Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας

Image

Σύνταγμα (αγγλ. Constitution) είναι το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων οι οποίοι αποτελούν τον καταστατικό χάρτη μιας χώρας, καθορίζουν την οργάνωση και τον τρόπο άσκησης της εξουσίας και ρυθμίζουν τις σχέσεις της κυβέρνησης και του λαού. Το Σύνταγμα, στην τυπική του μορφή, καθορίζει το πολίτευμα ενός κράτους, ρυθμίζει την οργάνωση και λειτουργία του, κάνει την διάκριση των εξουσιών και αποτελεί το νομοθετικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται η ζωή μιας χώρας. Είναι το σύνολο των θεσμών και των κανόνων δικαίου όπου βασίζεται η οργάνωση της πολιτείας. Έτσι, το σύνολο της νομοθεσίας μιας χώρας συμμορφούται προς το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος της.

 

Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας: Η Κυπριά κή Δημοκρατία έχει το δικό της Σύνταγμα, που ετέθη σ' εφαρμογή με την ανακήρυξη της, το 1960. Το Σύνταγμα της Κύπρου συντάχθηκε απο μεικτή Συνταγματική Επιτροπή κατά την μεταβατική περίοδο, δηλαδή μετά την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, τον Φεβρουάριο του 1959, μέχρι την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος, τον Αύγουστο του 1960. Είναι ένα ιδιότυπο Σύνταγμα, που βασίστηκε κυρίως στο κείμενο των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου.

 

Οι ιδιοτυπίες του κυπριακού Συντάγματος οφείλοντο στο γεγονός ότι έπρεπε να ρυθμιστούν οι σχέσεις των Ελληνοκυπρίων (που αποτελούν το 80% περίπου του πληθυσμού) με τους Τουρκοκυπρίους (που αποτελούν το 18% περίπου του πληθυσμού), με βάση τα όσα είχαν συμφωνηθεί στη Ζυρίχη μεταξύ των κυβερνήσεων της Ελλάδος και της Τουρκίας, που είχαν γίνει αποδεκτά κι από τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη στο Λονδίνο.

 

Πρόκειται για ένα δοτό Σύνταγμα, που αποδείχθηκε ότι δημιουργούσε τεράστια προβλήματα για την ομαλή λειτουργία του νέου Κυπριακού κράτους. Αποτελείται από 13 συνολικά μέρη και 186 άρθρα. Επί πλέον, άλλα 13 άρθρα αποτελούσαν μεταβατικές διατάξεις, ενώ ως παραρτήματα ενσωματώθηκαν στο Σύνταγμα η λεγόμενη Συνθήκη Εγγυήσεως και η Συνθήκη Συμμαχίας, που υπεγράφησαν επίσης το 1960 και που, βέβαια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ευρίσκονται σε ισχύ σήμερα (παρ' όλον ότι η Ελλάδα, η Αγγλία και η Τουρκία εξακολουθούν, τυπικά, να θεωρούνται «εγγυήτριες» της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ασφάλειας της Δημοκρατίας της Κύπρου).

 

Ένα ακόμη παράρτημα (άρθρο 182) απαριθμεί τα άρθρα του Συντάγματος που θεωρούνται θεμελιώδη.

 

Το 1963, ο πρώτος πρόεδρος της Κύπρου αρχιεπίσκοπος Μακάριος* υπέβαλε πρόταση για τροποποίηση 13 συνολικά σημείων του Συντάγματος, προς τον σκοπό να εξασφαλιστεί η ομαλότερη λειτουργία της πολιτείας. Η πρόταση αυτή προσέκρουσε στη θυελλώδη αντίδραση της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων, κι ακολούθησε η μακρά διακοινοτική διαμάχη. Εξ αιτίας της διαμάχης αυτής το Σύνταγμα της Κύπρου δεν μπορούσε, από το 1964 και εξής, να εφαρμοστεί πλήρως. Οι διακοινοτικές συνομιλίες, που διεξήχθησαν πριν από το 1974, ασχολήθηκαν λεπτομερώς και με το Σύνταγμα και τις διάφορες πτυχές του. Μετά την τουρκική στρατιωτική εισβολή του 1974 και την κατοχή, έκτοτε, μεγάλου τμήματος της Κύπρου, η κατάσταση διαφοροποιήθηκε εντελώς.

 

Σήμερα το Σύνταγμα του 1960 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, μόνο στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου, με κάποιες τροποποιήσεις.

 

Το κείμενο του Συντάγματος: Το επίσημο κείμενο του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας παρατίθεται πιο κάτω. Δεν περιλαμβάνονται τα άρθρα των μεταβατικών διατάξεων, ούτε τα κείμενα των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας τα οποία παρατίθενται μαζί με τα κείμενα των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου.  Για τις προτάσεις του προέδρου Μακαρίου περί τροποποιήσεων του Συντάγματος βλέπε λήμμα «δεκατρία σημεία».

 

Το κείμενο του Συντάγματος παραθέτουμε εδώ για πρώτη φορά σε απόδοση στη δημοτική γλώσσα.

 

ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

ΜΕΡΟΣ Ι - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

ΑΡΘΡΟ 1.

 

Η Κυπριακή Πολιτεία είναι ανεξάρτητη και κυρίαρχη Δημοκρατία, προεδρικού συστήματος, της οποίας ο Πρόεδρος είναι  Έλληνας και ο Αντιπρόεδρος Τούρκος, εκλεγόμενοι αντιστοίχως από την ελληνική και την τουρκική κοινότητα της Κύπρου, όπως ορίζεται στο παρόν Σύνταγμα.

 

ΑΡΘΡΟ 2.

 

Για τους σκοπούς του παρόντος Συντάγματος:

 

(1) Την ελληνική κοινότητα αποτελούν όλοι οι πολίτες της Δημοκρατίας που είναι ελληνικής καταγωγής και έχουν ως μητρική γλώσσα την ελληνική ή μετέχουν των ελληνικών πολιτιστικών παραδόσεων ή ανήκουν στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

(2) Την τουρκική κοινότητα αποτελούν όλοι οι πολίτες της Δημοκρατίας που είναι τουρκικής καταγωγής και έχουν ως μητρική γλώσσα την τουρκική ή μετέχουν των τουρκικών πολιτιστικών παραδόσεων ή είναι μωαμεθανοί.

 

(3) Πολίτες της Δημοκρατίας που δεν περιλαμβάνονται στις διατάξεις της πρώτης ή της δεύτερης παραγράφου του παρόντος άρθρου, επιλέγουν ατομικά την ελληνική ή την τουρκική κοινότητα μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Συντάγματος. Εφόσον όμως ανήκουν σε θρησκευτική ομάδα, επιλέγουν την ελληνική ή την τουρκική κοινότητα ομαδικά και με την επιλογή αυτή θεωρούνται μέλη της κοινότητας την οποία επέλεξαν. Τηρείται ωστόσο ο κανόνας ότι κάθε πολίτης της Δημοκρατίας, που ανήκει σε τέτοια θρησκευτική ομάδα, δικαιούται να μη συμμορφωθεί προς την επιλογή της ομάδας (η οποία γίνεται με απόφαση της ομάδας), οπότε με ενυπόγραφη δήλωση του, που υποβάλλεται μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία της επιλογής της ομάδας του στον αρμόδιο υπάλληλο της Δημοκρατίας και στους Προέδρους της ελληνικής και της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως, επιλέγει κοινότητα διαφορετική εκείνης την οποία επέλεξε η ομάδα του.

 

Εννοείται ότι σε περίπτωση που η επιλογή, την οποία κάμνει θρησκευτική ομάδα, δεν γίνει αποδεκτή, λόγω του ότι τα μέλη της είναι λιγότερα από τον απαιτούμενο αριθμό, όποιος ανήκει σε τέτοια θρησκευτική ομάδα δικαιούται, μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία της αρνήσεως αποδοχής της επιλογής της ομάδας, να επιλέξει ατομικά την κοινότητα στην οποία επιθυμεί να ανήκει, τηρώντας την προαναφερθείσα διαδικασία.

 

Στην παρούσα παράγραφο «θρησκευτική ομάδα» σημαίνει ομάδα προσώπων, που συνήθως κατοικούν στην Κύπρο, πρεσβεύουν την ίδια θρησκεία και ανήκουν είτε στο ίδιο δόγμα είτε υπόκεινται στη δικαιοδοσία της, των οποίων ο αριθμός κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Συντάγματος υπερβαίνει τους χίλιους, εκ των οποίων πεντακόσιοι τουλάχιστον κατέστησαν υπήκοοι της Δημοκρατίας κατά την αναφερόμενη ημερομηνία.

 

(4) Καθένας που αποκτά την υπηκοότητα της Δημοκρατίας σε χρόνο μεταγενέστερο της παρόδου τριών μηνών από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, ασκεί το δικαίωμα επιλογής που ορίζεται στην τρίτη παράγραφο του παρόντος άρθρου μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία απέκτησε την υπηκοότητα.

 

(5) Έλληνας ή Τούρκος πολίτης της Δημοκρατίας που υπόκειται στις διατάξεις της πρώτης ή της δεύτερης παραγράφου του παρόντος άρθρου, δικαιούται να παύσει να ανήκει στην κοινότητα της οποίας είναι μέλος, και να επιλέξει την άλλη κοινότητα:

 

(α) με την υποβολή ενυπόγραφης δήλωσης για την επιθυμία του αυτή, να μεταβάλει κοινότητα, στον αρμόδιο υπάλληλο της Δημοκρατίας και στους προέδρους της ελληνικής και της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και

 

(β) με την αποδοχή της δήλωσης του από την Κοινοτική Συνέλευση της κοινότητας στην οποία δηλώνει ότι επιθυμεί να ανήκει.

 

(6) Οποιοδήποτε άτομο ή οποιαδήποτε θρησκευτική ομάδα που θεωρείται ότι ανήκει είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική κοινότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, μπορεί να παύσει να ανήκει στη μια από τις κοινότητες και να θεωρείται ότι ανήκει στην άλλη κοινότητα:

 

(α) με την υποβολή ενυπόγραφης έγγραφης δήλωσης για την επιθυμία τέτοιας αλλαγής από το άτομο ή από τη θρησκευτική ομάδα στον αρμόδιο υπάλληλο της Δημοκρατίας και στους Προέδρους της ελληνικής και της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και

 

(β) με την αποδοχή της δήλωσης από την Κοινοτική Συνέλευση της κοινότητας στην οποία δηλώνει ότι επιθυμεί να ανήκει.

 

(7)(α) Η παντρεμένη γυναίκα ανήκει στην κοινότητα του συζύγου της.

 

(β) Το αρσενικό ή θηλυκό άγαμο τέκνο, που δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του, ανήκει στην κοινότητα του πατέρα του. Σε περίπτωση που ο πατέρας είναι άγνωστος και το παιδί δεν έχει υιοθετηθεί, ανήκει στην κοινότητα στην οποία ανήκει η μητέρα του.

 

ΑΡΘΡΟ 3.

 

1. Οι επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας είναι η ελληνική και η τουρκική.

 

2. Νομοθετικές, εκτελεστικές και διοικητικές πράξεις και έγγραφα συντάσσονται και στις δύο επίσημες γλώσσες και εφόσον, με ρητή διάταξη του Συντάγματος, απαιτείται έκδοση, εκδίδονται με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας και στις δύο επίσημες γλώσσες.

 

3. Διοικητικά ή άλλα επίσημα έγγραφα που απευθύνονται σε Έλληνα ή Τούρκο συντάσσονται αντιστοίχως στην ελληνική ή την τουρκική γλώσσα.

 

4. Η ενώπιον δικαστηρίων διαδικασία διεξάγεται και διευθετείται και οι αποφάσεις συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα, αν οι διάδικοι είναι Έλληνες, στην τουρκική γλώσσα, αν οι διάδικοι είναι Τούρκοι, και στις δύο γλώσσες, την ελληνική και την τουρκική, αν οι διάδικοι είναι Έλληνες και Τούρκοι. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με τον κανονισμό που προβλέπεται στο άρθρο 163, καθορίζει αν οποιαδήποτε από τις δύο ή και οι δύο επίσημες γλώσσες χρησιμοποιούνται σε κάθε άλλη περίπτωση.

 

5. Οποιοδήποτε κείμενο καταχωρείται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, δημοσιεύεται στην ίδια έκδοση και στις δύο γλώσσες.

 

6. (α) Κάθε διαφορά μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού κειμένου οποιασδήποτε νομοθετικής, εκτελεστικής ή διοικητικής πράξεως ή εγγράφου που δημοσιεύεται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, επιλύεται από το αρμόδιο δικαστήριο.

 

(β) Το υπερισχύον κείμενο νόμου ή αποφάσεως Κοινοτικής Συνελεύσεως που καταχωρείται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας είναι αυτό που δημοσιεύεται στη γλώσσα της οικείας Κοινοτικής Συνελεύσεως.

 

(γ) Οποιαδήποτε διαφορά που ανακύπτει μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού κειμένου εκτελεστικής ή διοικητικής πράξεως ή εγγράφου, το οποίο, αν και μη δημοσιευμένο στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, έχει αλλιώς δημοσιευθεί, επιλύεται οριστικά με δήλωση του υπουργού ή άλλης οικείας αρχής σχετικά με το υπερισχύον ή ορθό κείμενο.

 

(δ) Το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να παράσχει τη θεραπεία, που κατά την κρίση του είναι δίκαιη, αν προκύψει οποιαδήποτε από τις διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω.

 

7. Επί των νομισμάτων, χαρτονομισμάτων και γραμματοσήμων γίνεται χρήση των δύο επισήμων γλωσσών.

 

8. Καθένας δικαιούται να απευθύνεται προς όλες τις αρχές της Δημοκρατίας σε οποιαδήποτε από τις δύο επίσημες γλώσσες.

 

ΑΡΘΡΟ 4.

 

1. Η Δημοκρατία έχει δική της σημαία ουδετέρου σχεδίου και χρώματος, την οποία επιλέγουν από κοινού ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας.

 

2. Οι αρχές της Δημοκρατίας και οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμός κοινής ωφελείας, που ιδρύεται διά ή σύμφωνα με το νόμο της Δημοκρατίας, αναρτούν τη σημαία της Δημοκρατίας και έχουν το δικαίωμα να αναρτούν κατά τις εορτές ταυτόχρονα, μαζί με τη σημαία της Δημοκρατίας, την ελληνική και την τουρκική σημαία.

 

3. Οι κοινοτικές αρχές και τα ιδρύματα τους έχουν το δικαίωμα να αναρτούν κατά τις εορτές ταυτόχρονα, μαζί με τη σημαία της Δημοκρατίας, την ελληνική ή την τουρκική σημαία.

 

4. Κάθε πολίτης της Δημοκρατίας ή οποιαδήποτε οργάνωση που αποτελεί ή όχι νομικό πρόσωπο (με την εξαίρεση των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου), της οποίας τα μέλη είναι πολίτες της Δημοκρατίας, έχουν το δικαίωμα να αναρτούν επί της κατοικίας ή του καταστήματος τους τη σημαία της Δημοκρατίας ή την ελληνική ή την τουρκική σημαία, χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.

 

ΑΡΘΡΟ 5.

 

Η ελληνική και η τουρκική κοινότητα δικαιούνται να εορτάζουν τις ελληνικές και τις τουρκικές εθνικές εορτές αντιστοίχως.

 

ΜΕΡΟΣ II. ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ

 

ΑΡΘΡΟ 6.

 

Τηρουμένων των ρητών διατάξεων του Συντάγματος, κανένας νόμος και καμιά απόφαση της Βουλής ή οποιασδήποτε των Κοινοτικών Συνελεύσεων καθώς και καμιά πράξη ή απόφαση οποιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου στη Δημοκρατία που ασκεί εκτελεστική εξουσία ή διοικητικό λειτούργημα δεν θα υποβάλλει σε δυσμενή διάκριση οποιαδήποτε από τις δύο

κοινότητες ή οποιοδήποτε άτομο ως άτομο ή υπό την ιδιότητα του

ως μέλους κοινότητας.

 

ΑΡΘΡΟ 7.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα ζωής και σωματικής ακεραιότητας.

 

2. Κανένας δεν αποστερείται της ζωής του, εκτός αν πρόκειται για την εκτέλεση ποινής που επιβάλλεται με απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου για αδίκημα, για το οποίο προβλέπεται από τον νόμο η ποινή αυτή. Νόμος μπορεί να προβλέψει τέτοια ποινή μόνο στις περιπτώσεις φόνου εκ προμελέτης, εσχάτης προδοσίας, πειρατείας κατά το διεθνές δίκαιον και για αδικήματα τιμωρούμενα με ποινή θανάτου σύμφωνα με τον στρατιωτικό ποινικό νόμο.

 

3. Η αποστέρηση της ζωής δεν θεωρείται παράβαση του παρόντος άρθρου, εφόσον προέρχεται από τη χρήση της απολύτως αναγκαίας βίας, όταν και όπως ο νόμος ορίζει:

 

(α) σε περίπτωση άμυνας προσώπου ή περιουσίας για την αποτροπή ανάλογου και διαφορετικά αναπότρεπτου και ανεπανόρθωτου κακού,

(β) για διενέργεια συλλήψεως ή για παρεμπόδιση αποδράσεως ατόμου που κρατείται νόμιμα,

(γ) για πράξη που γίνεται με σκοπό την καταστολή ταραχών ή στάσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 8.

 

Κανένας δεν υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική τιμωρία ή μεταχείριση.

 

ΑΡΘΡΟ 9.

 

Καθένας έχει το δικαίωμα για αξιοπρεπή διαβίωση και κοινωνική ασφάλεια. Ο νόμος θα προβλέψει για την προστασία των εργατών, αρωγή προς τους πτωχούς και σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων.

 

ΑΡΘΡΟ 10.

 

1. Κανένας δεν τελεί σε κατάσταση δουλείας ή υποτέλειας.

 

2. Κανένας δεν εξαναγκάζεται σε εκτέλεση αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας.

 

3. Ο όρος «αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία» στο παρόν άρθρο δεν περιλαμβάνει:

 

(α) οποιαδήποτε εργασία που επιβάλλεται κατά την κανονική διάρκεια της κρατήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Συντάγματος ή κατά τη διάρκεια της υπό όρο απολύσεως από τέτοια κράτηση,

(β) οποιαδήποτε υπηρεσία στρατιωτικού χαρακτήρα που τυχόν επιβάλλεται ή (προκειμένου για όσους εναντιώνονται σ' αυτήν κατά συνείδηση και υπό την προϋπόθεση της αναγνωρίσεως τους από τον νόμο) υπηρεσία που επιβάλλεται αντί της στρατιωτικής υποχρεωτικής υπηρεσίας, και

(γ) οποιαδήποτε υπηρεσία που επιβάλλεται σε περίπτωση καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης ή συμφοράς που απειλεί τη ζωή ή την ευημερία του λαού.

 

ΑΡΘΡΟ 11.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας.

 

2. Κανένας δεν στερείται της ελευθερίας του, παρά μόνο όταν και όπως ο νόμος ορίζει στις περιπτώσεις:

 

(α) κρατήσεως ατόμου μετά την καταδίκη του από αρμόδιο δικαστήριο,

(β) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου λόγω μη συμμορφώσεως προς νόμιμη διαταγή δικαστηρίου,

(γ) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου η οποία διενεργείται με σκοπό την προσαγωγή του ενώπιον της αρμόδιας κατά νόμον αρχής, με την εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε αδίκημα ή όταν η σύλληψη ή κράτηση θεωρηθεί ευλόγως αναγκαία ώστε να παρεμποδιστεί διάπραξη αδικήματος ή απόδραση μετά τη διάπραξή του,

(δ) περιορισμού ανηλίκου δυνάμει νομίμου διαταγής με σκοπό την αναμορφωτική επίβλεψη ή νομίμου κρατήσεως με σκοπό την προσαγωγή του ενώπιον της αρμόδιας κατά νόμον αρχής,

(ε) περιορισμού ατόμων για παρεμπόδιση επεκτάσεως μεταδοτικών ασθενειών, ατόμων ασθενών διανοητικώς, αλκοολικών, τοξικομανών ή αλητών, και

(στ) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου για παρεμπόδιση της εισόδου του χωρίς άδεια στο έδαφος της Δημοκρατίας, ή αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες με σκοπό την απέλαση ή έκδοση.

 

3. Με την εξαίρεση του αυτοφώρου αδικήματος που τιμωρείται με θάνατο ή φυλάκιση, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, κανένας δεν συλλαμβάνεται, εκτός κατόπιν αιτιολογημένου δικαστικού εντάλματος, που εκδίδεται σύμφωνα με τους τύπους που προδιαγράφει ο νόμος.

 

4. Καθένας που συλλαμβάνεται πληροφορείται κατά τη στιγμή της συλλήψεως του, σε καταληπτή από αυτόν γλώσσα, τους λόγους της συλλήψεώς του και δικαιούται να τύχει των υπηρεσιών συνηγόρου της εκλογής του.

