Σαμψών Νικόλαος

Image

Δημοσιογράφος, αγωνιστής στον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα του 1955-1959 και πραξικοπηματικός «πρόεδρος» της Κύπρου για λίγες μέρες το 1974.

 

Ο Νικόλαος (Νίκος) Σαμψών γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1935. Φοίτησε στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου, στο Εμπορικό Λύκειο Αμμοχώστου και στην Ανωτέρα Δημοσιογραφική Σχολή στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959 εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ, κι απετέλεσε δραστήριο στέλεχος της Οργάνωσης, με αγωνιστική δράση κυρίως στην πρωτεύουσα Λευκωσία και στην περιοχή της. Παράλληλα άρχισε τη σταδιοδρομία του ως δημοσιογράφος, εργαζόμενος από το 1956 στην εφημερίδα Φιλελεύθερος. Σύντομα όμως επισημάνθηκε από τους Βρετανούς και, προκειμένου ν' αποφύγει τη σύλληψη, συνέχισε την αγωνιστική του δραστηριότητα κρυβόμενος, ως αντάρτης, εγκαταλείποντας και τη δημοσιογραφική του εργασία. Διετέλεσε υπεύθυνος τομέα και αρχηγός ομάδας κρούσεως της ΕΟΚΑ για σύντομο χρονικό διάστημα.

 

Τον Ιανουάριο του 1957 συνελήφθη από τους Βρετανούς στο χωριό Δάλι και, ενώπιον ειδικού δικαστηρίου, βρέθηκε ένοχος για την εκτέλεση Βρετανών μελών των δυνάμεων ασφαλείας και καταδικάστηκε δυο φορές σε θάνατο. Τελικά η ποινή του μετετράπη σε ισόβια δεσμά και, για λόγους ασφαλείας, μεταφέρθηκε σε φυλακή στην Αγγλία. Εκεί προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να δραπετεύσει.

 

Τον Μάρτιο του 1959, αμέσως μετά την υπογραφή των Συμφωνιών της Ζυρίχης -Λονδίνου, αφέθηκε ελεύθερος αλλά δεν του επετράπη να επανέλθει στην Κύπρο. Πήγε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε για λίγο ως δημοσιογράφος. Μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας (Αύγουστος του 1960), επέστρεψε στην Κύπρο.

 

Τον Οκτώβριο του 1960 άρχισε την έκδοση δικής του εφημερίδας στη Λευκωσία, της Μάχης, αρχικά ως εβδομαδιαίας κι αργότερα ως ημερήσιας πρωινής. Σύντομα η Μάχη απέκτησε μεγάλη κυκλοφορία και στελεχώθηκε με καλό δίκτυο δημοσιογράφων και συνεργατών, απέκτησε δε και δικές της τυπογραφικές εγκαταστάσεις. Από το 1962 ο Σαμψών εξέδιδε και την εβδομαδιαία εφημερίδα Θάρρος. Για ένα διάστημα, ενσωματωμένη στο Θάρρος, εκδιδόταν και η εφημερίδα Νέος Αθλητισμός. Τέλος, για 6 περίπου μήνες, κατά το 1964-1965, ο Σαμψών εξέδιδε και την απογευματινή εφημερίδα Νίκη.

 

Με την έναρξη της ανταρσίας των Τουρκοκυπρίων, στο τέλος του 1963, ο Σαμψών δημιούργησε δική του ένοπλη ομάδα, με την οποία και πήρε μέρος σε σκληρές μάχες στην περιοχή της Λευκωσίας, ιδίως στην Ομορφίτα. Αργότερα η τουρκική προπαγάνδα τον κατηγόρησε για ομαδικές κι εν ψυχρώ δολοφονίες Τουρκοκυπρίων.

 

Το 1965 αναμείχθηκε στην υπόθεση συνωμοσίας κατά των Γεωργίου και Ανδρέα Παπανδρέου (στη γνωστή υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ που είχε συγκλονίσει την Ελλάδα, εις δε τη θυελλώδη δίκη που έγινε σε ειδικό στρατοδικείο στην ελληνική πρωτεύουσα, ο Σαμψών ήταν βασικός μάρτυρας κατηγορίας, όπως κι ο στρατηγός Γρίβας, αρχηγός τότε της Κυπριακής Εθνοφρουράς).

 

Μετά την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα ο Σαμψών διατήρησε επαφή με ανώτερους και ανώτατους Ελλαδίτες χουντικούς αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν κι ο δικτάτορας Δημήτριος Ιωαννίδης.

