Πίττας Φώτης

Image

Ήρωας του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959. Γεννήθηκε στο χωριό Φρέναρος το 1934 και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της γνωστής μάχης του Αχυρώνα στο χωριό Λιοπέτρι, στις 2 Σεπτεμβρίου 1958. Στη μάχη αυτή, μια από τις ηρωικότερες του τετραετούς αγώνα της ΕΟΚΑ, μαζί με τον Φώτη Πίττα έπεσαν μαχόμενοι και οι Χρίστος Σαμάρας*, Ανδρέας Κάρυος* και Ηλίας Παπακυριακού*.

 

Ο Φώτης Πίττας ήταν απόφοιτος του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου και του Διδασκαλικού Κολλεγίου και προοριζόταν ν’ ακολουθήσει τη σταδιοδρομία του δασκάλου-εκπαιδευτικού. Διορίστηκε μάλιστα δάσκαλος μόλις αποφοίτησε από το Κολλέγιο, το 1955. Τον ίδιο αυτό χρόνο είχε αρχίσει ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας και ο Πίττας εντάχθηκε στις τάξεις της ΕΟΚΑ. Αργότερα η δραστηριότητά του στην οργάνωση έγινε γνωστή στους Άγγλους, που μαζί με άλλα άτομα, τον συνέλαβαν στο χωριό Βατιλή στις 10 Ιανουαρίου 1957.

 

Αμέσως μετά τη σύλληψή του μετεφέρθη στην Αμμόχωστο όπου υπεβλήθη από τους Άγγλους σε φοβερά βασανιστήρια που κράτησαν 22 μέρες. Τα βασανιστήριά του μπόρεσε να τα καταγράψει σε πολύ σύντομα σημειώματα που σώθηκαν (βλέπε Σπ. Παπαγεωργίου, Διά Χειρός Ἡρώων, Λευκωσία, 1979, σσ. 252-259).

 

Αφού με τα βασανιστήρια δεν μπόρεσαν να του αποσπάσουν πληροφορίες, οι Βρετανοί τον έκλεισαν στο κρατητήριο (στρατόπεδο συγκεντρώσεως) της Κοκκινοτριμιθιάς. Αργότερα μετεφέρθη στο κρατητήριο της Πύλας, απ’ όπου τελικά δραπέτευσε, μαζί με τον Ανδρέα Κάρυο, τον Μάρτιο του 1958. Από τότε επανεντάχθηκε στις τάξεις της ΕΟΚΑ, ως αντάρτης καταζητούμενος, κι έδρασε μέχρι τον Σεπτέμβριο του ιδίου χρόνου οπότε έπεσε μαχόμενος.

 

(Για τον θάνατό του, καθώς και των άλλων τριών ηρώων του Λιοπετρίου, βλέπε σε περιγραφή της μάχης στο λήμμα Αχυρώνας Λιοπετρίου).

 

Ο Φώτης Πίττας διακρινόταν για το ήθος και την φιλοπατρία του, όπως και για την πίστη του στον Θεό και στα πανανθρώπινα ιδανικά. Ασχολήθηκε και με την ποίηση. Λίγα μόνο ποιήματά του σώθηκαν, ιδίως μερικά που έγραψε στα κρατητήρια. Παραθέτουμε ένα απ’ αυτά, που έγραψε στο κρατητήριο της Πύλας στις 26 Ιανουαρίου 1958, με τίτλο: «Ἡ ψυχή ξαγρυπνᾶ».

 

Η ΨΥΧΗ ΞΑΓΡΥΠΝΑ

 

Μεσάνυκτα! Σκοτεινιά μέ κυκλώνει

μάταια ζήτησα τόν ὕπνο νά βρῶ.

Τά βλέφαρα νά κλείσω θέλω, μά δέν μπορῶ.

Ἡ  ἀγωνία μέ ζώνει, κι’ ἡ σκέψη θολώνει.

Τριγύρω σκοτάδι, φρικτή παγωνιά˙

ὁ  ἀέρας σφυρίζει, κι’ ἡ  ἀστραπή διαπερνᾶ 

τῆς παράγκας τό τζάμι˙ σέ λίγο βροντᾶ 

κι’ αὐτός πού κοιμᾶται, βογκᾶ στή γωνιά.

Παναγιά μου! κραυγάζει˙ ξεπετιέται,

στενάζει καί ξαπλώνει ξανά στῆς λήθης

τ’ ἀγκάλι. Ποιό ’νειρο τάχα νά βλέπη!

Τί ζητᾶ στή νυχτιά! Ξυπνᾶ καί κοιμιέται;

Ὠς στό λόγγι τή νύχτα κυνηγοῦν τά θεριά,

καρτερώντας κρυμμένα στή βρύση κοντά

κι’ ὡς τό θήραμ’ ἀκοῦνε χυμοῦν, χαρωπά,

κι’ ἡ ψυχή ποὖναι ξύπνια; Ναί, ζητᾶ Λευτεριά.