 

5. Ο συλληφθείς προσάγεται ενώπιον του δικαστή όσο το δυνατόν συντομότερα μετά τη σύλληψη του, πάντως δε το αργότερο μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες από της συλλήψεως, εφόσον δεν αφεθεί πιο πριν ελεύθερος.

 

6. Ο δικαστής, ενώπιον του οποίου προσήχθη ο συλληφθείς, προχωρεί γρήγορα στη διερεύνηση των λόγων της συλλήψεως σε γλώσσα καταληπτή από τον συλληφθέντα και όσο το δυνατό συντομότερα, πάντως δε το αργότερο μέσα σε τρεις μέρες από την προσαγωγή, ή απολύει τον συλληφθέντα υπό τους όρους που κατά την κρίση του είναι οι κατάλληλοι, ή διατάσσει την κράτηση του όταν η ανάκριση περί της διαπράξεως του αδικήματος για το οποίο συνελήφθη δεν συμπληρώθηκε, και μπορεί να διατάσσει κάθε φορά την κράτηση του για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τις οκτώ μέρες. Ο συνολικός όμως χρόνος της κράτησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία της συλλήψεως, μετά την παρέλευση των οποίων κάθε άτομο ή αρχή, που έχει υπό κράτηση τον συλληφθέντα, τον απολύει αμέσως. Κάθε απόφαση του δικαστή, σύμφωνα με τα πιο πάνω, υπόκειται σε έφεση.

 

7. Καθένας που στερείται της ελευθερίας του με σύλληψη ή κράτηση δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, για να κρίνει γρήγορα τη νομιμότητα της κρατήσεως και να διατάξει την απόλυσή του, αν η κράτηση δεν είναι νόμιμη.

 

8. Ο συλληφθείς ή κρατηθείς κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου έχει αγώγιμο δικαίωμα προς αποζημίωση.

 

ΑΡΘΡΟ 12.

 

1. Κανένας δεν κηρύσσεται ένοχος οποιουδήποτε αδικήματος λόγω πράξεως ή παραλείψεως που δεν συνιστά αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τελέσεως της, και δεν επιβάλλεται σε κανένα για κάποιο αδίκημα ποινή βαρύτερη από εκείνην που ρητά προβλέπει ο νόμος ο οποίος ισχύει κατά τον χρόνο της τελέσεως.

 

2. Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται για δεύτερη φορά για το ίδιο αδίκημα. Κανένας δεν τιμωρείται για δεύτερη φορά για την ίδια πράξη ή παράλειψη, εκτός αν προκλήθηκε θάνατος συνεπεία αυτής.

 

3. Ο νόμος δεν μπορεί να προβλέψει ποινή δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του αδικήματος.

 

4. Ο κατηγορούμενος για κάποιο αδίκημα θεωρείται αθώος, μέχρις ότου αποδειχθεί ένοχος σύμφωνα με τον νόμο.

 

5. Κάθε κατηγορούμενος για κάποιο αδίκημα έχει τα ακόλουθα, κατ' ελάχιστον όρο, δικαιώματα:

 

(α) να πληροφορηθεί σε καταληπτή απ' αυτόν γλώσσα αμέσως και λεπτομερώς τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας που αποδίδεται σ' αυτόν,

(β) να έχει επαρκή χρόνο και διευκόλυνση για την προπαρασκευή της υπερασπίσεως του,

(γ) να υπερασπίζει τον εαυτό του αυτοπροσώπως ή με συνήγορο της εκλογής του ή, εφόσον δεν έχει επαρκή μέσα για αμοιβή του συνηγόρου, να παρέχεται σ' αυτόν δωρεάν νομική αρωγή, όταν τούτο επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης,

(δ) να εξετάζει ή να προκαλεί την εξέταση μαρτύρων κατηγορίας και να ζητεί την προσέλευση και εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν ως προς τους μάρτυρες κατηγορίας,

(ε) να έχει δωρεάν συμπαράσταση διερμηνέως, εφ' όσον δεν μπορεί να κατανοήσει ή να μιλά τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο δικαστήριο.

 

6. Η ποινή της γενικής δημεύσεως της περιουσίας απαγορεύεται.

 

ΑΡΘΡΟ 13.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης εντός του εδάφους της Δημοκρατίας και διαμονής σε οποιοδήποτε τμήμα της, υποκείμενος στους περιορισμούς που επιβάλλει ο νόμος και κρινόμενους ως αναγκαίους μόνο για τη ν άμυνα ή τη δημόσια υγεία, ή τους περιορισμούς που προβλέπονται ως ποινή επιβαλλόμενη από το αρμόδιο δικαστήριο.

 

2. Καθένας έχει το δικαίωμα να εγκαταλείψει μόνιμα ή προσωρινά το έδαφος της Δημοκρατίας, υποκείμενος στους εύλογους περιορισμούς που θέτει ο νόμος.

 

ΑΡΘΡΟ 14.

 

Κανενός πολίτη δεν απαγορεύεται η είσοδος στη Δημοκρατία ούτε και επιτρέπεται η εξορία υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις.

 

ΑΡΘΡΟ 15.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα η ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή να τυγχάνει σεβασμού.

 

2. Δεν χωρεί επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός αν είναι σύμφωνη με τον νόμο και αναγκαία μόνο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που το Σύνταγμα εγγυάται σε κάθε άτομο.

 

ΑΡΘΡΟ 16.

 

1. Η κατοικία καθενός είναι απαραβίαστη.

 

2. Η είσοδος σε οποιαδήποτε κατοικία ή οποιαδήποτε έρευνα εντός αυτής δεν επιτρέπεται, εκτός όταν και όπως ο νόμος ορίζει και κατόπιν δικαστικού εντάλματος δεόντως αιτιολογημένου ή όταν η είσοδος γίνεται με τη ρητή συναίνεση του ενοίκου ή με σκοπό τη διάσωση θυμάτων οποιουδήποτε αδικήματος βίας ή οποιασδήποτε καταστροφής.

 

ΑΡΘΡΟ 17.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα σεβασμού και διασφαλίσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας καθώς και κάθε άλλης επικοινωνίας του, εφόσον η επικοινωνία αυτή διεξάγεται με μέσα που δεν απαγορεύονται από τον νόμο.

 

2. Δεν επιτρέπεται επέμβαση κατά την ενάσκηση του δικαιώματος αυτού, παρά μόνο σύμφωνα με τον νόμο και μόνο σε περιπτώσεις ατόμων που βρίσκονται σε φυλάκιση ή προφυλάκιση, ή και σε περίπτωση επαγγελματικής αλληλογραφίας και επί κοινωνίας του πτωχεύσαντος κατά τη διάρκεια της διοικήσεως της περιουσίας του.

 

ΑΡΘΡΟ 18.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα ελευθερίας σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας.

 

2. Όλες οι θρησκείες, των οποίων τα δόγματα και οι ιεροτελεστίες δεν είναι μυστικές, είναι ελεύθερες.

 

3. Όλες οι θρησκείες είναι ίσες ενώπιον του νόμου.

 

Χωρίς να θίγεται η κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητα των Κοινοτικών Συνελεύσεων, καμιά νομοθετική, εκτελεστική ή διοικητική πράξη της Δημοκρατίας δεν μπορεί να κάμει δυσμενή διάκριση εις βάρος οποιουδήποτε θρησκευτικού ιδρύματος ή θρησκείας.

 

4. Καθένας είναι ελεύθερος και έχει το δικαίωμα να πρεσβεύει την πίστη του και να εκδηλώνει τη θρησκεία ή τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις διά της λατρείας, διδασκαλίας, ασκήσεως ή τηρήσεως των τύπων είτε ατομικά είτε συλλογικά κατ' ιδίαν ή δημοσίως και να μεταβάλλει τη θρησκεία ή τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

 

5. Η χρήση φυσικής ή ηθικής βίας με σκοπό να εξαναγκασθεί το άτομο να μεταβάλει τη θρησκεία του ή να εμποδισθεί να την μεταβάλει, απαγορεύεται.

 

6. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή της θρησκευτικής πεποιθήσεως υπόκειται μόνο στους περιορισμούς που προδιαγράφονται από τον νόμο και είναι αναγκαίοι προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών που το Σύνταγμα εγγυάται σε κάθε άτομο.

 

7. Μέχρι της συμπληρώσεως του δέκατου έκτου έτους της ηλικίας, η απόφαση για τη θρησκεία που θα ακολουθήσει το άτομο λαμβάνεται από αυτόν που έχει τη νόμιμη επιμέλειά του.

 

8. Κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί να πληρώσει οποιοδήποτε φόρο ή τέλος, των οποίων οι πρόσοδοι έχουν διατεθεί ειδικά, στο σύνολο τους ή μερικώς, για σκοπούς που ανάγονται σε θρησκεία διαφορετική από τη δική του.

 

ΑΡΘΡΟ 19.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της εκφράσεως με οποιοδήποτε τρόπο.

 

2. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης, της λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών και ιδεών χωρίς επέμβαση οποιασδήποτε αρχής και ανεξαρτήτως συνόρων.

 

3. Η ενάσκηση των δικαιωμάτων, τα οποία αφορά η πρώτη και δεύτερη παράγραφος του παρόντος άρθρου, μπορεί να υποβληθεί σε διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή ποινές που προδιαγράφονται από τον νόμο και είναι αναγκαίοι μόνο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της-δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή για προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων ή για παρεμπόδιση της αποκαλύψεως πληροφοριών που ελήφθησαν εμπιστευτικώς ή για τη διατήρηση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.

 

4. Η κατάσχεση εφημερίδων ή άλλων εντύπων δεν επιτρέπεται χωρίς έγγραφη άδεια του γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η οποία πρέπει να επικυρωθεί με απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε εβδομήντα δύο ώρες το αργότερο, σε περίπτωση δε μη επικυρώσεως αίρεται η κατάσχεση.

 

5. Τίποτε από όσα διαλαμβάνονται στο παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τη Δημοκρατία να απαιτεί την έκδοση άδειας ή λειτουργίας επιχειρήσεων ραδιοφωνικών ή κινηματογραφικών ή τηλεοράσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 20.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα να εκπαιδεύεται και κάθε άτομο ή ίδρυμα έχει το δικαίωμα να παρέχει εκπαίδευση τηρουμένων των διατυπώσεων, όρων και περιορισμών που επιβάλλονται από τον οικείο κοινοτικό νόμο και είναι αναγκαίοι μόνο για το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή του βαθμού και της ποιότητας της παιδείας ή για προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος των γονέων να διασφαλίζουν για τα παιδιά τους εκπαίδευση που να συνάδει προς τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

 

2. Με φροντίδα της ελληνικής και της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως η στοιχειώδης εκπαίδευση θα καταστεί προσιτή δωρεάν στα αντίστοιχα κοινοτικά σχολεία της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως.

 

3. Η στοιχειώδης εκπαίδευση είναι υποχρεωτική για όλους τους πολίτες που έχουν συμπληρώσει την απαιτούμενη ηλικία, όπως θα ορίσει ο οικείος κοινοτικός νόμος.

 

4. Με φροντίδα της ελληνικής και της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως θα καταστεί προσιτή, πλην της στοιχειώδους, και η περαιτέρω εκπαίδευση σε ενδεδειγμένα και άξια υποστηρίξεως άτομα, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα ορίσει ο οικείος κοινοτικός νόμος.

 

ΑΡΘΡΟ 21.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα για πραγματοποίηση ειρηνικής συγκεντρώσεως.

 

2. Καθένας έχει το δικαίωμα να συνεταιρίζεται με άλλους, περιλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως συντεχνιών και προσχωρήσεως σε αυτές για προστασία των συμφερόντων του. Παρά τους περιορισμούς που περιέχονται στην τρίτη παράγραφο του παρόντος άρθρου, κανένας δεν εξαναγκάζεται να προσχωρήσει σε οποιοδήποτε συνεταιρισμό ή να συνεχίσει να μετέχει σ' αυτόν ως μέλος.

 

3. Κανένας άλλος περιορισμός δεν επιβάλλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών εκτός από εκείνους που καθορίζονται από τον νόμο και που είναι απόλυτα αναγκαίοι μόνο για το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυάται το παρόν Σύνταγμα σε κάθε άτομο, είτε το άτομο αυτό μετέχει σε τέτοια συγκέντρωση ή είναι μέλος τέτοιου συνεταιρισμού, είτε όχι.

 

4. Απαγορεύεται κάθε συνεταιρισμός που έχει αντικείμενο ή δράση αντίθετη προς τη συνταγματική τάξη.

 

5. Ο νόμος μπορεί να υποβάλει σε περιορισμούς την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών από πρόσωπα που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία ή τη χωροφυλακή.

 

6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επίσης επί συστάσεως εταιρειών κάθε είδους και άλλων κερδοσκοπικών συνεταιρισμών, τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου που ρυθμίζει τα της ιδρύσεως ή τα της κτήσεως της νομικής προσωπικότητας, τα των μετεχόντων μελών, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους, τα της διαχειρίσεως και διοικήσεως και τα της εκκαθαρίσεως και διαλύσεως τους.

 

ΑΡΘΡ0 22.

 

1. Καθένας που έχει συμπληρώσει την προς γάμον ηλικία είναι ελεύθερος να συνάψει γάμο και να ιδρύσει οικογένεια σύμφωνα με το δίκαιον περί γάμου το εφαρμοστέο για κάθε άτομο, δυνάμει των διατάξεων του Συντάγματος.

 

2. Οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ως ακολούθως στις επόμενες περιπτώσεις:

 

(α) αν το δίκαιον περί γάμου το εφαρμοστέο και για τους δύο μελλονύμφους, όπως ορίζεται στο άρθρο 111, δεν είναι το ίδιο, οι μελλόνυμφοι μπορούν να επιλέξουν, όπως ο γάμος τους διέπεται από το δίκαιον το εφαρμοστέο για τον ένα από αυτούς, σύμφωνα με το αναφερόμενο άρθρο,

(β) αν οι διατάξεις του άρθρου 111 δεν είναι εφαρμοστέες για τους μελλονύμφους και κανένας από αυτούς δεν είναι μέλος της τουρκικής κοινότητας, ο γάμος τους διέπεται από νόμο της Δημοκρατίας, ψηφιζόμενο από τη Βουλή, ο οποίος δεν μπορεί να περιλαμβάνει περιορισμούς άλλους πλην όσων αφορούν την ηλικία, την υγεία, τον βαθμό συγγένειας και την απαγόρευση της πολυγαμίας,

(γ) αν οι διατάξεις του άρθρου 111 είναι εφαρμοστέες μόνο για τον ένα από τους μελλονύμφους και ο άλλος από αυτούς δεν είναι μέλος της τουρκικής κοινότητας, ο γάμος διέπεται από νόμο της Δημοκρατίας, όπως ορίζεται στο εδάφιο (β) της παρούσης παραγράφου, τηρουμένου του όρου ότι οι μελλόνυμφοι μπορούν να επιλέξουν όπως ο γάμος τους διέπεται από το δίκαιον το εφαρμοστέο σύμφωνα με το άρθρο 111 για τον ένα από αυτούς, εφόσον αυτό επιτρέπει τέτοιο γάμο.

 

3. Τίποτε από όσα περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα, εκτός από αυτά που αναφέρονται στον γάμο, της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως προς τους ανήκοντες α' αυτήν ή οποιασδήποτε θρησκευτικής ομάδας, για την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2 ως προς τα μέλη αυτής, όπως ορίζεται στο Σύνταγμα.

 

ΑΡΘΡΟ 23.

 

1. Καθένας, μόνος ή από κοινού με άλλους, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχει, απολαμβάνει ή διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία και δικαιούται να απαιτεί τον σεβασμό του δικαιώματος του αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.

 

2. Στέρηση ή περιορισμός οποιουδήποτε τέτοιου δικαιώματος δεν μπορεί να επιβληθεί, παρά μόνο όπως προβλέπεται από το παρόν άρθρο.

 

3. Η άσκηση τέτοιου δικαιώματος μπορεί να υποβληθεί διά νόμου σε όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απόλυτα απαραίτητους για το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οποιασδήποτε ιδιοκτησίας για προάγω γή της δημόσιας ωφέλειας ή για προστασία των δικαιωμάτων τρίτων.

 

Για κάθε τέτοιον όρο, δέσμευση ή περιορισμό, που μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία αυτής της ιδιοκτησίας, πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δυνατό δίκαιη αποζημίωση, που καθορίζεται, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο.

 

4. Οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία ή οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον σε τέτοια ιδιοκτησία μπορεί να απαλλοτριωθεί αναγκαστικά από τη Δημοκρατία ή από τη δημοτική αρχή, καθώς και από Κοινοτική Συνέλευση υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων που υπόκεινται στην αρμοδιότητα της και μόνο εις βάρος ατόμων που ανήκουν στην αντίστοιχη κοινότητα, καθώς επίσης και από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμό κοινής ωφέλειας, προς τους οποίους έχει παραχωρηθεί τέτοιο δικαίωμα από τον νόμο και ειδικά μόνο:

 

(α) για εξυπηρέτηση σκοπού δημόσιας ωφέλειας, που θα καθοριστεί ειδικά με γενικό νόμο περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ο οποίος πρέπει να θεσπισθεί μέσα σε ένα χρόνο από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος,

(β) με εξειδίκευση του σκοπού αυτού, με αιτιολογημένη απόφαση της απαλλοτριούσης αρχής, που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και περιλαμβάνει σαφώς τους λόγους της απαλλοτριώσεως και

(γ) με την καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης που καθορίζεται, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο.

 

5. Οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία (ή δικαίωμα ή συμφέρον σε τέτοια ιδιοκτησία), που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τον σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε. Αν μέσα σε τρία χρόνια από την απαλλοτρίωση δεν καταστεί εφικτός ο σκοπός αυτός, η απαλλοτριώσασα αρχή, αμέσως μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής των τριών χρόνων υποχρεούται να προσφέρει την ιδιοκτησία, με καταβολή της τιμής κτήσεως, στο άτομο από το οποίο την απαλλοτρίωσε. Το άτομο αυτό δικαιούται μέσα σε τρεις μήνες από τη λήψη της προσφοράς να γνωστοποιήσει την αποδοχή της ή όχι. Εφόσον γνωστοποιήσει ότι αποδέχεται την προσφορά, η ιδιοκτησία επιστρέφεται ευθύς όταν αποδοθεί από το άτομο το τίμημα εντός περαιτέρω προθεσμίας τριών μηνών από την αποδοχή.

 

6. Σε περίπτωση αγροτικής μεταρρυθμίσεως οι γαίες διανέμονται μόνο σε άτομα ανήκοντα στην κοινότητα στην οποία ανήκει και ο ιδιοκτήτης των γαιών που έχουν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά.

 

7. Η τρίτη και τέταρτη παράγραφος του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή προκειμένου περί διατάξεων οποιουδήποτε νόμου περί αναγκαστικής εκτελέσεως σε σχέση με οποιοδήποτε φόρο ή ποινή, περί αναγκαστικής εκτελέσεως οποιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως ή περί αναγκαστικής εκτελέσεως συμβατικών υποχρεώσεων ή περί παρεμποδίσεως κινδύνου που απειλεί τη ζωή ή την ιδιοκτησία.

 

8. Οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία μπορεί να επιταχθεί από τη Δημοκρατία ή από Κοινοτική Συνέλευση υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων που υπόκεινται στην αρμοδιότητα της και εφόσον ο ιδιοκτήτης και το δικαιούμενο κατοχής της ιδιοκτησίας άτομο ανήκουν στην αντίστοιχη κοινότητα και ειδικά μόνο:

 

(α) για εξυπηρέτηση σκοπού δημόσιας ωφέλειας, που θα καθοριστεί ειδικά με γενικό νόμο περί επιτάξεων ο οποίος θα θεσπισθεί μέσα σε ένα χρόνο από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος,

(β) με εξειδίκευση του σκοπού αυτού, με αιτιολογημένη απόφαση της αρχής που επιβάλλει την επίταξη· η απόφαση εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και περιλαμβάνει σαφώς τους λόγους της επιτάξεως,

(γ) για περίοδο που δεν υπερβαίνει την τριετία, και

(δ) με την καταβολή τοις μετρητοίς, το ταχύτερο δυνατό, δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης που καθορίζεται, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο.