 

Στις βουλευτικές εκλογές του 1970 ο Σαμψών πήρε μέρος ως συναρχηγός του κόμματος της Προοδευτικής Παρατάξεως, κι εξελέγη βουλευτής Αμμοχώστου.

 

Δεν είχε ενεργό συμμετοχή στην προετοιμασία και διενέργεια του πραξικοπήματος της ελληνικής χούντας κατά της νόμιμης κυβέρνησης του προέδρου κι αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄.

(Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος-Αρχείο ΡΙΚ)

Μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, στις 15 Ιουλίου του 1974,

(Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος-Αρχείο ΡΙΚ

οι πραξικοπηματίες έψαχναν εναγωνίως να βρουν κάποιο πρόσωπο που να το κάνουν «πρόεδρο», σ' αντικατάσταση του Μακαρίου. Τα πρόσωπα που εκ των προτέρων επέλεξαν, αρνήθηκαν να αναλάβουν τον ρόλο αυτό. Τότε επελέγη ο Σαμψών, που απεδέχθη κι ανέλαβε ως «πρόεδρος» της Κυπριακής Δημοκρατίας.

(Βλέπε συνέντευξη Νίκου Σαμψων στον Αντένα

 

Στο «αξίωμα» αυτό παρέμεινε για 8 οκτώ μέρες μόνο Γιατί, πριν ακόμη επικρατήσουν ολοκληρωτικά οι πραξικοπηματίες, εκδηλώθηκε η στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, που άρχισε στις 20 Ιουλίου του 1974. Τα τραγικά γεγονότα που προκλήθηκαν, είχαν ως άμεσο αποτέλεσμα την πτώση της ελληνικής στρατιωτικής χούντας στην Ελλάδα και την ανάθεση της εξουσίας στους πολιτικούς, με αποτέλεσμα την επαναφορά της Δημοκρατίας. Ταυτόχρονα γκρεμίστηκε και το παρακλάδι της ελληνικής χούντας στην Κύπρο, δηλαδή η «κυβέρνηση» του Σαμψών, ο οποίος και παρέδωσε την εξουσία στον Γλαύκο Κληρίδη.

 

Την τοποθέτηση του Σαμψών από τους πραξικοπηματίες στην «προεδρία» εκμεταλλεύθηκε πολιτικά η Τουρκία. Λόγω του προηγουμένου του βίου ο Σαμψών εθεωρείτο «επικίνδυνο πρόσωπο» που δεν ήταν αρεστό ούτε στους Βρετανούς, εξ αιτίας των εκτελέσεων που έκανε κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ οπότε απέκτησε την φήμη του αδίστακτου εκτελεστή. Η έντονη προπαγάνδα των Τούρκων, από το 1964 και εξής, τον παρουσίαζε ως αιμοδιψή και σφαγέα. (Ραδιοφωνική συνέντευξη Σαμψων στο Ράδιο Πρώτο) Αλλά, λόγω των πολιτικών του επιλογών και της όλης δραστηριότητάς του, δεν ήταν αρεστός ούτε στους Ανατολικούς (Σοβιετικούς και άλλους). Αυτά τα «προσόντα» του Σαμψών εκμεταλλεύθηκε η Άγκυρα, για να πείσει και δεξιά και αριστερά περί της «ανάγκης» να εισβάλει στρατιωτικά στην Κύπρο, με την πρόφαση ότι οι Τουρκοκύπριοι κινδύνευαν άμεσα.

 

Μετά την επιστροφή από την εξορία του προέδρου Μακαρίου, και την προσφορά «κλάδου ελαίας», ο Σαμψών δεν ενοχλήθηκε όσο παρέμενε μακριά από δραστηριότητες που προκαλούσαν τα αισθήματα του λαού και δημιουργούσαν ένταση. Όμως τον Ιανουάριο του 1975, όταν εκφώνησε εμπρηστικό λόγο στο μνημόσυνο του στρατηγού Γρίβα στη Λεμεσό, προωθήθηκε η υπόθεση εναντίον του για παρανομίες κατά το πραξικόπημα. Συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 20χρονη φυλάκιση. Το 1979 του επετράπη να μεταβεί στο εξωτερικό για λόγους υγείας. Αναχώρησε, αλλά δεν επέστρεψε. Ζούσε στην Ευρώπη (Γαλλία) και επέστρεψε οικειοθελώς στην Κύπρο κατά τα μέσα του 1990. Συνελήφθη στο αεροδρόμιο Λάρνακας, μόλις έφθασε, κι οδηγήθηκε στη φυλακή για να εκτίσει την ποινή του. Αφέθηκε ελεύθερος για λόγους υγείας στις 6 Σεπτεμβρίου 1991. Πέθανε στις 9 Μαΐου 2001.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image