε, λέγει ο Τέρνερ, γύρω στους 20-25 μοναχούς Ο επισκέπτης προσθέτει ότι είχε επισκεφθεί το μοναστήρι σε περίοδο νηστείας των μοναχών και με δυσκολία τους είχε πείσει να σφάξουν και μαγειρέψουν για τον ίδιο και τη συνοδεία του ένα κοτόπουλο.

 

Ο Τέρνερ σημειώνει ακόμη ότι ο ναός του μοναστηριού ήταν αφιερωμένος στους αγίους Σέργιον και Βάκχον.

 

Εάν όντως αυτό ήταν το μοναστήρι που αναφέρει ο Τέρνερ και όχι εκείνο του Ξηροποτάμου, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι τούτο βρισκόταν ακόμη σε ακμή κατά τις αρχές του 19ου αιώνα και ότι είχε ιδρυθεί τον 16ο αιώνα ή ακόμη ενωρίτερα. Πιθανό το μοναστήρι να είχε πληγεί από τις τουρκικές λεηλασίες μοναστηριών που έγιναν το 1821. Δεν είναι γνωστό από πότε ακριβώς έγινε αγροτικό μετόχι της Μονής Κύκκου. Ήδη κατά τα μέσα του 20ού αιώνα, όπως σημειώνει και ο Ν.Γ.Κυριαζής, το μοναστήρι ήταν ήδη πλήρως ερειπωμένο.

 

Ο R. Gunnis (1936) σημειώνει ότι το μοναστήρι ήταν όντως αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο. Ο ίδιος γράφει ότι το μοναστήρι είχε κτιστεί το 1828, αλλά δεν διευκρινίζει πού είχε βρει αυτή την πληροφορία. Εάν αυτή ήταν η ελλείπουσα σήμερα χρονολογία πάνω από την πύλη του μοναστηριού, αυτή δεν σήμαινε κατ’ ανάγκη τον χρόνο ίδρυσης του μοναστηριού αλλά κάποια ανακαίνισή του (πιθανώς μετά από λεηλασία του το 1821). Η ανακαίνιση αυτή θα πρέπει να αφορούσε το διώροφο οικοδόμημα, που θα πρέπει να είχε αντικαταστήσει τα «χαμηλά κτίρια» που είχε δει 13 χρόνια ενωρίτερα ο Γουίλλιαμ Τέρνερ.

 

Νεότερη έρευνα (2009) έφερε στο φως τα πιο κάτω πρόσθετα στοιχεία για το μοναστήρι:

Η κτηματική περιουσία του μοναστηριού, που ανερχόταν στις 800 περίπου σκάλες και ανήκε στο μοναστήρι του Κύκκου, αγοράστηκε το 1954 από την τότε αγγλική αποικιακή κυβέρνηση και διατέθηκε, στην τιμή των 23 λιρών ανά σκάλα, στους κατοίκους του χωριού Λειβάδι της επαρχίας Πάφου, που με απόφαση της ίδιας κυβέρνησης εγκατέλειψαν το χωριό τους και μετοίκησαν αλλού.

 

Πολλοί τούτων, που εγκαταστάθηκαν στην έκταση γης του Μπάρατζ΄η, ίδρυσαν εκεί αγροτικό οικισμό που τον ονόμασαν Νέο Λειβάδι. Στο μοναστήρι του Κύκκου παρέμεινε ο ναός του Αγίου Νικολάου, που ήταν ήδη από πολύ καιρό ερειπωμένος. Οι νέοι κάτοικοι της περιοχής, με εράνους, προχώρησαν στην ανοικοδόμηση του ναού του μοναστηριού, που μετετράπη σε ενοριακό ναό του Νέου Λειβαδιού, από το 1955. Τελικά το Νέο Λειβάδι ενώθηκε με το χωριό Πραστειόν Μόρφου, αλλά ο ναός του μοναστηριού του Μπάρατζ΄η υφίστατο μέχρι και την τουρκική εισβολή του 1974 και ελειτουργείτο πλέον περιστασιακά, ιδίως την ημέρα της γιορτής του αγίου Νικολάου, στις 6 Δεκεμβρίου.

 

Οι λοιπές μοναστηριακές εγκαταστάσεις είχαν αγοραστεί το 1954 από τον κοινοτάρχη του Νέου Λειβαδιού Μιχάλη Χρίστου Κλάππα, ο οποίος και τις συντηρούσε, χρησιμοποιώντας τις ως υποστατικά. Συνεπώς τόσο ο ναός του μοναστηριού, ανοικοδομημένος, όσο και άλλα των μοναστηριακών οικοδομημάτων, ερειπώθηκαν πλήρως μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Ιδίως από το ναό παρέμειναν ελάχιστα ίχνη.

 

Σε παλαιούς χάρτες της Κύπρου (όπως λ.χ. ο χάρτης του Abraham Ortelius του έτους 1573 αλλά και εκείνος του Jodocus Hondius του έτους 1606) δείχνουν στην περιοχή σημειωμένο μεσαιωνικό οικισμό με την ονομασία Barcha, που φαίνεται να έχει ετυμολογική σχέση με την ονομασία Πάρατζ΄ι ή και Μπάρατζ΄η του μοναστηριού.

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Φώτο Γκάλερι

Image