 

9. Δεν επιβάλλεται, ωστόσο, καμιά αποστέρηση ή όρος, περιορισμός ή δέσμευση του δικαιώματος που προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου πάνω σε οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε οποιαδήποτε επισκοπή, μοναστήρι, ναό ή οποιοδήποτε άλλο εκκλησιαστικό οργανισμό, ούτε οποιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επ’αυτής, παρά μόνο με την έγγραφη συναίνεση της αρμόδιας εκκλησιαστικής

αρχής που έχει τον έλεγχο της ιδιοκτησίας αυτής. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρονται οι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλην των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τέταρτης, έβδομης και όγδοης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

 

10. Δεν επιβάλλεται, ωστόσο, καμία αποστέρηση ή όρος, περιορισμός ή δέσμευση οποιουδήποτε δικαιώματος που προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου πάνω σε οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη βακουφική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει τα αντικείμενα και τα υποκείμενα των βακουφιών και των ιδιοκτησιών που ανήκουν στα τεμένη ή οποιαδήποτε άλλα μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα, ούτε οποιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επ'αυτών, παρά μόνο με την έγκριση της Τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και σύμφωνα με τους νόμους αι τις αρχές των βακουφιών. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρονται οι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλην των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τέταρτης, έβδομης και όγδοης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

 

11. Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο σε σχέση προς οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ή σε εφαρμογή αυτών, η δε προσφυγή αυτή αναστέλλει τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. Σε περίπτωση οποιουδήποτε όρου, περιορισμού ή δεσμεύσεως σε εφαρμογή της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, το δικαστήριο μπορεί να διατάσσει αναστολή οποιασδήποτε σχετικής διαδικασίας. Κάθε απόφαση δικαστηρίου που εκδίδεται σε εφαρμογή της παρούσης παραγράφου, υπόκειται σε έφεση.

 

ΑΡΘΡΟ 24.

 

1. Καθένας υποχρεούται να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεών του.

 

2. Καμιά τέτοια συνεισφορά με καταβολή φόρου, τέλους ή εισφοράς οποιασδήποτε φύσεως δεν επιβάλλεται, παρά μόνο διά νόμου και με εξουσιοδότηση νόμου.

 

3. Κανένας φόρος, τέλος ή εισφορά οποιασδήποτε φύσεως δεν επιβάλλεται αναδρομικά. Εισαγωγικοί δασμοί μπορούν να επιβάλλονται από την ημερομηνία της καταθέσεως της σχετικής προτάσεως νόμου ή νομοσχεδίου.

 

4. Κανένας φόρος, τέλος ή εισφορά οποιασδήποτε φύσεως, με την εξαίρεση των τελωνειακών δασμών, δεν μπορεί να είναι καταστρεπτικής ή απαγορευτικής φύσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 25.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή να επιδίδεται σε οποιαδήποτε απασχόληση, εμπόριο ή επικερδή εργασία.

 

2. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού μπορεί να υπαχθεί στους όρους, περιορισμούς ή διατυπώσεις που τίθενται από τον νόμο και αναφέρονται αποκλειστικά στα συνήθως απαιτούμενα για την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος προσόντα, ή που είναι απαραίτητοι μόνο για το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών που το Σύνταγμα εγγυάται σε οποιοδήποτε άτομο, ή για το δημόσιο συμφέρον, υπό τον όρο ότι διατυπώσεις, όροι και περιορισμοί δεν θα τίθενται διά νόμου κατ' επίκληση του δημοσίου συμφέροντος εφόσον είναι αντίθετοι προς τα συμφέροντα οποιασδήποτε από τις δύο κοινότητες.

 

3. Κατ' εξαίρεση των προαναφερομένων διατάξεων του παρόντος άρθρου ο νόμος μπορεί να ορίσει, εφόσον τούτο συνάδει προς το δημόσιο συμφέρον, ότι ορισμένες επιχειρήσεις που παρέχουν ουσιώδη δημόσια υπηρεσία ή είναι σχετικές με την εκμετάλλευση των πηγών ενεργείας ή άλλων φυσικών πόρων θα ασκούνται αποκλειστικά από τη Δημοκρατία ή από δήμο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που ιδρύεται για τον σκοπό αυτό με τον ανωτέρω νόμο και διοικείται υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας, και του οποίου το κεφάλαιο μπορεί να προέρχεται από δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους ή μόνο από μια εκ των πηγών αυτών.

 

Εφόσον όμως τέτοια επιχείρηση ασκείτο από οποιοδήποτε άτομο, πλην δήμου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, οι εγκαταστάσεις που χρησιμοποιήθηκαν για τέτοια επιχείρηση, με αίτηση του ενδιαφερομένου, εξαγοράζονται με την καταβολή δικαίου τιμήματος από τη Δημοκρατία ή τον δήμο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ανάλογα με την περίπτωση.

 

ΑΡΘΡΟ 26.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Αυτό υπόκειται σε όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις που τίθενται πάνω στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θα προβλέψει για την πρόληψη εκμεταλλεύσεως από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ.

 

2. Νόμος μπορεί να ρυθμίσει τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τους εργοδότες και τους εργαζόμενους, προστατεύοντας επαρκώς τα δικαιώματα οποιουδήποτε ατόμου άσχετα με την αντιπροσώπευση του κατά τη σύναψη τέτοιας συμβάσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 27.

 

1. Το δικαίωμα της απεργίας αναγνωρίζεται και η άσκηση του μπορεί να ρυθμισθεί από τον νόμο με τον σκοπό μόνο της προστασίας της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημόσιας τάξεως ή της δημόσιας ασφάλειας ή της διατηρήσεως των εφοδίων και υπηρεσιών που είναι απαραίτητα για τη ζωή του λαού, ή της προστασίας των δικαίωμα των και ελευθεριών που το Σύνταγμα εγγυάται σε οποιοδήποτε άτομο.

 

2. Πρόσωπα που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία και την χωροφυλακή δεν έχουν το δικαίωμα της απεργίας. Νόμος μπορεί να επεκτείνει την απαγόρευση αυτή και στους δημοσίους υπαλλήλους.

 

ΑΡΘΡΟ 28.

 

1. Όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχουν ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.

 

2. Καθένας απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα και ελευθερίες που προβλέπει το Σύνταγμα۠ χωρίς καμιά δυσμενή διάκριση, άμεση ή έμμεση, εις βάρος οποιουδήποτε ατόμου εξαιτίας της κοινότητας, της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, της γλώσσας, του φύλου, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, της γεννήσεως, του πλούτου, της κοινωνικής του τάξεως ή εξαιτίας οποιουδήποτε άλλου λόγου, εκτός αν ορίζεται το αντίθετο με ρητή διάταξη του Συντάγματος.

 

3. Κανένας πολίτης δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί τίτλο ευγενείας ή κοινωνικής διακρίσεως ή να απολαμβάνει οποιοδήποτε προνόμιο από τη διάκριση αυτή μέσα στα εδαφικά όρια της Δημοκρατίας.

 

4. Κανένας τίτλος ευγενείας ή άλλης κοινωνικής διακρίσεως δεν απονέμεται ούτε αναγνωρίζεται στη Δημοκρατία.

 

ΑΡΘΡΟ 29.

 

1. Καθένας έχει το δικαίωμα ατομικά ή μαζί με άλλους να υποβάλλει έγγραφες αιτήσεις ή παράπονα προς οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, δικαιούμενος ν' απαιτήσει όπως αυτή επιληφθεί των αιτήσεων ή παραπόνων και αποφασίσει γρήγορα. Η απόφαση της αρχής αυτής, δεόντως αιτιολογημένη, γνωστοποιείται εγγράφως αμέσως σ' αυτόν που υπέβαλε την αίτηση ή τα παράπονα, εν πάση περιπτώσει εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τις τριάντα μέρες.

 

2. Εφόσον ο ενδιαφερόμενος δεν ικανοποιείται από την απόφαση, ή όταν καμιά απόφαση δεν του γνωστοποιείται εντός της καθορισμένης (στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου) προθεσμίας, μπορεί ο ενδιαφερόμενος να φέρει ενώπιον δικαστηρίου, με προσφυγή, την υπόθεση την οποία αφορά η αίτηση ή το παράπονο του.

 

ΑΡΘΡΟ 30.

 

1. Σε κανένα δεν μπορεί να απαγορευθεί η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, στο οποίο δικαιούται να προσφύγει δυνάμει του Συντάγματος. Η σύσταση δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οποιοδήποτε όνομα απαγορεύεται.

 

2. Καθένας, κατά τη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οποιασδήποτε ποινικής κατηγορίας εναντίον του, δικαιούται ανεπηρέαστης δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερόληπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυόμενου διά νόμου.

 

Οι αποφάσεις των δικαστηρίων πρέπει να ει ναι αιτιολογημένες και να απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση· όμως ο τύπος και το κοινό μπορούν ν' αποκλειστούν από ολόκληρη τη δίκη ή μέρος της, με απόφαση του δικαστηρίου, όταν απαιτεί τούτο το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημόσιας τάξεως ή της δημόσιας ασφάλειας ή των δημοσίων ηθών ή το συμφέρον των ανηλίκων ή η προστασία της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων ή υπό ειδικές συνθήκες, κατά τις οποίες, σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου, η δημοσιότητα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς το συμφέρον της δικαιοσύνης.

 

3. Καθένας έχει το δικαίωμα:

 

(α) να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου,

(β) να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του δικαστηρίου και να έχει επαρκή χρόνο για την προπαρασκευή τους,

(γ) να προσάγει ή να προκαλεί την προσαγωγή των μέσων αποδείξεως και να εξετάζει μάρτυρες σύμφωνα με τον νόμο,

(δ) να έχει συνήγορο της εκλογής του και να έχει δωρεάν νομική αρωγή, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το απαιτεί και όπως ο νόμος ορίζει,

(ε) να έχει δωρεάν συμπαράσταση διερμηνέως, εφόσον δεν μπορεί να κατανοεί ή μιλά τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο δικαστήριο.

 

ΑΡΘΡΟ 31.

 

Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και οποιωνδήποτε ψηφιζομένων (δυνάμει του Συντάγματος) εκλογικών νόμων της Δημοκρατίας ή της αρμόδιας Κοινοτικής Συνελεύσεως, κάθε πολίτης δικαιούται να ψηφίζει σε οποιαδήποτε εκλογή που διενεργείται σύμφωνα με το Σύνταγμα και οποιοδήποτε τέτοιο νόμο.

 

ΑΡΘΡΟ 32.

 

Τίποτε από όσα διαλαμβάνονται στο παρόν μέρος δεν εμποδίζει τη Δημοκρατία να ρυθμίσει διά νόμου οποιοδήποτε θέμα σχετικό προς τους αλλοδαπούς κατά τρόπο που συνάδει προς το διεθνές δίκαιον.

 

ΑΡΘΡΟ 33.

 

1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος, των σχετικών προς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες που είναι εγγυημένα από το παρόν μέρος, δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε άλλο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, πλην αυτών που ορίζονται στο παρόν μέρος.

 

2. Οι διατάξεις του παρόντος μέρους που αναφέρονται σε τέτοιους όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς πρέπει να ερμηνεύονται στενώς και να μη εφαρμόζονται για σκοπό διαφορετικό από εκείνο για τον οποίο θεσπίσθηκαν.

 

ΑΡΘΡΟ 34.

 

Τίποτε από όσα διαλαμβάνονται στο παρόν μέρος δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι παρέχει οποιοδήποτε δικαίωμα σε οποιαδήποτε κοινότητα, ομάδα ή άτομο να επιδοθεί σε οποιαδήποτε δράση ή εκτέλεση οποιασδήποτε πράξεως που αποσκοπεί στην υπονόμευση ή την κατάργηση της συνταγματικής τάξεως που καθιδρύεται από το Σύνταγμα ή τη ν κατάργηση οποιουδήποτε από τα δικαιώματα ή ελευθερίες που καθορίζονται στο παρόν μέρος, ή τον περιορισμό τους σε βαθμό μεγαλύτερο από τον οριζόμενο στο παρόν μέρος.

 

ΑΡΘΡΟ 35.

 

Οι νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος μέρους, κάθε μια εντός των ορίων της αρμοδιότητάς της.

 

ΜΕΡΟΣ III - ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

 

ΑΡΘΡΟ 36.

 

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο Αρχηγός της Πολιτείας και προηγείται όλων στη Δημοκρατία. Ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο Υπαρχηγός της Πολιτείας και προηγείται όλων στη Δημοκρατία, μετά του Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναπληρούται ή αντικαθίσταται στην άσκηση του λειτουργήματος του σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή προσωρινού κωλύματος, όπως ορίζεται στη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου.

 

2. Σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή προσωρινού κωλύματος του Προέδρου της Δημοκρατίας ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, και για όσο χρόνο διαρκούν αυτά, ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Βουλής και, σε περίπτωση απουσίας τους (ή αν εκκρεμεί η πλήρωση οποιουδήποτε από τα αξιώματα αυτά), οι αναπληρούντες αυτούς αντιστοίχως, σύμφωνα με το άρθρο 72, βουλευτές ασκούν αντιστοίχως το λειτούργημα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 37.

 

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως Αρχηγός της Πολιτείας:

 

(α) αντιπροσωπεύει τη Δημοκρατία σε όλες τις επίσημες εκδηλώσεις της,

(β) υπογράφει τα διαπιστευτήρια διπλωματικών απεσταλμένων που διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 54 και δέχεται τα διαπιστευτήρια των ξένων διπλωματικών απεσταλμένων που είναι διαπιστευμένοι σ' αυτόν,

(γ) υπογράφει —

(αα) τα διαπιστευτήρια των αντιπροσώπων που διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 54 για διαπραγμάτευση διεθνών συνθηκών, συμβάσεων ή άλλων συμφωνιών ή για υπογραφή οποιωνδήποτε τέτοιων συνθηκών, συμβάσεων ή συμφωνιών, για τις οποίες διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις όπως ορίζεται στο Σύνταγμα,

(ββ) την πράξη που αφορά κατάθεση των οργάνων επικυρώσεως οποιωνδήποτε διεθνών συνθηκών, συμβάσεων ή συμφωνιών που κυρώθηκαν ή εγκρίθηκαν όπως ορίζεται στο Σύνταγμα,

(δ) απονέμει τις τιμητικές διακρίσεις και τα κανονισμένα παράσημα της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 38.

 

1. Ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας ως Υπαρχηγός της Πολιτείας έχει το δικαίωμα να:

 

(α) παρίσταται σε όλες τις επίσημες εκδηλώσεις,

(β) παρίσταται κατά την υποβολή των διαπιστευτηρίων των

ξένων διπλωματικών απεσταλμένων,

(γ) εισηγείται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την απονομή τιμητικών διακρίσεων ή κανονισμένων παρασήμων της Δημοκρατίας σε μέλη της τουρκικής κοινότητας۠ ο Πρόεδρος υποχρεούται να αποδεχθεί την εισήγηση, εκτός αν υφίστανται σοβαροί λόγοι μη αποδοχής της. Οι τιμητικές διακρίσεις και τα παράσημα, που απονέμονται σύμφωνα με την παρούσα διάταξη, παραδίδονται στον τιμηθέντα από τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας αν αυτός το επιθυμεί.

 

2. Ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας ειδοποιείται εγγράφως και εγκαίρως προκειμένου για τις επίσημες εκδηλώσεις ή τελετές που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

 

ΑΡΘΡΟ 39.

 

1. Η εκλογή του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας είναι άμεση, με καθολική και μυστική ψηφοφορία, και, πλην της περιπτώσεως αναπληρωματικής εκλογής, διεξάγεται την ίδια μέρα, αλλά χωριστά. Και στις δυο όμως περιπτώσεις αν εμφανιστεί μόνο ένας υποψήφιος, αυτός ανακηρύσσεται ως εκλεγείς.

 

2. Ο υποψήφιος που παίρνει πάνω από πενήντα τοις εκατόν των εγκύρων ψήφων εκλέγεται. Αν κανένας από τους υποψηφίους δεν πάρει τον απαιτούμενο αριθμό ψήφων, η εκλογή επαναλαμβάνεται κατά την αντίστοιχη μέρα της αμέσως επόμενης εβδομάδας μεταξύ των δύο υποψηφίων που πήραν τον μεγαλύτερο αριθμό των εγκύρων ψήφων, ο δε υποψήφιος που θα πάρει τον μέγιστο αριθμό των εγκύρων ψήφων, κατά την επαναληπτική αυτή εκλογή, θεωρείται ως εκλεγείς.

 

3. Αν η εκλογή δεν μπορεί να διεξαχθεί λόγω εκτάκτων και απροβλέπτων συνθηκών, όπως σεισμού, πλημύρων, γενικής επιδημίας και παρομοίων αιτίων, κατά τη μέρα που ορίζει το Σύνταγμα, η εκλογή διενεργείται την αντίστοιχη μέρα της αμέσως επόμενης εβδομάδας.

 

ΑΡΘΡΟ 40.

 

Καθένας δικαιούται να θέσει υποψηφιότητα για την εκλογή του ως Προέδρου ή ως Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, εφόσον κατά τον χρόνο της εκλογής:

(α) είναι πολίτης της Δημοκρατίας,

(β) συμπλήρωσε το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του,

(γ) δεν έχει καταδικαστεί κατά την ημέρα ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ή μετά απο αυτήν για αδίκημα ατιμωτικό ή ηθικής αισχρότητας ή δεν έχει στερηθεί της εκλογιμότητας ύστερα από απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου λόγω οποιουδήποτε εκλογικού αδικήματος, και τέλος

(δ) δεν πάσχει από διανοητική νόσο που τον καθιστό ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 41.

 

1. Το λειτούργημα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας είναι ασυμβίβαστο προς το αξίωμα του υπουργού ή του βουλευτή ή του μέλους Κοινοτικής Συνελεύσεως ή δημοτικού συμβουλίου, περιλαμβανομένου του δημάρχου, ή προς την ιδιότητα του ανήκοντος στις ένοπλες δυνάμεις ή τις δυνάμεις ασφαλείας της Δημοκρατίας ή προς άλλο δημόσιο ή δημοτικό αξίωμα ή θέση.

 

Ο όρος «δημόσιο αξίωμα ή θέση» στο παρόν άρθρο περιλαμβάνει οποιοδήποτε αξίωμα ή θέση επ' αμοιβή στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή Κοινοτικής Συνελεύσεως, η αμοιβή του οποίου ελέγχεται είτε από τη Δημοκρατία είτε από Κοινοτική Συνέλευση και περιλαμβάνει κάθε αξίωμα ή θέση επί αμοιβή σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμό κοινής ωφελείας.

 

2. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν μπορούν να επιδίδονται είτε άμεσα είτε έμμεσα για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό οποιουδήποτε άλλου ατόμου σε οποιαδήποτε κερδοφόρο ή μη εργασία, ή να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.

 

ΑΡΘΡΟ 42.

 

1. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εγκαθίστανται από τη Βουλή, ενώπιον της οποίας δίδουν την ακόλουθη διαβεβαίωση:

 

«Διαβεβαιώ επισήμως πίστιν και σεβασμόν εις το Σύνταγμα και τους συνάδοντας αυτώ νόμους και εις την διατήρησιν της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητος της Δημοκρατίας της Κύπρου».

 

2. Προς τον σκοπό αυτό η Βουλή θα συνεδριάζει κατά τη μέρα κατά την οποία λήγει η πενταετής θητεία του απερχομένου Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, σε περίπτωση δε αναπληρωματικής εκλογής, σύμφωνα με την τέταρτη παράγραφο του άρθρου 44, κατά την τρίτη μέρα από της ημερομηνίας της εκλογής αυτής.

 

ΑΡΘΡΟ 43.

 

1. Η θητεία του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας είναι πενταετής, αρχίζει από την ημέρα της εγκαταστάσεως τους και διαρκεί μέχρι της εγκαταστάσεως του νέου Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

 

2. Η θητεία του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, που εκλέγεται δι' αναπληρωματικής εκλογής, σύμφωνα με την τέταρτη παράγραφο του άρθρου 44, είναι ίση προς την μη εκπνεύσασα περίοδο της θητείας του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας (αναλόγως της περιπτώσεως), το λειτούργημα του οποίου εξελέγη να καταλάβει.

 

3. Η εκλογή νέου Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας διεξάγεται προτού εκπνεύσει η πενταετής περίοδος της θητείας των απερχομένων Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η εγκατάσταση του νέου Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας κατά την ημέρα κατά την οποία λήγει η περίοδος αυτή.

 

ΑΡΘΡΟ 44.

 

1. Το λειτούργημα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας παραμένει χωρίς φορέα:

 

(α) με τον θάνατό του,

(β) με την έγγραφη παραίτηση του που απευθύνεται προς τη Βουλή μέσω του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Βουλής και από τη στιγμή που θα ληφθεί αντιστοίχως από αυτούς,

(γ) λόγω καταδίκης του για εσχάτη προδοσία ή για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα ατιμωτικό ή ηθικής αισχρότητας,

(δ) λόγω διαρκούς σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας ή λόγω μη προσωρινής απουσίας που καθιστά αδύνατη την ενεργό εκπλήρωση των καθηκόντων του.

 

2. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις και μέχρι της εγκαταστάσεως του Προέδρου ή Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, που εκλέγεται κατά την τέταρτη παράγραφο του παρόντος άρθρου, ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων αντιστοίχως ασκούν τα καθήκοντα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας αντιστοίχως.

 

3. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφασίζει για κάθε ζήτημα που γεννάται σε σχέση προς το εδάφιο (δ) της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, με αίτηση του γενικού εισαγγελέα και του βοηθού γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, μετά από ψήφισμα των βουλευτών που ανήκουν αντιστοίχως στην κοινότητα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας۠ το ψήφισμα εγκρίνεται με απλή πλειοψηφία۠ κανένα όμως τέτοιο ψήφισμα δεν μπορεί να εγκριθεί και κανένα σχετικό θέμα δεν περιλαμβάνεται στην ημερησία διάταξη ούτε συζητείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αν η πρόταση τέτοιου ψηφίσματος δεν υπογραφεί τουλάχιστον από το ένα πέμπτο του συνολικοί; αριθμού των βουλευτών που ανήκουν σε κάθε κοινότητα.

 

4. Ο νέος Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται με αναπληρωματική εκλογή που διενεργείται εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τις σαράντα πέντε μέρες από τη στιγμή που επήλθε οποιοδήποτε από τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο.

 

ΑΡΘΡΟ 45.

 

1. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε ποινική δίωξη κατά τη διάρκεια της θητείας του, παρά μόνο όπως ορίζεται στο παρόν άρθρο.

 

2. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διωχθεί για εσχάτη προδοσία. Την κατηγορία εισάγουν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο γενικός εισαγγελέας και ο βοηθός γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, μετά από ψήφισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων που εγκρίνεται με μυστική ψηφοφορία και πλειοψηφία τουλάχιστον των τριών τετάρτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών κανένα όμως τέτοιο ψήφισμα δεν μπορεί να εγκριθεί και κανένα σχετικό θέμα δεν περιλαμβάνεται στην ημερησία διάταξη ούτε συζητείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αν η πρόταση αυτή δεν υπογραφεί τουλάχιστον από το ένα πέμπτο του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

 

3. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διωχθεί ποινικώς για οποιοδήποτε αδίκημα ατιμωτικό ή ηθικής αισχρότητας, μετά από άδεια του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Την κατηγορία εισάγουν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο γενικός εισαγγελέας και ο βοηθός γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

 

4. (1) Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, από της ποινικής του διώξεως σε εφαρμογή της δεύτερης ή της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, απέχει της ασκήσεως των καθηκόντων του, εφαρμοζομένων σε τέτοια περίπτωση των διατάξεων της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 36.

 

(2) Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δικάζεται για οποιαδήποτε τέτοια ποινική δίωξη από το Ανώτατο Δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης του εκπίπτει του λειτουργήματος του, ενώ σε περίπτωση αθωώσεώς του αναλαμβάνει και πάλι την άσκηση των καθηκόντων του.

 

5. Τηρουμένων των διατάξεων της δεύτερης και της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν διώκεται για οποιοδήποτε αδίκημα που διέπραξε κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, πλην όμως μπορεί να διωχθεί μετά τη λήξη της θητείας του για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που διεπράχθη κατά τη διάρκεια της.

 

6. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να εναχθεί για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του στην εκτέλεση του λειτουργήματος του- τίποτε όμως από όσα ορίζονται στην παρούσα παράγραφο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι αποστερεί με οποιοδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο του δικαιώματος εναγωγής της Δημοκρατίας, όπως προβλέπει ο νόμος.

 

ΑΡΘΡΟ 46

 

Η εκτελεστική εξουσία διασφαλίζεται από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, προς τον σκοπό της διασφαλίσεως της εκτελεστικής εξουσίας, έχουν Υπουργικό Συμβούλιο αποτελούμενο από επτά Έλληνες υπουργούς και τρεις Τούρκους υπουργούς. Οι υπουργοί υποδεικνύονται αντιστοίχως από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίοι τους διορίζουν με πράξη που υπογράφουν και οι δύο. Οι υπουργοί μπορούν να επιλέγονται και εκτός της Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

Ένα από τα πιο κάτω υπουργεία, δηλαδή το υπουργείο των Εξωτερικών, το υπουργείο Αμύνης ή το υπουργείο των Οικονομικών, ανατίθεται σε Τούρκο υπουργό. Αν ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας συμφωνούν, μπορούν να αντικαταστήσουν το σύστημα αυτό με σύστημα εναλλαγής εκ περιτροπής.

 

Το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί εκτελεστική εξουσία σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 54.

 

Οι αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία και (εκτός αν ασκηθεί από τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας ή και από τους δύο, σύμφωνα με το άρθρο 57, το δικαίωμα της οριστικής αρνησικυρίας ή της αναπομπής) εκδίδονται αμέσως από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57.

 

ΑΡΘΡΟ 47.

 

Η εκτελεστική εξουσία που ασκείται από κοινού από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας περιορίζεται στα ακόλουθα θέματα:

 

(α) τον καθορισμό του σχεδίου και του χρώματος της σημαίας της Δημοκρατίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 4,

(β) την ίδρυση των τιμητικών διακρίσεων και τον καθορισμό παρασήμων της Δημοκρατίας,

(γ) τον διορισμό των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου με πράξη την οποία υπογράφουν και οι δύο, όπως ορίζεται στο άρθρο 46,

(δ) την έκδοση των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 57,

(ε) την έκδοση κάθε νόμου ή αποφάσεως της Βουλής με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 52,

(στ) στους διορισμούς που προβλέπονται στα άρθρα 112, 115, 118,124,126,131,133,153 και 184, τις παύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 118 και τις παύσεις των διοριζομένων σύμφωνα με το άρθρο 131,

(ζ) την καθιέρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, όπως ορίζεται στο άρθρο 129,

(η) τη μείωση ή αύξηση των δυνάμεων ασφαλείας, όπως ορίζεται στο άρθρο 130,

(θ) την απονομή χάριτος επί θανατικής ποινής, όταν το βλαβέν άτομο και ο καταδικασθείς ανήκουν σε διαφορετικές κοινότητες, όπως ορίζεται στο άρθρο 53, και τη μείωση, αναστολή και μετατροπή της ποινής, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο,

(ι) το δικαίωμα παραπομπής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 140,

(ια) τη δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας αποφάσεων του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, όπως ορίζεται στα άρθρα 137, 138, 139 και 143,

(ιβ) την αντικατάσταση με σύστημα εκ περιτροπής εναλλαγής του συστήματος διορισμού Τούρκου υπουργού σε ένα των τριών υπουργείων, δηλαδή των Εξωτερικών ή της Αμύνης ή των Οικονομικών, όπως ορίζεται στο άρθρο 46, (ιγ) την άσκηση οποιασδήποτε από τις εξουσίες που αναφέρονται ειδικά στα εδάφια (δ), (ε), (στ) και (ζ) των άρθρων 48 και 49 και στα άρθρα 50 και 51, τις οποίες ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας αντιστοίχως μπορεί να ασκήσει μόνος,

(ιδ) την ανακοίνωση μηνυμάτων προς τη Βουλή των Αντί προσώπων, όπως ορίζεται στο άρθρο 79.

 

ΑΡΘΡΟ 48

 

Η εκτελεστική εξουσία που ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας περιορίζεται στα ακόλουθα θέματα:

(α) την υπόδειξη και παύση των Ελλήνων υπουργών,

(β) τη σύγκληση των συνεδριάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 55, την προεδρία των συνεδριάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου και τη συμμετοχή στις συζητήσεις κατά τις συνεδριάσεις αυτές χωρίς δικαίωμα ψήφου,

(γ) την προπαρασκευή της ημερησίας διατάξεως των συνεδριάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 56,

(δ) το δικαίωμα οριστικής αρνησικυρίας αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου που αφορούν τις εξωτερικές υποθέσεις, την άμυνα ή την ασφάλεια, όπως ορίζεται στο άρθρο 57,

(ε) το δικαίωμα αναπομπής αποφάσεων του Υπουργικού

Συμβουλίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 57,

(στ) το δικαίωμα οριστικής αρνησικυρίας νόμων και αποφάσεων της Βουλής που αφορούν τις εξωτερικές υποθέσεις, την άμυνα ή την ασφάλεια, όπως ορίζεται στο άρθρο 50,

(ζ) το δικαίωμα αναπομπής νόμων ή αποφάσεων της Βουλής ή του προϋπολογισμού όπως ορίζεται στο άρθρο 51,

(η) το δικαίωμα προσφυγής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, όπως ορίζεται στα άρθρα 137, 138 και 143,

(θ) το δικαίωμα αναφοράς στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 141,

(ι) τη δημοσίευση των κοινοτικών νόμων και αποφάσεων της ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 104,

(ια),το δικαίωμα παραπομπής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο οποιουδήποτε νόμου ή αποφάσεως της ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο

142,

(ιβ) το δικαίωμα προσφυγής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότητος η οποία αναφύεται μεταξύ της Βουλής και των Κοινοτικών Συνελεύσεων ή με μια από αυτές, καθώς και μεταξύ οποιωνδήποτε οργάνων της Δημοκρατίας ή αρχών σ' αυτήν, όπως ορίζεται στο άρθρο 139,

(ιγ) το δικαίωμα απονομής χάριτος επί θανατικής ποινής, όπως ορίζεται στο άρθρο 53,

(ιδ) την άσκηση από κοινού με τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας οποιασδήποτε από τις εξουσίες που αναφέρονται ειδικά στο άρθρο 47,

(ιε) τα μηνύματα προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπως ορίζεται στο άρθρο 79.

 

ΑΡΘΡΟ 49.

 

Η εκτελεστική εξουσία που ασκείται από τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας περιορίζεται στα ακόλουθα θέματα:

 

(α) την υπόδειξη και την παύση των Τούρκων υπουργών,

(β) την αίτηση προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας για σύγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 55, την παράσταση και συμμετοχή, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στις συζητήσεις κάθε συνεδριάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου,

(γ) την πρόταση προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θεμάτων για να συμπεριληφθούν στην ημερησία διάταξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 56,

(δ) το δικαίωμα οριστικής αρνησικυρίας αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου που αφορούν τις εξωτερικές υποθέσεις, την άμυνα ή την ασφάλεια, όπως ορίζεται στο άρθρο 57,

(ε) το δικαίωμα αναπομπής αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 57,

(στ) το δικαίωμα οριστικής αρνησικυρίας νόμων και αποφάσεων της Βουλής που αφορούν τις εξωτερικές υποθέσεις, την άμυνα ή την ασφάλεια, όπως ορίζεται στο άρθρο 50,

(ζ) το δικαίωμα αναπομπής νόμων ή αποφάσεων της Βουλής ή του προϋπολογισμού, όπως ορίζεται στο άρθρο 51,

(η) το δικαίωμα προσφυγής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, όπως ορίζεται στα άρθρα 137, 138 και 143,

(θ) το δικαίωμα αναφοράς στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 141,

(ι) τη δημοσίευση των κοινοτικών νόμων και αποφάσεων ι ης τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 104,

(ια) το δικαίωμα παραπομπής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο οποιουδήποτε νόμου η αποφάσεως της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 142,

(ιβ) το δικαίωμα προσφυγής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότητας η οποία αναφύεται μεταξύ της Βουλής και των Κοινοτικών Συνελεύσεων ή με μια από αυτές, καθώς και μεταξύ οποιωνδήποτε οργάνων της Δημοκρατίας ή αρχών σ' αυτήν, όπως ορίζεται στο άρθρο 139,

(ιγ) το δικαίωμα της απονομής χάρης επί θανατικής ποινής, όπως ορίζεται στο άρθρο 53,

(ιδ) την άσκηση από κοινού με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας οποιασδήποτε από τις εξουσίες που αναφέρονται ειδικά στο άρθρο 47,

(ιε) τα μηνύματα προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπως ορίζεται στο άρθρο 79.

 

ΑΡΘΡΟ 50.

 

1. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, ο καθένας χωριστά ή από κοινού, έχουν το δικαίωμα της οριστικής αρνησικυρίας οποιουδήποτε νόμου ή αποφάσεως της Βουλής των Αντιπροσώπων, συνολικά ή επί μέρους, εφ' όσον ο νόμος ή η απόφαση συνολικά ή επί μέρους αφορούν:

 

Α. Εξωτερικές υποθέσεις (με εξαίρεση τη συμμετοχή της Δημοκρατίας σε διεθνείς οργανισμούς και συνθήκες συμμαχίας όπου μετέχουν τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία).

 

Ο όρος «εξωτερικές υποθέσεις» του παρόντος εδαφίου περιλαμβάνει:

 

(α) την αναγνώριση κρατών, τη σύναψη διπλωματικών και προξενικών σχέσεων με άλλες χώρες και τη διακοπή των σχέσεων αυτών την παροχή συγκαταθέσεως για τον διορισμό διπλωματικών αντιπροσώπων και τη χορήγηση εκτελεστηρίου σε προξενικούς αντιπροσώπους' την τοποθέτηση διπλωματικών αντιπροσώπων και προξενικών αντιπροσώπων, απ' όσους υπηρετούν στη διπλωματική υπηρεσία, σε θέσεις στο εξωτερικό και την ανάθεση καθηκόντων στο εξωτερικό, ως ειδικών απεσταλμένων, σε άτομα που υπηρετούν στη διπλωματική υπηρεσία' τον διορισμό και την τοποθέτηση προσώπων που δεν ανήκουν στη διπλωματική υπηρεσία, σε οποιαδήποτε θέση στο εξωτερικό ως διπλωματικών ή προξενικών αντιπροσώπων και την ανάθεση καθηκόντων στο εξωτερικό, ως ειδικών απεσταλμένων, σε πρόσωπα που δεν ανήκουν στη διπλωματική υπηρεσία,

(β) τη συνομολόγηση διεθνών συνθηκών, συμβάσεων και

συμφωνιών,

(γ) την κήρυξη πολέμου και τη συνομολόγηση ειρήνης,

(δ) την προστασία στην αλλοδαπή των πολιτών της Δημοκρατίας και των συμφερόντων τους,

(ε) την εγκατάσταση, το καθεστώς και τα συμφέροντα αλλοδαπών στη Δημοκρατία,

(στ) την απόκτηση ξένης ιθαγένειας από πολίτες της Δημοκρατίας και την αποδοχή απ' αυτούς εργασίας παρεχόμενης από ξένη κυβέρνηση, όπως και την είσοδο αυτών στην υπηρεσία ξένης κυβερνήσεως,

 

Β. Τα ακόλουθα θέματα άμυνας:

 

(α) τη σύνθεση και δύναμη των ενόπλων δυνάμεων και τις πιστώσεις γι' αυτές,

(β) τους διορισμούς στελεχών και την προαγωγή τους,

(γ) την εισαγωγή πολεμικού υλικού και εκρηκτικών υλών

κάθε είδους,

(δ) την παροχή βάσεων και άλλων διευκολύνσεων σε συμμάχους χώρες.

 

Γ. Τα ακολούθα θέματα ασφάλειας:

 

(α) τους διορισμούς στελεχών και την προαγωγή τους,

(β) την κατανομή και στάθμευση δυνάμεων ασφαλείας,

(γ) τα μέτρα έκτακτου ανάγκης και τον στρατιωτικό νόμο,

(δ) τους περί αστυνομίας νόμους.

 

Αποσαφηνίζεται ότι το δικαίωμα αρνησικυρίας κατ' εφαρμογήν του πιο πάνω εδαφίου Γ περιλαμβάνει κάθε μέτρο ή απόφαση εκτάκτου ανάγκης, όχι όμως εκείνα που αφορούν τη συνήθη λειτουργία της αστυνομίας και της χωροφυλακής.

 

2. Το πιο πάνω δικαίωμα αρνησικυρίας μπορεί να ασκηθεί είτε κατά ολόκληρου του νόμου ή αποφάσεως ή κατά οποιουδήποτε μέρους του νόμου ή αποφάσεως- στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο νόμος ή η απόφαση αναπέμπονται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για ν' αποφασίσει αυτή αν το υπόλοιπο μέρος του νόμου ή της αποφάσεως θα σταλεί ή όχι προς έκδοση, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος.

 

3. Το δικαίωμα αρνησικυρίας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ασκείται μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 52 για την έκδοση του νόμου ή της αποφάσεως της Βουλής των Αντί προσώπων.

 

ΑΡΘΡΟ 51.

 

1. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, ο καθένας χωριστά ή από κοινού, δικαιούνται να αναπέμψουν οποιονδήποτε νόμο ή απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων, ή οποιοδήποτε τμήμα τους, στη Βουλή των Αντιπροσώπων προς επανεξέταση.

 

2. Μετά τη ψήφιση του προϋπολογισμού από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας μπορούν, ο καθένας χωριστά ή από κοινού, να αναπέμψουν στη Βουλή των Αντιπροσώπων τον προϋπολογισμό, για τον λόγο ότι (κατά την κρίση καθενός χωριστά ή και των δύο) γίνεται δυσμενής διάκριση.

 

3. Σε περίπτωση αναπομπής οποιουδήποτε νόμου ή αποφάσεως ή τμήματος τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων (όπως ορίζεται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου), η Βουλή των Αντιπροσώπων αποφασίζει πάνω στο θέμα που έχει αναπεμφθεί σε διάστημα δεκαπέντε ημερών από την αναπομπή. Σε περίπτωση δε αναπομπής του προϋπολογισμού (σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου), η Βουλή των Αντιπροσώπων αποφασίζει πάνω στο θέμα που έχει αναπεμφθεί σε διάστημα τριάντα ημερών από την αναπομπή.

 

4. Αν η Βουλή των Αντιπροσώπων επιμείνει στην απόφαση της, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας υποχρεούνται (τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος) να εκδώσουν, με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, τον νόμο ή την απόφαση ή τον προϋπολογισμό, αναλόγως της περιπτώσεως, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται για την έκδοση των νόμων και των αποφάσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

5. Όταν ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας ασκεί χωριστά το δικαίωμα αναπομπής (όπως ορίζεται στο παρόν άρθρο), είναι υποχρεωμένος να ειδοποιεί αμέσως γι' αυτό τον άλλο.

 

6. Το δικαίωμα αναπομπής του παρόντος άρθρου ασκείται μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο άρθρο 52 για έκδοση των νόμων ή των αποφάσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

ΑΡΘΡΟ 52.

 

Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας υποχρεούνται να εκδώσουν, με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, εντός δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση στο αντίστοιχο γραφείο τους, οποιονδήποτε νόμο ή απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων εκτός εάν μέσα στην προθεσμία αυτή ασκήσουν, ο καθένας χωριστά ή από κοινού, αναλόγως της περιπτώσεως, το δικαίωμα της αρνησικυρίας (όπως ορίζεται στο άρθρο 50), ή το δικαίωμα αναπομπής (όπως ορίζεται στο άρθρο 51), ή το δικαίωμα αναφοράς στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (όπως ορίζεται στα άρθρα 140 και 141), ή προκειμένου για τον προϋπολογισμό, το δικαίωμα προσφυγής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (όπως ορίζεται στο άρθρο 138).

 

ΑΡΘΡΟ 53.

 

1. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας έχουν το δικαίωμα να απονέμουν χάρη σε άτομα που καταδικάστηκαν σε θάνατο και ανήκουν στην αντίστοιχη του καθενός κοινότητα.

 

2. Όταν το βλαβέν πρόσωπο και ο καταδικασθείς είναι μέλη διαφορετικών κοινοτήτων, η χάρη απονέμεται με τη σύμφωνη γνώμη ίου Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Σε περίπτωση διαφωνίας τους, υπερισχύει η επιεικέστερη γνώμη.

 

3. Με την απονομή της χάρης (κατ' εφαρμογήν της πρώτης ή της δεύτερης παραγράφου του παρόντος άρθρου), η ποινή του θανάτου μετατρέπεται σε ποινή ισοβίων δεσμών.

 

4. Σε κάθε άλλη εκτός της ποινής του θανάτου περίπτωση, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας μειώνουν, αναστέλλουν ή μετατρέπουν οποιαδήποτε ποινή που επεβλήθη από οποιοδήποτε δικαστήριο στη Δημοκρατία, με τη σύμφωνη γνώμη του γενικού εισαγγελέα και του βοηθού γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 54.

 

Με εξαίρεση την εκτελεστική εξουσία που διαφυλάσσεται ρητά από τα άρθρα 47,48 και 49 υπέρ του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, ενεργούντων του καθ' ενός χωριστά ή από κοινού, το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί εκτελεστική εξουσία επί οποιουδήποτε θέματος, εκτός εκείνων που υπάγονται στην αρμοδιότητα Κοινοτικής Συνελεύσεως σύμφωνα με ρητή διάταξη του Συντάγματος. Η ασκούμενη από το Υπουργικό Συμβούλιο εκτελεστική εξουσία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής θέματα:

 

(α) τη γενική διεύθυνση και τον έλεγχο της διακυβερνήσεως της Δημοκρατίας και τη διεύθυνση της γενικής πολιτικής,

(β) τις εξωτερικές υποθέσεις, για τις οποίες γίνεται αναφορά στο άρθρο 50,

(γ) την άμυνα και την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων τους στο άρθρο 50,

(δ) τον συντονισμό και την εποπτεία όλων των δημοσίων υπηρεσιών,

(ε) την εποπτεία και τη διάθεση της περιουσίας που ανήκει στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου,

(στ) την επεξεργασία νομοσχεδίων πριν από την κατάθεση τους από υπουργό στη Βουλή των Αντιπροσώπων,

(ζ) την έκδοση κανονιστικών και εκτελεστικών για τους νόμους διαταγμάτων, όπως ορίζουν οι νόμοι,

(η) την επεξεργασία του προϋπολογισμού της Δημοκρατίας πριν από την κατάθεση του στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

 

ΑΡΘΡΟ 55.

 

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκαλεί το Υπουργικό Συμβούλιο σε συνεδρίαση. Η σύγκληση γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας είτε με δική του πρωτοβουλία είτε με αίτηση του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας που υποβάλλεται έγκαιρα και περιλαμβάνει ορισμένο θέμα.

 

ΑΡΘΡΟ 56.

 

Η ημερήσια διάταξη οποιασδήποτε συνεδριάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου καταρτίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατά την απόλυτη κρίση του και κοινοποιείται α' όλους τους ενδιαφερομένους πριν από κάθε συνεδρίαση. Ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να περιλάβει στην ημερήσια διάταξη οποιασδήποτε συνεδριάσεως οποιοδήποτε θέμα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας περιλαμβάνει το θέμα αυτό στην ημερήσια διάταξη, εφόσον είναι δυνατή η πρόσφορη συζήτηση του κατά την συνεδρίαση στην οποία αναφέρεται η αίτηση, διαφορετικά το θέμα αυτό περιλαμβάνεται στην ημερήσια διάταξη της αμέσως επόμενης συνεδριάσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 57.

 

1. Όταν ληφθεί απόφαση από το Υπουργικό Συμβούλιο, γίνεται αμέσως κοινοποίηση της στο αντίστοιχο γραφείο του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

 

2. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας ή και οι δύο, έχουν το δικαίωμα αναπομπής της αποφάσεως στο Υπουργικό Συμβούλιο για επανεξέταση, μέσα σε τέσσερις μέρες από την κοινοποίηση της στο αντίστοιχο γραφείο. Το Υπουργικό Συμβούλιο προβαίνει σ' επανεξέταση του θέματος και, εάν επιμείνει στην απόφαση του, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας υποχρεούνται να εκδώσουν την απόφαση με δημοσίευση της, τηρουμένων των διατάξεων; της τέταρτης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αναπομπής δεν εμποδίζει (σ' όσες περιπτώσεις υπάρχει δικαίωμα αρνησικυρίας) τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας ή και τους δυο, να ασκήσουν το δικαίωμα της αρνησικυρίας μέσα σε τέσσερις μέρες από την κοινοποίηση στο αντίστοιχο γραφείο της αποφάσεως στην οποία επιμένει τo Υπουργικό Συμβούλιο.

 

3. Αν η απόφαση αφορά τις εξωτερικές υποθέσεις, την άμυνα ή την ασφάλεια, όπως αναφέρει το άρθρο 50, ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας ή και οι δύο έχουν το δικαίωμα αρνησικυρίας που ασκείται μέσα σε τέσσερις μέρες από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση κοινοποιήθηκε στο αντίστοιχο γραφείο.

 

4. Αν η απόφαση είναι εκτελεστή και τα δικαιώματα αρνησικυρίας ή αναπομπής δεν ασκήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της δεύτερης η της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδουν αμέσως την απόφαση με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, εκτός αν το Υπουργικό Συμβούλιο, με την απόφαση του, ορίσει διαφορετικά.

 

ΑΡΘΡΟ 58.

 

1. Κάθε υπουργός προΐσταται του υπουργείου του.

 

2. Με εξαίρεση την εκτελεστική εξουσία που ρητά διαφυλάσσεται από το Σύνταγμα υπέρ του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, που ενεργούν ο καθένας χωριστά ή από κοινού, και υπέρ του Υπουργικού Συμβουλίου, η εκτελεστική εξουσία που ασκείται από κάθε υπουργό περιλαμβάνει τα πιο κάτω θέματα:

 

(α) την εκτέλεση των νόμων των σχετικών προς τις αρμοδιότητες του υπουργείου του και τη διοίκηση όλων όσων εμπίπτουν, κατά τα γενικώς κρατούντα, στην αρμοδιότητα του υπουργείου του ζητημάτων και υποθέσεων, (β) τη σύνταξη διαταγμάτων ή κανονισμών που αφορούν το υπουργείο του, για υποβολή τους στο Υπουργικό Συμβούλιο,

(γ) την έκδοση διαταγών και γενικών οδηγιών για εκτέλεση οποιουδήποτε νόμου που αφορά το υπουργείο του και για εκτέλεση οποιουδήποτε διατάγματος ή κανονισμού βασιζόμενου σε τέτοιο νόμο,

(δ) την προπαρασκευή, για υποβολή στο Υπουργικό Συμβούλιο, του μέρους του προϋπολογισμού της Δημοκρατίας που αναφέρεται στο υπουργείο του.

 

ΑΡΘΡΟ 59.

 

1. Κανένας δεν διορίζεται ως υπουργός, εκτός αν είναι πολίτης της Δημοκρατίας και έχει τα προσόντα εκλογιμότητας που απαιτούνται για υποψήφιο βουλευτή.

 

2. Το αξίωμα του υπουργού είναι ασυμβίβαστο προς εκείνο του βουλευτή ή του μέλους Κοινοτικής Συνελεύσεως ή δημοτικού συμβουλίου, περιλαμβανομένου και του δημάρχου, ή προς την ιδιότητα μέλους των ενόπλων δυνάμεων ή των δυνάμεων ασφάλειας της Δημοκρατίας, ή προς οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ή δημοτικό αξίωμα ή θέση۠ σε περίπτωση δε Τούρκου υπουργού, και προς το αξίωμα του θρησκευτικού λειτουργού.

Ο όρος «δημόσιο αξίωμα ή θέση» έχει, στην παράγραφο αυτή, την έννοια που έχει και στο άρθρο 41.

 

3. Οι  Έλληνες υπουργοί θα διατηρούν το αξίωμα τους μέχρι να παυθούν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι δε Τούρκοι υπουργοί μέχρι να παυθούν από τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

4. Ο διοριζόμενος ως υπουργός έχει υποχρέωση, πριν αναλάβει τα καθήκοντα του, να δώσει τη ν ακόλουθη διαβεβαίωση ενώπιον του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας:

 

«Διαβεβαιώ επισήμως πίστιν και σεβασμόν εις το Σύνταγμα και τους συνάδοντας αυτώ νόμους και εις την διατήρησιν της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητος της Δημοκρατίας της Κύπρου».

 

ΑΡΘΡΟ 60.

 

1. Συνιστάται κοινή γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου, που διευθύνεται από δύο γραμματείς, δημοσίους υπαλλήλους, εκ των οποίων ο ένας ανήκει στην ελληνική κοινότητα και ο άλλος στην τουρκική κοινότητα.

 

2. Οι δύο γραμματείς της κοινής γραμματείας του Υπουργικού Συμβουλίου διευθύνουν το γραφείο του Υπουργικού Συμβουλίου και, σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργικού Συμβουλίου, παρίστανται στις συνεδριάσεις του τηρώντας τα πρακτικά, και διαβιβάζουν τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου στις αρμόδιες αρχές ή στα αρμόδια όργανα ή πρόσωπα.

 

ΜΕΡΟΣ IV - ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ

 

ΑΡΘΡΟ 61.

 

Η νομοθετική εξουσία της Δημοκρατίας ασκείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων για κάθε θέμα, με εξαίρεση τα θέματα εκείνα που ρητά υπάγονται, κατά το Σύνταγμα, στις Κοινοτικές Συνελεύσεις.

 

ΑΡΘΡΟ 62.

 

1. Ο αριθμός των βουλευτών ορίζεται ΟΕ πενήντα, μπορεί δε να διαφοροποιηθεί με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων που λαμβάνεται με πλειοψηφία αποτελούμενη από τα δύο τρίτα των βουλευτών που εξελέγησαν από την ελληνική κοινότητα και από τα δύο τρίτο των βουλευτών που εξελέγησαν απο την Τουρκική κοινότητα.

 

2. Από τον (κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου) προβλεπόμενο αριθμό των βουλευτών, τα εβδομήντα τοις εκατόν εκλέγονται απο την ελληνική κοινότητα και τα τριάντα τοις εκατόν από την τουρκική κοινότητα, χωριστά από τα μέλη της κάθε κοινότητας, και σε περίπτωση εκλογής (όπου οι υποψήφιοι είναι περισσότεροι του αριθμού των εδρών), με καθολική άμεση και μυστική ψηφοφορία που διενεργείται (και στις δύο κοινότητες) κατά την ίδια μέρα.

 

Η αναλογία των βουλευτών που καθορίζεται στην παρούσα παράγραφο είναι ανεξάρτητη από στατιστικά δεδομένα.

 

ΑΡΘΡΟ 63.

 

1. Τηρουμένων των διατάξεων της δεύτερης παραγράφου του παρόντος άρθρου, κάθε πολίτης της Δημοκρατίας που έχει συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του και έχει τα καθοριζόμενα από τον εκλογικό νόμο προσόντα διαμονής, δικαιούται να εγγραφεί ως εκλογέας είτε στον ελληνικό είτε στον τουρκικό εκλογικό κατάλογο' τα μέλη της ελληνικής κοινότητας όμως θα εγγράφονται μόνο στον ελληνικό εκλογικό κατάλογο, τα δε μέλη της τουρκικής κοινότητας μόνο στον τουρκικό εκλογικό κατάλογο.

 

2. Κανένας δεν δικαιούται να εγγραφεί ως εκλογέας, εφόσον δεν κατέχει τα απαιτούμενα από τον εκλογικό νόμο προσόντα προς εγγραφή.

 

ΑΡΘΡΟ 64.

 

Καθένας δικαιούται να υποβάλει υποψηφιότητα βουλευτή, εφόσον κατά τον χρόνο της εκλογής:

(α) είναι πολίτης της Δημοκρατίας,

(β) έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του,

(γ) δεν έχει καταδικαστεί κατά την ημέρα ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ή μετά από αυτήν, για αδίκημα ατιμωτικό ή ηθικής αισχρότητας ή δεν έχει στερηθεί της εκλογιμότητας με απόφαση αρμόδιου δικαστηρίου λόγω οποιουδήποτε εκλογικού αδικήματος, και

(δ) δεν πάσχει από διανοητική ασθένεια που τον καθιστά ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντα του ως βουλευτή.

 

ΑΡΘΡΟ 65.  

 

1. Η Βουλή των Αντιπροσώπων εκλέγεται για περίοδο πέντε χρόνων. Η περίοδος της πρώτης Βουλής των Αντιπροσώπων αρχίζει από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος.

 

2. Η απερχόμενη Βουλή των Αντιπροσώπων συνεχίζει μέχρι την (κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου) έναρξη των εργασιών της νέας Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

ΑΡΘΡΟ 66.

 

1. Οι γενικές εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων διενεργούνται κατά τη δεύτερη Κυριακή του μήνα που προηγείται αμέσως εκείνου, κατά τον οποίο λήγει η περίοδος της απερχόμενης Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

2. Βουλευτική έδρα που κενώνεται, πληρώνεται με αναπληρωματική εκλογή που διενεργείται μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε το πολύ ημερών από την κένωση, και σε ημερομηνία που καθορίζεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

 

3. Αν η (κατά την πρώτη ή δεύτερη παράγραφο του άρθρου αυτού) εκλογή δεν μπορεί να διενεργηθεί μέσα στην καθοριζόμενη από το Σύνταγμα ή σύμφωνα με αυτό ημερομηνία, λόγω εξαιρετικών και απρόβλεπτων περιστάσεων (όπως σεισμού, πλημμύρας, γενικής επιδημίας και παρομοίων περιστάσεων), δι ενεργείται κατά την αντίστοιχη μέρα της επόμενης εβδομάδας.

 

ΑΡΘΡΟ 67.

 

1. Η Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί να διαλυθεί μόνο με απόφαση δική της, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία που περιλαμβάνει τουλάχιστον το ένα τρίτο των βουλευτών που εξελέγησαν από την τουρκική κοινότητα.

 

2. Η απόφαση αυτή, παρά τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 65 και της πρώτης παραγράφου του άρθρου 66, καθορίζει τη ν ημερομηνία για διενέργεια των γενικών εκλογών (η οποία δεν μπορεί να απέχει λιγότερο από τριάντα μέρες και περισσότερο από σαράντα μέρες από την ημερομηνία που λαμβάνεται τέτοια απόφαση), όπως και την ημερομηνία της πρώτης συνεδριάσεως της νεοεκλεγμένης Βουλής των Αντιπροσώπων (η δε τελευταία αυτή ημερομηνία δεν μπορεί να απέχει περισσότερο των δεκαπέντε ημερών από τις γενικές εκλογές)- μέχρι την ημερομηνία αυτή η απερχόμενη Βουλή των Αντιπροσώπων συνεχίζει.

 

3. Παρά τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 65, η εκλεγόμενη εξ αιτίας διαλύσεως Βουλή των Αντιπροσώπων εκλέγεται για περίοδο ίση προς το υπόλοιπο της περιόδου της Βουλής των Αντιπροσώπων που διαλύεται. Σε περίπτωση διαλύσεως της Βουλής των Αντιπροσώπων μέσα στον τελευταίο χρόνο της πενταετούς βουλευτικής περιόδου, οι γενικές εκλογές γι ανάδειξη νέας Βουλής των Αντιπροσώπων διενεργούνται τόσο για το υπόλοιπο της περιόδου της διαλυθείσης Βουλής των Αντιπροσώπων (κατά τη διάρκεια του οποίου κάθε συνοδός της νεαεκλεγόμενης Βουλής των Αντιπροσώπων θα θεωρείται έκτακτη σύνοδος), όσο και για την επόμενη πενταετή περίοδο.

 

ΑΡΘΡΟ 68.

 

Όταν η Βουλή των Αντιπροσώπων συνεχίζει μέχρι την έναρξη της περιόδου της νεοεκλεγόμενης Βουλής των Αντιπροσώπων (κατά τις διατάξεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 67), η απερχόμενη Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έχει εξουσία να ψηφίζει οποιουσδήποτε νόμους ή να παίρνει οποιεσδήποτε αποφάσεις για οποιοδήποτε θέμα, εκτός μονό σε περίπτωση επειγουσών και εξαιρετικά απρόβλεπτων περιστάσεων, για τις οποίες πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στον σχετικό νόμο ή απόφαση.

 

ΑΡΘΡΟ 69.

 

Ο βουλευτής δίνει, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του στη Βουλή και σε δημόσια συνεδρίαση της, την ακόλουθη διαβεβαίωση:

 

«Διαβεβαιώ επισήμως πίστιν και σεβασμόν εις το Σύνταγμα και τους συνάδοντας αυτω νόμους και εις την διατήρησιν της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας της Κύπρου».

 

ΑΡΘΡΟ 70.

 

Η ιδιότητα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμα του υπουργού ή του μέλους Κοινοτικής Συνελεύσεως ή δημοτικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου και του δημάρχου, ή προς την ιδιότητα του μέλους των ενόπλων δυνάμεων ή των δυνάμεων ασφαλείας της Δημοκρατίας, ή προς οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ή δημοτικό αξίωμα ή θέση, προκειμένου δε νια βουλευτή που εκλέγεται από την τουρκική κοινότητα, και προς το αξίωμα του θρησκευτικού λειτουργού.

 

Ο όρος «δημόσιο αξίωμα ή θέση» στο παρόν άρθρο περιλαμβάνει οποιοδήποτε αξίωμα ή θέση επί αμοιβή στην υπηρεσία της Δημοκρατίας ή Κοινοτικής Συνελεύσεως, της οποία η αμοιβή τελεί υπό τον έλεγχο είτε της Δημοκρατίας είτε Κοινοτικής Συνελεύσεως, συμπεριλαμβανομένου κάθε αξιώματος ή θέσεως σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμό δημοσίας ωφελείας.

 

ΑΡΘΡΟ 71.

 

Η έδρα βουλευτή κενώνεται:

(α) με τον θάνατο του,

(β) με την έγγραφη παραίτηση του,

(γ) αν συμβεί οποιαδήποτε περίπτωση από τις αναφερόμενες στις παραγράφους (γ) και (δ) του άρθρου 64, ή με την απώλεια της ιθαγένειας της Δημοκρατίας, και

(δ) με την ανάληψη αξιώματος ή θέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 70.

 

ΑΡΘΡΟ 72.

 

1. Ο Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων είναι   Έλληνας και εκλέγεται από τους βουλευτές που εκλέγονται από την ελληνική κοινότητα, ο δε Αντιπρόεδρος είναι Τούρκος και εκλέγεται από τους βουλευτές που εκλέγονται από την τουρκική κοινότητα.

 

Καθένας εκλέγεται, σύμφωνα με τα πιο πάνω, χωριστά, στην ίδια συνεδρίαση, κατά την έναρξη και για ολόκληρη τη διάρκεια της περιόδου της Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

2. Σε περίπτωση κενώσεως ενός από τα δύο αξιώματα που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου, η προβλεπόμενη στην παράγραφο αυτή εκλογή για πλήρωση της θέσεως που έχει κενωθεί, γίνεται όσο πιο σύντομα και, αν είναι ανάγκη, σε έκτακτη σύνοδο.

 

3. Σε περίπτωση πρόσκαιρης απουσίας ή όταν εκκρεμεί η πλήρωση του κενοθέντος αξιώματος του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων (όπως ορίζεται στη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου) τα καθήκοντα τους ασκούνται από τον γηραιότερο βουλευτή της αντίστοιχης κοινότητας, εκτός αν οι βουλευτές της κάθε κοινότητας αποφασίσουν διαφορετικά.

 

4. Μετά την εκλογή του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων καθένας από αυτούς διορίζει, αντιστοίχως, από τους βουλευτές δύο Έλληνες και ένα Τούρκο ως γραμματείς της Βουλής των Αντιπροσώπων επίσης δύο Έλληνες και ένα Τούρκο ως κοσμήτορες ι ης Βουλής ίων Αντιπροσώπων αυτοί θα ανήκουν, αντιστοίχως, στο γραφείο του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

ΑΡΘΡΟ 73.

 

1. Τηρουμένων των επομένων διατάξεων του παρόντος άρθρου, η Βουλή των Αντιπροσώπων ρυθμίζει με τον κανονισμό της κάθε θέμα της διαδικασίας που η ίδιο τηρεί και της λειτουργίας των υπηρεσιών της.

 

2. Κατά την επομένη συνεδρίαση απο την εκλογή του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Βουλής, καταρτίζεται επιτροπή επιλογής που αποτελείται απο τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων ως πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο της ως αντιπρόεδρο και οκτώ άλλους βουλευτές που εκλέγονται απο την ίδια τη Βουλή (εκ των οποίων οι έξι από εκείνους που εξελέγησαν από την ελληνική κοινότητα και οι δύο απο εκείνους που εξελέγησαν από την τουρκική κοινότητα).

 

3. Η επιτροπή επιλογής καταρτίζει τις μόνιμες κοινοβουλευτικές επιτροπές όπως και οποιεσδήποτε άλλες προσωρινές που σχηματίζονται για ορισμένο σκοπό ή ειδικές κοινοβουλευτικές επιτροπές, και διορίζει βουλευτές ως μέλη των επιτροπών αυτών. Κατά τον καταρτισμό και διορισμό πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν οι προτάσεις που υποβάλλονται από την ελληνική και από την τουρκική κοινοτική ομάδα ή από τις πολιτικές κομματικές ομάδες στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι διορισμοί στις επιτροπές αυτές υπόκεινται στις διατάξεις της αμέσως επόμενης παραγράφου.

 

4. Η ελληνική και η τουρκική κοινοτική ομάδα και οι πολιτικές κομματικές ομάδες στη Βουλή των Αντιπροσώπων εκπροσωπούνται δεόντως σε κάθε μόνιμη και κάθε άλλη προσωρινή (που σχηματίζεται για ορισμένο σκοπό), ή ειδική κοινοβουλευτική επί τροπή. Όμως ο συνολικός αριθμός των μελών των επιτροπών αυτών (που προέρχονται, αντιστοίχως, από βουλευτές που εκλέγονται από την ελληνική και από την τουρκική κοινότητα), πρέπει να εμφανίζει την ίδια αναλογία που ισχύει για την κατανομή των εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων μεταξύ των βουλευτών που εκλέγονται, αντιστοίχως, από την ελληνική και από την τουρκική κοινότητα.

 

5. Κάθε νομοσχέδιο και κάθε πρόταση νόμου που εισάγεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων παραπέμπεται αρχικά για συζήτηση στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Κανένα νομοσχέδιο και καμιά πρόταση νόμου, με εξαίρεση εκείνες που χαρακτηρίζονται ως «επειγούσης φύσεως», δεν συζητείται από επιτροπή πριν περάσουν σαράντα οκτώ ώρες από τη στιγμή της διανομής της στους βουλευτές που αποτελούν την επιτροπή. Με εξαίρεση όσες χαρακτηρίζονται ως «επειγούσης φύσεως», κανένα νομοσχέδιο και καμιά πρόταση νόμου που διέρχεται το στάδιο της επιτροπής δεν συζητείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων πριν περάσουν σαράντα οκτώ ώρες αφότου διενεμήθη στους βουλευτές μαζί με την έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής.

 

6. Η ημερήσια διάταξη κάθε συνεδριάσεως της Βουλής των Αντιπροσώπων, στην οποία θα περιλαμβάνεται κάθε πρόσθετο θέμα που προτείνεται από τον Αντιπρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, καταρτίζεται από τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων και ανακοινώνεται απ' αυτόν στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Μετά τη ν ανακοίνωση της ημερησίας διατάξεως, κάθε βουλευτής μπορεί να προτείνει προσθήκες ή τροπολογίες σ' αυτήν, αποφασίζει δε επί των προτάσεων η Βουλή των Αντί προσώπων.

 

7. Ο βουλευτής δεν μπορεί να αγορεύσει σε συνεδρίαση της Βουλής των Αντιπροσώπων εάν δεν εγγραφεί προηγουμένως στον σχετικό πίνακα ή εάν δεν πάρει την άδεια από τον προεδρεύοντα.

 

Ο βουλευτής που τηρεί τη διαγραφόμενη διαδικασία δικαιούται, σε ευλόγως επαρκή χρόνο (λαμβανομένου υπόψιν του κάθε θέματος) να αγορεύσει και να ακουστεί κατά τη συγκεκριμένη συνεδρίαση.

 

Οι αγορεύσεις γίνονται κατά τη σειρά εγγραφής ή της προφορικής αιτήσεως για άδεια όσων επιθυμούν να αγορεύσουν, ανάλογα προς την περίπτωση. Σε περίπτωση όμως που υπάρχουν αντίθετες γνώμες, τον βουλευτή που αγορεύει διαδέχεται ο βουλευτής που αντιλέγει, εφόσον αυτό είναι δυνατό. Βουλευτές που αγορεύουν εκ μέρους των κοινοβουλευτικών επιτροπών ή των πολιτικών κομματικών ομάδων στη Βουλή, δεν υπόκεινται στους πιο πάνω κανόνες σχετικά με τη σειρά των αγορεύσεων.

 

Βουλευτές που επιθυμούν να αγορεύσουν επί προτάσεων που αναφέρονται οι: οποιοδήποτε θέμα της ημερησίας διατάξεως ή της τηρήσεως του κανονισμού ή επί του τερματισμού της συζητήσεως, προηγούνται εκείνων που επιθυμούν να αγορεύσουν επί του συζητούμενου θέματος σε τέτοια δε περίπτωση επιτρέπεται σε δυο βουλευτές, ένα υπέρ της προτάσεως κι ένα εναντίον της, να αγορεύσουν ο καθένας για δεκαπέντε λεπτά.

 

8. Οι αγορεύσεις στη Βουλή των Αντιπροσώπων γίνονται από το βήμα της Βουλής και απευθύνονται προς τη Βουλή. Οι αγορεύσεις και κάθε άλλη διαδικασία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στις συνεδριάσεις των κοινοβουλευτικών επιτροπών μεταφράζονται ταυτόχρονα από την επίσημη γλώσσα στην οποία γίνονται, στην άλλη επίσημη γλώσσα.

 

9. Απαγορεύονται οι διακοπές των αγορεύσεων των βουλευτών ή οι προσωπικές επιθέσεις κατά βουλευτών που είναι άσχετες προς το υπό συζήτηση θέμα στη Βουλή των Αντιπροσώπων όπως και κατά τις συνεδριάσεις των κοινοβουλευτικών επιτροπών, εκτός αν ορισθεί διαφορετικά με τον κανονισμό.

 

10. Οι ψήφοι στη Βουλή των Αντιπροσώπων καταμετρούνται ενιαίο και καταγράφονται από τον ένα των Ελλήνων και τον Τούρκο γραμματέα της Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

11. Τα πρακτικά των συζητήσεων στη Βουλή των Αντιπροσώπων περιλαμβάνουν ολόκληρα τα γινόμενα σε κάθε συνεδρίαση. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών τηρούνται συνοπτικά. Όταν υποβληθεί αντίρρηση κατά των πρακτικών συνεδριάσεως της Βουλής των Αντιπροσώπων, είτε προφορικώς από βουλευτή κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση είτε γραπτώς σταλμένη στον πρόεδρο της σχετικής συνεδριάσεως, η Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί να αποφασίσει την ανάλογη διόρθωση των πρακτικών.

 

12. Πολιτικό κόμμα που εκπροσωπείται στη Βουλή των Αντιπροσώπων με αριθμό βουλευτών τουλάχιστον ίσο προς το δώδεκα τοις εκατόν του συνολικού αριθμού των βουλευτών, μπορεί να σχηματίσει πολιτική κομματική ομάδα που δικαιούται αναγνωρίσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 74.

 

1. Η Βουλή των Αντιπροσώπων συνέρχεται σε τακτική σύνοδο χωρίς σύγκληση τη δέκατη πέμπτη μέρα από τις γενικές εκλογές και στη συνέχεια την αντίστοιχη μέρα κάθε χρόνου.

 

2. Η τακτική σύνοδος της Βουλής των Αντιπροσώπων διαρκεί από τρεις έως έξι μήνες κάθε χρόνο, όπως αποφασίσει η Βουλή των Αντιπροσώπων.

 

3. Η Βουλή των Αντιπροσώπων συγκαλείται σε έκτακτη σύνοδο από τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο της, ύστερα από αίτηση δέκα βουλευτών που απευθύνεται τόσο στον Πρόεδρο όσο και στον Αντιπρόεδρο της.

 

ΑΡΘΡΟ 75.

 

1. Οι συνεδριάσεις της Βουλής των Αντιπροσώπων είναι δημόσιες και τα πρακτικά των συζητήσεων α' αυτές δημοσιεύονται.

 

2. Η Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί, αν το θεωρήσει αναγκαίο, να συνέλθει σε μυστική συνεδρίαση ύστερα από απόφαση της που λαμβάνεται με πλειοψηφία των τριών τετάρτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

 

ΑΡΘΡΟ 76.

 

1. Ο Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη κάθε συνεδριάσεως.

 

2. Ο Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, όταν κηρύσσει τη λήξη της συνεδριάσεως, γνωστοποιεί ταυτόχρονα, και με τη συναίνεση της Βουλής, την οριζόμενη ημέρα και ώρα της επόμενης συνεδριάσεως και ανακοινώνει στη Βουλή την ημερήσια διάταξη της συνεδριάσεως εκείνης, οπότε κι εφαρμόζονται οι διατάξεις της έκτης παραγράφου του άρθρου 33.

 

3. Η ημερήσια διάταξη τυπώνεται και διανέμεται στους βουλευτές τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν από τη συνεδρίαση, εφόσον όμως αναφέρεται σε θέμα που ήδη βρίσκεται υπό συζήτηση, η διανομή γίνεται σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο πριν από τη συνεδρίαση.

 

ΑΡΘΡΟ 77.

 

1. Η Βουλή των Αντιπροσώπων βρίσκεται σε απαρτία εφόσον παρίσταται τουλάχιστον το ένα τρίτο του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

 

2. Συζήτηση που αναφέρεται σε οποιοδήποτε καθορισμένο θέμα μπορεί να διακοπεί μια φορά για είκοσι τέσσερις ώρες με αίτηση της πλειοψηφίας των παρόντων κατά τη συνεδρίαση βουλευτών καθεμιάς κοινότητας.

 

ΑΡΘΡΟ 78.

 

1. Οι νομοί και οι αποφάσεις της Βουλής των Αντιπροσώπων ψηφίζονται με απλή πλειοψηφία των παρόντων και ψηφιζόντων βουλευτών.

 

2. Κάθε τροποποίηση του εκλογικού νόμου όπως και η ψήφιση νόμου που αφορά τα δημαρχεία, και κάθε νόμου που επιβάλλει φόρους ή  τέλη, απαιτεί χωριστή απλή πλειοψηφία των βουλευτών που εξελέγηκαν, αντιστοίχως, από την ελληνική και την τουρκική κοινότητα και παίρνουν μέρος στη ψηφοφορία.

 

ΑΡΘΡΟ 79.

 

1. Ο Πρόεδρος η ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας μπορούν ν' απευθύνονται με μηνύματα τους προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων ή να διαβιβάζουν προς τη Βουλή τις απόψεις τούς δια των υπουργών.

 

2. Οι υπουργοί μπορούν να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις της Βουλής των Αντιπροσώπων ή οποιασδήποτε των κοινοβουλευτικών επιτροπών και να κάνουν δηλώσεις ή να πληροφορούν τη Βουλή ή οποιαδήποτε από τις κοινοβουλευτικές επιτροπές για κάθε θέμα της αρμοδιότητάς τους.

 

ΑΡΘΡΟ 80.

 

1. Το δικαίωμα της υποβολής προτάσεων νόμων ανήκει στους βουλευτές, και νομοσχεδίων στους υπουργούς.

 

2. Καμιά πρόταση νόμου που συνεπάγεται αύξηση των εξόδων που προβλέπονται στον προϋπολογισμό δεν μπορεί να υποβληθεί από βουλευτή.

 

ΑΡΘΡΟ 81.

 

1. Ο προϋπολογισμός κατατίθεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων το αργότερο τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία ενάρξεως του οικονομικού έτους που καθορίζεται από τον νόμο, και ψηφίζεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων πριν απο την ημερομηνία ενάρξεως του οικονομικού έτους.

 

2. Μέσα σε τρεις μήνες από τη λήξη του οικονομικού έτους κατατίθεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση ο τελικός απολογισμός.

 

ΑΡΘΡΟ 82.

 

Οι νόμοι και οι αποφάσεις της Βουλής των Αντιπροσώπων τίθενται σε ισχύ από τη δημοσίευση τους στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετική ημερομηνία στον δημοσιευόμενο νόμο ή απόφαση.

 

ΑΡΘΡΟ 83.

 

1. Οι βουλευτές δεν διώκονται ποινικώς και δεν ευθύνονται αστικώς εξαιτίας οποιασδήποτε γνώμης που εκφράζουν ή ψήφου που δίνουν στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

 

2. Ο βουλευτής δεν μπορεί, χωρίς την άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, να διωχθεί, συλληφθεί ή φυλακισθεί για όσο χρόνο εξακολουθεί να είναι βουλευτής.

 

Τέτοια άδεια δεν απαιτείται για αδίκημα για το οποίο προβλέπεται ποινή θανάτου ή φυλάκιση πέντε χρόνων και άνω, εφόσον ο αδικοπραγήσας κατελήφθη επαυτοφόρω. Σ' αυτή την περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο ειδοποιείται αμέσως από την αρμόδια αρχή και αποφασίζει για παροχή ή όχι της άδειας για συνέχιση της διώξεως ή της κρατήσεως, για όσο χρόνο ο ένοχος εξακολουθεί να είναι βουλευτής.

 

3. Αν το Ανώτατο Δικαστήριο αρνηθεί να παράσχει την άδεια για δίωξη του βουλευτή, ο χρόνος κατά του οποίο ο βουλευτής δεν μπορεί να διωχθεί δεν συνυπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής του σχετικού αδικήματος.

 

4. Αν το Ανώτατο Δικαστήριο αρνηθεί να παράσχει την άδεια για εκτέλεση αποφάσεως φυλακίσεως που επεβλήθη σε βουλευτή από αρμόδιο δικαστήριο, η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής αναβάλλεται ωσότου ο καταδικασθείς παύσει να είναι βουλευτής.

 

ΑΡΘΡΟ 84.

 

1. Οι βουλευτές παίρνουν από το δημόσιο ταμείο αποζημίωση που ορίζεται με νόμο.

 

2. Οποιαδήποτε αύξηση της αποζημιώσεως αυτής δεν μπορεί να ισχύσει κατά τη διάρκεια της περιόδου της Βουλής των Αντιπροσώπων κατά την οποία αποφασίστηκε τέτοια αύξηση.

 

ΑΡΘΡΟ 85.

 

Κάθε θέμα σχετικό προς τα προσόντα εκλογιμότητας των υποψηφίων και κάθε ένσταση κατά των εκλογών, εκδικάζονται οριστικά και αμετάκλητα απο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.

 

ΜΕΡΟΣ V - ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΝ

 

 

ΑΡΘΡΟ 86.

 

Η ελληνική και η τουρκική κοινότητα εκλέγουν αντιστοίχως απο τα μέλη τους Κοινοτική Συνέλευση, η αρμοδιότητα της οποίας ορίζεται ρητά από τις διατάξεις του Συντάγματος.

 

ΑΡΘΡΟ 87.

 

1. Κάθε Κοινοτική Συνέλευση έχει αρμοδιότητα, σε σχέση προς την αντίστοιχη κοινότητα, να ασκεί, εντός των ορίων του Συντάγματος και υπό τους περιορισμούς της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, νομοθετική εξουσία αποκλειστικά και μόνο επί των ακόλουθων θεμάτων:

 

(α) επί όλων των θρησκευτικών θεμάτων,

(β) επί όλων των εκπαιδευτικών, μορφωτικών και διδακτικών θεμάτων,

(γ) επί του προσωπικού θεσμού,

(δ) επί της συνθέσεως και των βαθμών δικαιοδοσίας των δικαστηρίων που εκδικάζουν αστικές διαφορές, αναφερόμενες στον προσωπικό θεσμό και σε θρησκευτικά ζητήματα,

(ε) επί ζητημάτων που αφορούν συμφέροντα και ιδρύματα καθαρά κοινοτικής φύσεως, δηλαδή φιλανθρωπικά και αθλητικά ιδρύματα, οργανώσεις και σωματεία ιδρυόμενα για την προαγωγή της ευημερίας της αντίστοιχης κοινότητας,

(στ) επί της επιβολής προσωπικών εισφορών και προσωπικών τελών στα μέλη της αντίστοιχης κοινότητας, με σκοπό την εξυπηρέτηση των αντιστοίχων αναγκών τους και των αναγκών των οργανώσεων και ιδρυμάτων που βρίσκονται υπό τον έλεγχο τους, σύμφωνα με το άρθρο 88,

(ζ) στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες καθίσταται αναγκαία η έκδοση δευτερογενούς νομοθεσίας υπό μορφή κανονισμών διοικήσεως ή διαχειρίσεως, οι οποίοι εκδίδονται κατ' εφαρμογήν των περί δήμων νόμων, με σκοπό όπως η Κοινοτική Συνέλευση μπορέσει να προαγάγει τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν δήμοι περιλαμβάνον τες κατοίκους που ανήκουν αποκλειστικά στην ίδια με την Κοινοτική Συνέλευση κοινότητα,

(η) επί θεμάτων που αναφέρονται στην άσκηση ελέγχου επί των συνεργατικών παραγωγών και καταναλωτών και των πιστωτικών ιδρυμάτων και της εποπτείας της λειτουργίας των δήμων που περιλαμβάνουν κατοίκους οι οποίοι ανήκουν αποκλειστικά στην ίδια με την Κοινοτική Συνέλευση κοινότητα, εφόσον η άσκηση τέτοιου ελέγχου ή εποπτείας ανήκει, κατά το Σύνταγμα, στην αρμοδιότητα της Κοινοτικής Συνελεύσεως, τηρουμένου του κανόνος ότι:

(αα) κανένας νόμος, κανονισμός διοικήσεως ή διαχειρίσεως ή απόφαση της Κοινοτικής Συνελεύσεως σύμφωνα με το εδάφιο (η) δεν επιτρέπεται να είναι, άμεσα ή έμμεσα, αντίθετη ή ασύμφωνη προς κάποιο νόμο από τον οποίο διέπονται οι συνεργατικές παραγωγών και καταναλωτών και τα πιστωτικά ιδρύματα ή στον οποίο υπόκεινται οι δήμοι,

(ββ) κανένα από όσα ορίζονται στο πιο πάνω εδάφιο (αα) δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι επιτρέπει στη Βουλή των Αντιπροσώπων να νομοθετεί επί θεμάτων που αφορούν την άσκηση της αρμοδιότητας που ανήκει, σύμφωνα με το εδάφιο (η), στις Κοινοτικές Συνελεύσεις,

(θ) επί κάθε άλλου θέματος για το οποίο ρητά ορίζει το Σύνταγμα.

 

2. Κανένα από όσα περιλαμβάνονται στο εδάφιο (στ) της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι περιορίζει με οποιοδήποτε τρόπο την εξουσία της Βουλής των Αντιπροσώπων να επιβάλλει προσωπικές εισφορές, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος.

 

3. Κανένας νόμος η απόφαση Κοινοτικής Συνελεύσεως (κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που ανήκει ο' αυτήν, σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου) δεν μπορεί να περιέχει οτιδήποτε αντίθετο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες τις εγγυημένες από το Σύνταγμα σε οποιοδήποτε άτομο.

 

ΑΡΘΡΟ 88.

 

1. Η αρμοδιότητα κάθε Κοινοτικής Συνελεύσεως για επιβολή εισφορών, σύμφωνα με το εδάφιο (στ) της πρώτης παραγράφου του άρθρου 87, ασκείται για την κάλυψη μέρους των κονδυλίων που αναγράφονται στον ετήσιο προϋπολογισμό της και που δεν καλύπτονται με την αντιστοιχούσα σε κάθε οικονομικό έτος επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό της Δημοκρατίας προς την Κοινοτική Συνέλευση (που ορίζεται στη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου), η με άλλο πόρο τον οποίο μπορεί να αποκτήσει κάθε Κοινοτική Συνέλευση κατά το αναφερόμενο οικονομικό έτος.

 

2. Η Βουλή των Αντιπροσώπων προνοεί κάθε οικονομικό έτος, δια του προϋπολογισμού, και θέτει στη διάθεση και των δυο Κοινοτικών Συνελεύσεων (σε σχέση προς τα αντίστοιχα οικονομικά τους έτη και με άκοπο την εξυπηρέτηση των αντιστοίχων αναγκών τους ως προς θέματα υπαγόμενα στην αρμοδιότητα τους), ποσό όχι μικρότερο των δύο εκατομμυρίων λιρών που κατανέμεται στην ελληνική και την τουρκική Κοινοτική Συνέλευση ως ακολούθως.

 

(α) στην ελληνική Κοινοτική Συνέλευση ποσό όχι μικρότερο του   ενός   εκατομμυρίου   εξακοσίων   χιλιάδων   λιρών (pounds), και

(β) στην τουρκική Κοινοτική Συνέλευση ποσό όχι μικρότερο των τετρακοσίων χιλιάδων λιρών (pounds), τηρουμένου του ορού ότι, σε περίπτωση αυξήσεως του ελάχιστου συνολικού ποσού που διατίθεται και στις δύο Κοινοτικές Συνελεύσεις, η κατανομή κάθε επί πλέον ποσού σε καθεμιά από αυτές θα γίνεται με τον τρόπο που θ' αποφασίσει η Βουλή των Αντιπροσώπων.

 

3. Με αίτηση Κοινοτικής Συνελεύσεως, οι εισφορές που αυτή επιβάλλει εισπράσσονται για λογαριασμό της και καταβάλλονται στην Κοινοτική Συνέλευση από τις αρχές της Δημοκρατίας.

 

4. Στο παρόν άρθρο και στο εδάφιο (στ) της πρώτης παραγράφου του άρθρου 87 ο όρος «μέλος» συμπεριλαμβάνει νομικά πρόσωπα ή συνεταιρισμούς χωρίς νομική προσωπικότητα και ειδικά κατά το μέτρο της συμμετοχής, σε νομικά πρόσωπα ή συνεταιρισμούς χωρίς νομική προσωπικότητα, των μελών κάθε κοινότητας.

 

ΑΡΘΡΟ 89.

 

1. Σε σχέση προς την αντίστοιχη κοινότητα, κάθε Κοινοτική Συνέλευση έχει επίσης αρμοδιότητα:

 

(α) - (αα) να καθορίζει τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές μέσα στα όρια των κοινοτικών της νόμων,

(ββ) να ασκεί διοικητική αρμοδιότητα, σύμφωνα με τον τρόπο και με τα πρόσωπα που θα ορίσει κοινοτικός νόμος, σε σχέση προς οποιοδήποτε θέμα, για το οποίο είναι αρμόδια να νομοθετεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 87, εκτός των οριζομένων στα εδάφια (ζ) και (η) της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, για τα οποία λαμβάνεται ειδική πρόνοια στα πιο κάτω εδάφια.

 

(β) να ασκεί έλεγχο επί των συνεργατικών παραγωγών και καταναλωτών και επί των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία ιδρύονται με σκοπό την προαγωγή της ευημερίας της αντίστοιχης κοινότητας. Οι συνεργατικές και τα πιστωτικά αυτά ιδρύματα διέπονται από τους σχετικούς νόμους,

 

(γ) να προάγει τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν οι δήμοι, που περιλαμβάνουν κατοίκους ανήκοντες αποκλειστικά στην ίδια με την Κοινοτική Συνέλευση κοινότητα, και να εποπτεύει τη λειτουργία των δήμων αυτών. Οι δήμοι αυτοί υπόκεινται στους νόμους.

 

2. Το περιεχόμενο των διατάξεων του εδαφίου (ε) της πρώτης παραγράφου του άρθρου 87 και του εδαφίου (β) της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμποδίζει τη δημιουργία μεικτών και κοινών ιδρυμάτων, του είδους που ορίζεται στις διατάξεις αυτές, εφόσον το επιθυμούν οι κάτοικοι.

 

3. Σε περίπτωση που η κεντρική διοίκηση θελήσει να ενεργήσει, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τον υπ' αυτής ασκούμενο έλεγχο των συνεργατικών ιδρυμάτων ή δήμων, που αναφέρονται στα εδάφια (β) και (γ) της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, ο έλεγχος αυτός θα γίνεται από δημοσίους υπαλλήλους, που ανήκουν στην ίδια κοινότητα στην οποία ανήκουν αυτές οι συνεργατικές, τα ιδρύματα ή οι δήμοι.

 

ΑΡΘΡΟ 90.

 

1. Τηρουμένων των πιο κάτω διατάξεων του παρόντος άρθρου, κάθε Κοινοτική Συνέλευση έχει αρμοδιότητα να προνοεί με τους νόμους της για την εφαρμογή των νόμων και αποφάσεών της.

 

2. Η Κοινοτική Συνέλευση δεν έχει αρμοδιότητα να επιβάλει, με οποιουσδήποτε νόμους ή αποφάσεις της, ποινές φυλακίσεως ή κράτηση για οποιαδήποτε παράβαση τους ή παράλειψη συμμορφώσεως προς οποιεσδήποτε οδηγίες που αυτή δίδει κατά την ενάσκηση της αρμοδιότητας που της ενεπιστεύθη το Σύνταγμα.

 

3. Οι Κοινοτικές Συνελεύσεις δεν έχουν αρμοδιότητα να επιβάλουν αναγκαστικά μέτρα για την επίτευξη συμμορφώσεως προς τους αντίστοιχους κοινοτικούς νόμους ή αποφάσεις καθώς και προς τις αποφάσεις των δικαστηρίων, τα οποία κρίνουν αστικές διαφορές που αφορούν την αντίστοιχη αρμοδιότητα τους που περιλαμβάνει προσωπική κατάσταση και θρησκευτικά ζητήματα.

 

4. Όταν παρίσταται ανάγκη να γίνει χρήση αναγκαστικών μέτρων για επίτευξη συμμορφώσεως προς οποιοδήποτε νόμο ή απόφαση Κοινοτικής Συνελεύσεως ή προς θέμα συναφές με την άσκηση ελέγχου ή εποπτείας από Κοινοτική Συνέλευση, τα μέτρα αυτά επιβάλλονται, με την αίτηση ή για λογαριασμό της Κοινοτικής Συνελεύσεως, από τις δημόσιες αρχές της Δημοκρατίας, οι οποίες έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα να επιβάλουν τέτοια αναγκαστικά μέτρα.

 

5. Η εκτέλεση οποιασδήποτε αποφάσεως η διαταγής δικαστηρίου σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα της αποκλειστικής αρμοδιότητας Κοινοτικής Συνελεύσεως, γίνεται διό ίων δημοσίων αρχών της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 91.

 

1. Κάθε Κοινοτική Συνέλευση συντάσσει και ψηφίζει κάθε χρόνο τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων της για το επόμενο οικονομικό έτος.

 

2. Ο προϋπολογισμός αυτός ψηφίζεται από την Κοινοτική Συνέλευση πριν από την ημερομηνία ενάρξεως του κοινοτικού οικονομικού έτους, που καθορίζεται από τον κοινοτικό νόμο.

 

ΑΡΘΡΟ 92.

 

Ο αριθμός των μελών κάθε Κοινοτικής Συνελεύσεως καθορίζεται από κοινοτικό νόμο ψηφιζόμενο με πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των μελών κάθε Κοινοτικής Συνελεύσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 93.

 

Η εκλογή των μελών και των δύο Κοινοτικών Συνελεύσεων γίνεται με καθολική, άμεση και μυστική ψηφοφορία.

 

ΑΡΘΡΟ 94.

 

1. Τηρουμένων των διατάξεων της δεύτερης παραγράφου του παρόντος άρθρου, κάθε πολίτης της Δημοκρατίας που έχει συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του και έχει τα προσόντα διαμονής που καθορίζει ο αντίστοιχος κοινοτικός εκλογικός νόμος, δικαιούται να εγγραφεί ως εκλογέας στον αντίστοιχο εκλογικό κοινοτικό κατάλογο.

 

Τα μέλη της ελληνικής κοινότητας εγγράφονται μόνο στον ελληνικό κοινοτικό εκλογικό κατάλογο και τα μέλη της τουρκικής κοινότητας εγγράφονται μόνο στον τουρκικό κοινοτικό εκλογικό κατάλογο.

 

2. Κανένας δεν δικαιούται να εγγραφεί στον κοινοτικό εκλογικό κατάλογο ως εκλογέας, εφόσον δεν κατέχει τα απαιτούμενα από τον αντίστοιχο κοινοτικό εκλογικό νόμο προσόντα προς έγγραφη.

 

ΑΡΘΡΟ 95.

 

Κάθε άτομο δικαιούται να υποβάλει υποψηφιότητα για την εκλογή του ως μέλους Κοινοτικής Συνελεύσεως, εφόσον κατά τον χρόνο της εκλογής:

 

(α) είναι πολίτης της Δημοκρατίας, εγγεγραμμένος στον αντίστοιχο κοινοτικό εκλογικό κατάλογο,

(β) έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του,

(γ) δεν έχει καταδικαστεί κατά την ημέρα ενάρξεως της ισχύ ος του Συντάγματος ή μετά από αυτήν για αδίκημα ατιμωτικό ή ηθικής αισχρότητας ή δεν έχει στερηθεί της εκλογιμότητας με απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου λόγω οποιουδήποτε εκλογικού αδικήματος, και

(δ) δεν πάσχει από διανοητική ασθένεια που τον καθιστά ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντα του ως μέλους Κοινοτικής Συνελεύσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 96

 

1. Η θητεία των Κοινοτικών Συνελεύσεων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημερομηνία την οποία ορίζουν οι αντίστοιχοι κοινοτικοί νόμοι.

 

2. Η απερχόμενη Κοινοτική Συνέλευση συνεχίζει μέχρι της ενάρξεως της θητείας της νέας Κοινοτικής Συνελεύσεως, σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου.

 

ΑΡΘΡΟ 97.

 

1. Γενικές κοινοτικές εκλογές διεξάγονται για κάθε Κοινοτική Συνέλευση τριάντα τουλάχιστον μέρες προτού λήξει η θητεία της απερχόμενης Κοινοτικής Συνελεύσεως.

 

2. Όταν κενωθεί η έδρα κάποιου μέλους Κοινοτικής Συνελεύσεως, αυτή θα πληρούται με αναπληρωματική εκλογή που διεξάγεται μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε ημερών από τη μέρα που κενώθηκε η έδρα.

 

3. Αν η (κατά την πρώτη ή δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου) εκλογή δεν μπορεί να διεξαχθεί κατά τη μέρα που ορίζεται από το Σύνταγμα ή σύμφωνα με αυτό, λόγω εξαιρετικών και απροβλέπτων περιστάσεων, όπως σεισμού, πλημμύρας, γενικής επιδημίας και παρόμοιων περιστάσεων, η εκλογή διενεργείται την αντίστοιχη μέρα της επόμενης εβδομάδας.

 

ΑΡΘΡΟ 98.

 

1. Κάθε Κοινοτική Συνέλευση μπορεί να διαλυθεί μόνο με απόφαση δική της, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία.

 

2. Παρά τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 96 και ι ης πρώτης παραγράφου του άρθρου 97, η πιο πάνω απόφαση ορίζει την ημερομηνία της διενέργειας γενικής κοινοτικής εκλογής για την Κοινοτική αυτή Συνέλευση, η οποία δεν μπορεί να απέχει λιγότερο των τριάντα ημερών και περισσότερο των σαράντα ημερών από την ημέρα λήψεως της αποφάσεως για διάλυση. Ορίζει επίσης την ημερομηνία της πρώτης συνεδριάσεως της νεοεκλεγομένης Κοινοτικής Συνελεύσεως' η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να απέχει πέραν των δέκα πέντε ημερών απο την κοινοτική αυτή γενική εκλογή. Μέχρι δε και της τελευταίας αυτής ημερομηνίας, η απερχόμενη Κοινοτική Συνέλευση συνεχίζει.

 

3. Παρά τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 96, η θητεία της Κοινοτικής Συνελεύσεως που εκλέγεται μετά από διάλυση, περιορίζεται στον υπόλοιπο χρόνο της θητείας της δια-λυθείσης Κοινοτικής Συνελεύσεως. Σε περίπτωση όμως που η διάλυση έγινε κατά το τελευταίο έτος της πενταετούς θητείας της Κοινοτικής Συνελεύσεως, η γενική κοινοτική εκλογή για την Κοινοτική αυτή Συνέλευση προκηρύσσεται τόσο για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας της διαλυθείσης Κοινοτικής Συνελεύσεως, όσο και για την επόμενη πενταετή θητεία της Κοινοτικής αυτής Συνελεύσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 99.

 

Όταν η Κοινοτική Συνέλευση συνεχίζει μέχρι την ημέρα ενάρξεως της θητείας της νεοεκλεγόμενης Κοινοτικής Συνελεύσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 96 ή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 98, αυτή δεν μπορεί να ψηφίζει νόμους ή να παίρνει αποφάσεις επί οποιουδήποτε θέματος, παρά μόνο σε περίπτωση επειγουσών και εξαιρετικών απροβλέπτων περιστάσεων, οι οποίες πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στον σχετικό νόμο ή απόφαση.

 

ΑΡΘΡΟ 100.

 

Προτού αναλάβει τα καθήκοντα του, κάθε μέλος της Κοινοτικής Συνελεύσεως οφείλει να δώσει σε δημόσια συνεδρίαση της την ακόλουθη διαβεβαίωση:

 

«Διαβεβαιώ επισήμως πίστιν και σεβασμόν εις το Σύνταγμα και τους συνάδοντας αυτώ νόμους και εις την διατήρησιν της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας της Κύπρου».

 

ΑΡΘΡΟ 101.

 

1. Η ιδιότητα του μέλους της Κοινοτικής Συνελεύσεως είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμα του υπουργού ή του βουλευτή ή του μέλους δημοτικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου και του δημάρχου, ή προς την ιδιότητα προσώπου που ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις ή τις δυνάμεις ασφαλείας της Δημοκρατίας ή προς οποιοδήποτε δημόσιο η δημοτικό αξίωμα ή θέση, προκειμένου δε περί μέλους της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και προς το αξίωμα του θρησκευτικού λειτουργού.

 

2. Ο όρος «δημόσιο αξίωμα ή θέση» στο παρόν άρθρο περιλαμβάνει οποιοδήποτε αξίωμα ή θέση επί αμοιβή στην υπηρεσία της Δημοκρατίας η Κοινοτικής Συνελεύσεως, η αμοιβή της οποίας τελεί υπό τον έλεγχο είτε της Δημοκρατίας είτε Κοινοτικής Συνελεύσεως, συμπεριλαμβανομένου κάθε αξιώματος ή θέσεως σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμό δημοσίας ωφελείας.

 

ΑΡΘΡΟ 102.

 

Με τους κανονισμούς αυτούς οι Κοινοτικές Συνελεύσεις ρυθμίζουν κάθε θέμα διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των τακτικών και εκτάκτων συνεδριάσεων, των ημερομηνιών και της διάρκειας τους, του τρόπου ψηφοφορίας και της διεξαγωγής των εργασιών τους.

 

ΑΡΘΡΟ 103.

 

1. Οι συνεδριάσεις των Κοινοτικών Συνελεύσεων είναι δημόσιες, τα δε πρακτικά των συνεδριάσεων αυτών δημοσιεύονται.

 

2. Κάθε Κοινοτική Συνέλευση μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να συνέρχεται σε μυστική συνεδρίαση, μετά από απόφαση που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των μελών της.

 

ΑΡΘΡΟ 104.

 

1. Οι νομοί που ψηφίζονται ή οι αποφάσεις που λαμβάνονται απο την ελληνική και την τουρκική Κοινοτική Συνέλευση, αφού υπογραφούν από τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, αντιστοίχως, μέσα σε δεκαπέντε μέρες από τη στιγμή που αυτοί θα πάρουν τους νομούς ή τις αποφάσεις αυτές, δημοσιεύονται αμέσως στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας.

 

2. Ο κοινοτικός νόμος ισχύει (έκτος αν ορίζεται ο' αυτόν ρητά άλλη ημερομηνία) απο της δημοσιεύσεως του στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 105.

 

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε σχέση προς την ελληνική Κοινοτική Συνέλευση και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας σε σχέση προς την τουρκική Κοινοτική Συνέλευση μπορούν μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από τη στιγμή που θα πάρουν κάθε νομό ή απόφαση της αντίστοιχης Κοινοτικής Συνελεύσεως, ν' αναπέμψουν τον νομό ή την απόφαση αυτή στην Κοινοτική Συνέλευση προς επανεξέταση.

 

2. Αν η ενδιαφερόμενη Κοινοτική Συνέλευση εμμείνει στον αναπεμφθέντα νομό η απόφαση, ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδροι; της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως, θα υπογράφουν και δημοσιεύουν τον νόμο ή την απόφαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αμέσως προηγουμένου άρθρου.

 

ΑΡΘΡΟ 106.

 

1. Τα μέλη των Κοινοτικών Συνελεύσεων δεν διώκονται ποινικώς και δεν ευθύνονται αστικώς εξαιτίας οποιασδήποτε γνώμης που εκφράζουν ή ψήφου που δίνουν στην Κοινοτική Συνέλευση.

 

2. Τα μέλη των Κοινοτικών Συνελεύσεων δεν διώκονται, συλλαμβάνονται ή φυλακίζονται, για όσο χρόνο εξακολουθούν να είναι μέλη των Συνελεύσεων, χωρίς άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Άδεια δεν απαιτείται επί ποινικού αδικήματος αυτοφόρου που τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με φυλάκιση πέντε χρόνων και άνω.

 

Στην περίπτωση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο, ειδοποιούμενο αμέσως από την αρμόδια αρχή, αποφασίζει για την παροχή ή όχι της άδειας για συνέχιση της διώξεως η της κρατήσεως, αναλόγως της περιπτώσεως, εφόσον ο αδικοπραγήσας εξακολουθεί να είναι μέλος της Κοινοτικής Συνελεύσεως.

 

3. Αν το Ανώτατο Δικαστήριο αρνηθεί να παράσχει την άδεια προς δίωξη του μέλους της Κοινοτικής Συνελεύσεως, ο χρόνος κατά τον οποίο το μέλος αυτό δεν μπορεί να διωχθεί, δεν συνυπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής του σχετικού αδικήματος.

 

4. Αν το Ανώτατο Δικαστήριο αρνηθεί να παράσχει την άδεια προς εκτέλεση αποφάσεως φυλακίσεως, που έχει επιβληθεί σε μέλος Κοινοτικής Συνελεύσεως από αρμόδιο δικαστήριο, η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής αναβάλλεται ωσότου ο καταδικασθείς παύσει να είναι μέλος της Κοινοτικής Συνελεύσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 107.

 

Η έδρα μέλους Κοινοτικής Συνελεύσεως κενώνεται:

 

(α) λόγω θανάτου του, ή

(β) με έγγραφη παραίτησή του, ή

(γ) αν συμβεί οποιαδήποτε περίπτωση από τις αναφερόμενες στο εδάφιο (γ) ή (δ) του άρθρου 95 ή με την απώλεια της ιθαγένειας της Δημοκρατίας, ή αν παύσει να έχει τα προσόντα να εγγραφεί στον αντίστοιχο εκλογικό κοινοτικό κατάλογο ως εκλογέας, ή

(δ) με την ανάληψη αξιώματος ή θέσεως από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 101.

 

ΑΡΘΡΟ 108

 

1. Η ελληνική και η τουρκική κοινότητα δικαιούνται να λαμβάνουν από την ελληνική ή την τουρκική κυβέρνηση, αντιστοίχως, επιχορηγήσεις για τα εκπαιδευτικά, μορφωτικά, αθλητικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα, που ανήκουν αντιστοίχως στην ελληνική ή την τουρκική κοινότητα.

 

2. Επίσης, όταν η ελληνική ή η τουρκική κοινότητα θεωρεί ότι δεν έχει τον αναγκαίο αριθμό διδασκάλων, καθηγητών ή κληρικών για τη λειτουργία των ιδρυμάτων της, η κοινότητα δικαιούται να λάβει και να χρησιμοποιήσει το απολύτως αναγκαίο για την αντιμετώπιση των αναγκών της προσωπικό, το οποίο θα παράσχουν η ελληνική ή η τουρκική κυβέρνηση, αντιστοίχως.

 

ΑΡΘΡΟ 109.

 

Κάθε θρησκευτική ομάδα, η οποία (σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 2) επέλεξε τη μια από τις δυο κοινότητες, δικαιούται να αντιπροσωπεύεται στην Κοινοτική Συνέλευση της κοινότητας την οποία επέλεξε, όπως θα ορίσει ο οικείος κοινοτικός νόμος, διά μέλους ή μελών της θρησκευτικής ομάδας που εκλέγεται από αυτήν.

 

ΑΡΘΡΟ 110.

 

1. Η αυτοκέφαλη ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίσει να έχει το αποκλειστικό δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών της υποθέσεων και της περιουσίας της, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες και τον ισχύοντα Καταστατικό της Χάρτη. Η ελληνική Κοινοτική Συνέλευση δεν μπορεί να ενεργεί αντίθετα προς το αναφερόμενο δικαίωμα της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου.

 

2. Το ίδρυμα του βακουφίου και οι αρχές και οι νόμοι περί των βακουφιών, καθώς και οι αναφερόμενοι σε βακούφια, αναγνωρίζονται απο το Σύνταγμα. Κάθε θέμα που επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο ή έχει σχέση προς το ίδρυμα του βακουφίου ή των βακουφιών ή οποιαδήποτε ιδιοκτησία των βακουφιών, περιλαμβανομένης της ιδιοκτησίας των τεμενών και οποιουδήποτε άλλου μουσουλμανικού θρησκευτικού ιδρύματος, διοικείται μόνο σύμφωνα με τους νόμους και τις αρχές των βακουφιών, και τους νομούς και τους κανονισμούς που ψηφίζει η τουρκική Κοινοτική Συνέλευση. Καμιά νομοθετική, εκτελεστική ή άλλη πράξη δεν επιτρέπεται να παραβεί αυτούς τους νόμους ή αρχές των βακουφιών και τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως, ούτε μπορεί να επικρατήσει αυτών η να επέμβει σ' αυτούς.

 

3. Κάθε Εκκλησία θρησκευτικής ομάδας, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2, θα συνεχίσει να έχει, από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, κάθε δικαίωμα σχετικό προς θρησκευτικά θέματα, το οποίο έχει σύμφωνα με τον ισχύοντα (αμέσως πριν από την ημερομηνία αυτή) νόμο της αποικίας της Κύπρου.

 

ΑΡΘΡΟ 111.

 

1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος, κάθε ζήτημα όσων ανήκουν στην ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία ή σε θρησκευτική ομάδα (για την οποία ισχύουν οι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2), που έχει σχέση με τον αρραβώνα, τον γάμο, το διαζύγιο, το κύρος του γάμου, τον χωρισμό από κοίτης και τραπέζης ή τη συνοίκηση των συζύγων ή τις οικογενειακές σχέσεις (με εξαίρεση την διά δικαστικής αποφάσεως νομιμοποίηση ή την υιοθεσία), διέπεται, από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, από τον εκκλησιαστικό νόμο της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή από τον εκκλησιαστικό νόμο κάθε θρησκευτικής ομάδας, αναλόγως της περιπτώσεως, και αποφασίζεται από το εκκλησιαστικό δικαστήριο κάθε Εκκλησίας. Κάθε δε Κοινοτική Συνέλευση στερείται της αρμοδιότητας να αποφασίσει αντίθετα προς τις διατάξεις του εκκλησιαστικού νόμου.

 

2. Κανένα από όσα διαλαμβάνονται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να παρεμποδίσει την εφαρμογή των διατάξεων της πέμπτης παραγράφου του άρθρου 90, προκειμένης εκτελέσεως οποιασδήποτε αποφάσεως ή διαταγής οποιουδήποτε εκκλησιαστικού δικαστηρίου.

 

ΜΕΡΟΣ VI - ΠΕΡΙ TΗN ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

 

Ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο βοηθός γενικοί) εισαγγελία της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 112.

 

1. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζουν από κοινού δύο πρόσωπα (από όσα κατέχουν τα προσόντα του διορισμού ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου) ως γενικό εισαγγελέα της Δημοκρατίας και βοηθό γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τηρουμένου του κανόνος ότι ο γενικός εισαγγελέας και ο βοηθός γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας δεν θα ανήκουν στην ίδια κοινότητα.

 

2. Ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας προΐσταται της νομικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και ο βοηθός γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας έπεται αυτού. Η νομική υπηρεσία της Δημοκρατίας είναι ανεξάρτητη υπηρεσία που δεν υπάγεται σε οποιοδήποτε υπουργείο.

 

3. Ο γενικός εισαγγελέας και ο βοηθός γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας έχουν το δικαίωμα να ακούονται από κάθε δικαστήριο ή δικαστή και προηγούνται ιεραρχικώς οποιουδήποτε άλλου προσώπου που εμφανίζεται ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου ή δικαστή, τηρουμένου του κανόνος ότι ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας προηγείται πάντοτε ιεραρχικώς του βοηθού γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

 

4. Ο γενικός εισαγγελέας και ο βοηθός γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας είναι μέλη της μόνιμης νομικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και υπηρετούν υπό τους ίδιους όρους με τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πλην του προέδρου του, και δεν απολύονται παρά με τους ίδιους όρους και τον ίδιο τρόπο με τους δικαστές αυτούς.

 

5. Για κάθε ζήτημα που αφορά πρόσωπα ανήκοντα στην κοινότητα του γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή την κοινότητα του βοηθού γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως, ο ένας συμβουλεύεται τον άλλο προτού ληφθεί απόφαση από του γενικό εισαγγελέα της Δημοκρατίας' τηρείται ο κανόνας ότι σε διώξεις ενώπιον δικαστηρίων που έχουν ποινική δικαιοδοσία και συντίθενται από δικαστές ανήκοντες στη μια κοινότητα, θα έχει την ενεργό διαχείριση της υποθέσεως ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας ή ο βοηθός γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας (αναλόγως της περιπτώσεως) που ανήκει στην κοινότητα αυτή.

 

ΑΡΘΡΟ 113.

 

1. Ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας, βοηθούμενος από του βοηθό γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, είναι ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, του Υπουργικού Συμβουλίου και των υπουργών, ασκεί δε κάθε άλλη εξουσία και εκτελεί κάθε άλλη υπηρεσία ή καθήκον που καθορίζεται ή ανατίθεται σ' αυτόν διά του Συντάγματος ή διά νομού.

 

2. Ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει εξουσία, κατά την κρίση του, προς το δημόσιο συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται και συνεχίζει ή διακόπτει οποιαδήποτε διαδικασία ή να διατάσσει δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου στη Δημοκρατία για οποιοδήποτε αδίκημα. Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκείται από τον γενικό εισαγγελέα της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε με υπαλλήλους που υπάγονται σ' αυτόν και ενεργούν υπό και σύμφωνα με τις οδηγίες του.

 

ΑΡΘΡΟ 114.

 

1. Ο βοηθός γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας έχει την εξουσία και ασκεί τις υπηρεσίες και τα καθήκοντα τα οποία εμπίπτουν κανονικά στην αρμοδιότητα του αξιώματος του. Αυτός μπορεί επίσης, υποκείμενος στις οδηγίες του γενικού εισαγγελέα, να ασκεί κάθε εξουσία και να εκτελεί κάθε υπηρεσία ή καθήκον τα οποία το σύνταγμα και οι νόμοι εμπιστεύονται στον γενικό εισαγγελέα.

 

2. Ο βοηθός γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας αναπληρώνει τον γενικό εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην ενάσκηση των καθηκόντων του, σε περίπτωση απουσίας ή πρόσκαιρου κωλύματος του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

 

Ο γενικός ελεγκτής και ο βοηθός γενικού ελεγκτή.

 

ΑΡΘΡΟ 115.

 

1. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζουν από κοινού δύο ικανά και κατάλληλα πρόσω πα ως γενικό ελεγκτή και βοηθό γενικού ελεγκτή, τηρουμένου του κανόνος ότι ο γενικός ελεγκτής και ο βοηθός γενικού ελεγκτή δεν θα ανήκουν στην ίδια κοινότητα.

 

2. Ο γενικός ελεγκτής είναι προϊστάμενος της ελεγκτικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και ο βοηθός γενικού ελεγκτή έπεται αυτού. Η ελεγκτική υπηρεσία της Δημοκρατίας είναι ανεξάρτητη υπηρεσία της Δημοκρατίας, που δεν υπάγεται σε οποιοδήποτε υπουργείο.

 

3. Ο γενικός ελεγκτής και ο βοηθός γενικού ελεγκτή είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι της Δημοκρατίας και δεν αποχωρούν από την υπηρεσία ούτε απολύονται από τη θέση τους, παρά με τους ίδιους όρους και τον ίδιο τρόπο με τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

ΑΡΘΡΟ 116.

 

1. Ο γενικός ελεγκτής, βοηθούμενος απο τον βοηθό γενικού ελεγκτή, ελέγχει εν ονόματι της Δημοκρατίας κάθε πληρωμή ή είσπραξη και κάθε λογαριασμό χρηματικών διαθεσίμων ή λοιπού ενεργητικού ή υποχρεώσεων που ανελήφθηκαν από τη Δημοκρατία ή για λογαριασμό της, του οποίου η διαχείριση γίνεται από τη Δημοκρατία ή ευ ονόματι της, επιθεωρώντας και ελέγχοντας συγχρόνως κάθε τέτοιο λογαριασμό. Για του σκοπό αυτό έχει το δικαίωμα επιθεωρήσεως όλων των οχετικών προς τέτοιους λογαριασμούς βιβλίων, αρχείων και καταστάσεων, και των τόπων όπου φυλάσσεται το αναφερόμενο ενεργητικό.

 

2. Ο γενικός ελεγκτής, βοηθούμενος από τον βοηθό γενικού ελεγκτή, ασκεί κάθε άλλη εξουσία και εκτελεί κάθε άλλη υπηρεσία ή καθήκον που καθορίζεται ή ανατίθεται α' αυτόν διά νόμου.

 

3. Οι οριζόμενες στο παρόν κεφάλαιο εξουσίες και τα καθήκον τα του γενικού ελεγκτή μπορούν να ασκούνται και η καθοριζόμενη υπηρεσία να εκτελείται από αυτόν είτε αυτοπροσώπως είτε με υπαλλήλους που υπάγονται α' αυτόν και ενεργούν υπό και σύμφωνα με τις οδηγίες του.

 

4. Ο γενικός ελεγκτής υποβάλλει κάθε χρόνο έκθεση, σχετικά με την άσκηση των υπηρεσιών και καθηκόντων του που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο, προς τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίοι μεριμνούν για την κατάθεση της ενώπιον της Βουλής.

 

ΑΡΘΡΟ 117.

 

1. Ο βοηθός γενικού ελεγκτή έχει την εξουσία και εκτελεί τις υπηρεσίες και το καθήκοντα που εμπίπτουν κανονικά στην αρμοδιότητα του αξιώματος του. Αυτός μπορεί επίσης, υποκείμενος στις οδηγίες του γενικού ελεγκτή, να ασκεί κάθε εξουσία και να εκτελεί κάθε καθήκον ή υπηρεσία την οποία το Σύνταγμα ή ο νόμος εμπιστεύεται στον γενικό ελεγκτή

 

2. Ο βοηθός γενικού ελεγκτή αναπληρώνει τον γενικό ελεγκτή στην ενάσκηση των καθηκόντων του, σε περίπτωση απουσίας η πρόσκαιρου κωλύματός του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

 

Ο διοικητής και ο υποδιοικητής της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 118.

 

1. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζουν από κοινού δύο ικανά και κατάλληλα πρόσωπα ως διοικητή και υποδιοικητή της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας, τηρουμένου του κανόνος ότι ο διοικητής και ο υποδιοικητής της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας δεν θα ανήκουν στην ίδια κοινότητα.

 

2. Ο διοικητής της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας προΐσταται της Εκδοτικής Τράπεζας και ο υποδιοικητής έπεται αυτού. Η Τράπεζα αυτή δεν υπάγεται σε οποιοδήποτε υπουργείο.

 

3. Ο διοικητής και ο υποδιοικητής της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας είτε θα είναι μέλη της μόνιμης δημόσιας υπηρεσίας είτε θα διορίζονται υπό όρους που καθορίζονται με τα έγγραφα διορισμού τους.

 

4. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, από κοινού, μπορούν οποτεδήποτε να πσύουν είτε τον διοικητή είτε τον υποδιοικητή της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας είτε και τους δύο, αναλόγως της περιπτώσεως.

 

5. Σε περίπτωση τέτοιας παύσεως, στον διοικητή ή τον υποδιοικητή της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας ή και στους δύο, αναλόγως της περιπτώσεως, θα δίδεται (σύμφωνα τόσο προς την έκτη παράγραφο του παρόντος άρθρου, όσο και προς τις διατάξεις του Συντάγματος περί δημοσίας υπηρεσίας της Δημοκρατίας) άλλη κατάλληλη θέση στη μόνιμη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας, αν ο διοικητής ή ο υποδιοικητής ήσαν μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι αμέσως πριν από την παύση αυτή.

 

6. Οποιοδήποτε πειθαρχικό ζήτημα σχετικό με την άσκηση της υπηρεσίας του διοικητή και του υποδιοικητή της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας υπάγεται στη ν αρμοδιότητα του συμβουλίου που εγκαθιδρύεται σύμφωνα με την όγδοη παράγραφο του άρθρου 153.

 

ΑΡΘΡΟ 119.

 

1. Ο διοικητής της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας, βοηθούμενος από του υποδιοικητή, εφαρμόζει τους νομισματικούς νόμους της Δημοκρατίας, είναι επιφορτισμένος με τη διοίκηση της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας, ασκεί κάθε άλλη εξουσία και εκτελεί κάθε άλλη υπηρεσία ή καθήκον που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας.

 

2. Ο διοικητής της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας, βοηθούμενος από τον υποδιοικητή, ασκεί κάθε άλλη εξουσία και εκτελεί κάθε άλλο καθήκον ή υπηρεσία που καθορίζεται ή ανατίθεται σ' αυτόν διά νόμου.

 

3. Οι εξουσίες και τα καθήκοντα του διοικητή της Εκδοτικής Τράπεζας, που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο, μπορούν να ασκούνται και η καθοριζόμενη υπηρεσία να εκτελείται από αυτόν είτε αυτοπροσώπως είτε με υπαλλήλους που υπάγονται σ' αυτόν και που ενεργούν υπό και σύμφωνα με τις οδηγίες του.

 

4. Ο διοικητής, βοηθούμενος από τον υποδιοικητή, εκτελεί, όσον αφορά την οικονομική πολιτική που ανάγεται στην αρμοδιότητα του, τις σχετικές αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου και εφαρμόζει τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. Ως προς τον τρόπο εφαρμογής της πολιτικής αυτής συμβουλεύεται τον υπουργό των Οικονομικών και συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις του.

 

5. Ο διοικητής της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας υποβάλλει εξαμηνιαίες εκθέσεις για την κατάσταση του νομίσματος, των κεφαλαίων και αξιών της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίοι μεριμνούν για την κατάθεση των εκθέσεων ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

ΑΡΘΡΟ 120.

 

1. Ο υποδιοικητής της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας έχει την εξουσία και εκτελεί τις υπηρεσίες και τα καθήκοντα που εμπίπτουν κανονικά στις αρμοδιότητες του. Αυτός μπορεί επίσης να ασκεί (υποκείμενος στις οδηγίες του διοικητή) κάθε εξουσία και να εκτελεί κάθε καθήκον ή υπηρεσία που ανατίθεται στον διοικητή της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας δυνάμει του Συντάγματος ή του νόμου.

 

2. Ο υποδιοικητής αναπληρώνει τον διοικητή της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας στην ενάσκηση των καθηκόντων του, σε περίπτωση απουσίας ή πρόσκαιρου κωλύματός του.

 

ΑΡΘΡΟ 121.

 

Κανένα από όσα περιλαμβάνονται στο παρόν κεφάλαιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι παρεμποδίζει τη μετατροπή της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας σε Κεντρική Τράπεζα, υπό τον όρο ότι, σε τέτοια περίπτωση, τηρουμένων κον διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, ο διοικητής και ο υποδιοικητής της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας θα καταστούν, αντιστοίχως, διοικητής και υποδιοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Δημοκρατίας.

 

ΜΕΡΟΣ VII - ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

 

Γενικές διατάξεις

 

ΑΡΘΡΟ 122.

 

Στο παρόν κεφάλαιο οι ακόλουθοι όροι (εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη χρήση, σε δεδομένη αλληλουχία, κάποιου όρου) σημαίνουν:

 

Ο όρος «δημόσια θέση ή αξίωμα» σημαίνει θέση ή αξίωμα στη δημόσια υπηρεσία.

 

Ο όρος «δημόσιος υπάλληλος» δηλώνει τον κατέχοντα μόνιμα ή προσωρινά δημόσια θέση ή αξίωμα ή τον αναπληρούντα τον μόνιμο κάτοχο.

 

Ο όρος «δημόσια υπηρεσία» σημαίνει υπηρεσία που υπάγεται στη Δημοκρατία, πλην της υπηρεσίας στον στρατό ή στα σώματα ασφαλείας της Δημοκρατίας, και περιλαμβάνει υπηρεσία στον Οργανισμό Εσωτερικών Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου και τον Οργανισμό Ηλεκτρισμού Κύπρου και σε οποιοδήποτε άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε οποιοδήποτε άλλο οργανισμό δημοσίου δικαίου χωρίς νομική προσωπικότητα, που ιδρύονται προς το δημόσιο συμφέρον από νόμο και των οποίων τα κεφάλαια είτε παρέχονται είτε είναι εγγυημένα από τη Δημοκρατία- και στην περίπτωση που η επιχείρηση ασκείται αποκλειστικά από τέτοιο νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, εφόσον η διοίκηση του τελεί υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας. Ο αρχικός όρος δεν περιλαμβάνει όμως υπηρεσία σε θέση ή αξίωμα του οποίου ο διορισμός ή η πλήρωση (δυνάμει του Συντάγματος) ενεργείται από κοινού από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, ούτε υπηρεσία εργατών, εκτός αν αυτοί απασχολούνται τακτικά ως εργάτες σε μόνιμα έργα της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε από τα αναφερόμενα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς.

 

ΑΡΘΡΟ 123.

 

1. Η δημόσια υπηρεσία αποτελείται κατά εβδομήντα τοις εκατόν από Έλληνες και κατά τριάντα τοις εκατόν από Τούρκους.

 

2. Η ποσοτική αυτή κατανομή εφαρμόζεται, στο μέτρο που αυτό καθίσταται πρακτικά δυνατό, σε όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας στη δημόσια υπηρεσία.

 

3. Σε περιοχές ή τοποθεσίες όπου η μια από τις δύο κοινότητες αποτελεί πλειοψηφία που προσεγγίζει τα εκατόν τοις εκατόν, οι δημόσιοι υπάλληλοι οι τοποθετημένοι ή επιφορτισμένοι για υπηρεσίες σε τέτοιες περιοχές ή τοποθεσίες πρέπει να ανήκουν στην κοινότητα αυτή.

 

ΑΡΘΡΟ 124.

 

1. Συνιστάται επιτροπή δημοσίας υπηρεσίας αποτελούμενη από ένα πρόεδρο και εννέα μέλη που διορίζονται από κοινού από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

2. Επτά από τα μέλη της επιτροπής είναι Έλληνες και τρία Τούρκοι.

 

3. Κάθε μέλος της επιτροπής διορίζεται για περίοδο έξι χρόνων, μπορεί όμως να υποβάλει οποτεδήποτε ιδιογράφως παραίτηση, απευθυνόμενη στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

4. Η αντιμισθία καθώς και οι άλλοι όροι υπηρεσίας μέλους της επιτροπής θα ορισθούν διά νόμου και δεν μπορούν να μεταβληθούν δυσμενώς για το μέλος μετά τον διορισμό του.

 

5. Τα μέλη της επιτροπής δεν μπορούν να απολυθούν, πάρα με τους ίδιους όρους και τον ίδιο τρόπο με τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

6.(1) Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί μέλος της επιτροπής αν δεν είναι υπήκοος της Δημοκρατίας, δεν είναι άμεμπτου χαρακτήρα και δεν έχει τα προσόντα εκλογής του ως βουλευτή.

 

(2) Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί ή να παραμείνει μέλος της επιτροπής εφόσον διατελεί ή διετέλεσε (κατά τους δώδεκα μήνες που προηγούνται του διορισμού του προκειμένου για ίου πρόεδρο της επιτροπής, ή κατά ιούς έξι μήνες που προηγούνται του διορισμού του προκειμένου για οποιοδήποτε άλλο μέλος):

 

(α) υπουργός,

(β) βουλευτής ή μέλος μιας από τις Κοινοτικές Συνελεύσεις,

(γ) δημόσιος υπάλληλος η πρόσωπο που ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις,

(δ) υπάλληλος οποιασδήποτε τοπικής αρχής η νομικού προσώπου ή οργανισμού κοινής ωφελείας που ιδρύθηκε δια νόμου προς το δημόσιο συμφέρον, και

(ε) μέλος συντεχνίας ή σωματείου ή οργανώσεως που ανήκει σ' αυτήν.

 

7. Αν οποιοδήποτε μέλος της επιτροπής βρίσκεται σε αδεία η αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντα του λόγω απουσίας του εκτός των ορίων της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε άλλου λόγου, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας μπορούν απο κοινού να διορίσουν οποιοδήποτε πρόσωπο, που συγκεντρώνει τα απαιτούμενα προσόντα, στη θέση αυτού που απουσιάζει ή κωλύεται ατην άσκηση των καθηκόντων του, για όσο χρόνο διαρκεί η απουσία ή το κώλυμα.

 

ΑΡΘΡΟ 125.

 

1. Επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ρητής διατάξεως στο Σύνταγμα για οποιοδήποτε θέμα στην παρούσα παράγραφο και τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου, η επιτροπή δημοσίας υπηρεσίας οφείλει να κατανέμει τις δημόσιες θέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων και να διορίζει, μονιμοποιεί, εντάσσει στη δύναμη των μονίμων ή των δικαιουμένων σύνταξε ως υπαλλήλων, προάγει, μεταθέτει, καθιστά συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους και να ασκεί πειθαρχική εξουσία επί αυτών, περιλαμβανομένων της απολύσεως ή της απαλλαγής απο τα καθήκοντα τους.

 

2. Ο πρόεδρος συγκαλεί την επιτροπή σε συνεδρίαση και προεδρεύει των συνεδριάσεων της, τηρουμένων των πιο κάτω, δηλαδή ότι:

 

(α) καμιά συνεδρίαση δεν γίνεται, εφόσον δεν έχουν ειδοποιηθεί προηγουμένως γι’ αυτήν όλα τα μέλη της επιτροπής,

(β) σε περίπτωση ισοψηφίας ο πρόεδρος δεν δικαιούται δεύτερη ή νικούσα ψήφο.

 

3. (α) Τηρουμένων των επομένων διατάξεων της παρούσης παραγράφου, οποιαδήποτε απόφαση της επιτροπής λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία των μελών της.

(β) Σε περίπτωση διορισμού ή προβιβασμού για πλήρωση κενής ή πρωτοσυσταθείσας θέσεως, η απόφαση ως προς την πλήρωσή της (σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος) από Έλληνα ή Τούρκο λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία, στην οποία πρέπει να περιλαμβάνονται οι ψήφοι δύο τουλάχιστον τουρκικών μελών της επιτροπής αν όμως τέτοια απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί με την πλειοψηφία που ορίζεται πιο παύω, το ζήτημα παραπέμπεται από την επιτροπή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, για να αποφασίσει σχετικά. Η απόφαση του Δικαστήρίου αυτού είναι οριστική και δεσμεύει την επιτροπή.

(γ) Όταν η απόφαση αφορά αποκλειστικά Τούρκο, αυτή λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία, στην οποία πρέπει να περιλαμβάνονται οι ψήφοι δύο τουλάχιστον τουρκικών μελών της επιτροπής. Όταν η απόφαση αφορά αποκλειστικά  Έλληνα, αυτή λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία, στην οποία πρέπει να περιλαμβάνονται οι ψήφοι τεσσάρων τουλάχιστον ελληνικών μελών της επιτροπής.

(δ) Όταν η απόφαση αφορά επιλογή Έλληνα η Τούρκου για διορισμό η προαγωγή, αυτή λαμβάνεται τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) της παρούσης παραγράφου με απόλυτη πλειοψηφία πάρα τούτο, η ομόφωνη πρόταση πέντε ελληνικών μελών της επιτροπής προκείμενου για επιλογή Έλληνα ή η ομόφωνη πρόταση τριών τουρκικών μελών προκείμενου γιο επιλογή Τούρκου, δεσμεύουν την επιτροπή.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

 

Ο γενικός λογιστής και ο βοηθός γενικού λογιστή.

 

ΑΡΘΡΟ 126.

 

1. Ο Πρόεδρος και υ Αντιπρόεδρος Γης Δημοκρατίας διορίζουν από κοινού δυο ικανά και κατάλληλα πρόσω πα ως γενικό λογιστή και βοηθό γενικού λογιστή, τηρουμένου του κανόνος ότι ο γενικός λογιστής και ο βοηθός γενικού λογιστή δεν θα ανήκουν στην ίδιο κοινότητα.

 

2. Ο γενικός λογιστής είναι ο προϊστάμενος του θησαυροφυλάκιου και ο βοηθός γενικού λογιστή έπεται αυτού.

 

3. Ο γενικός λογιστής και ο βοηθός γενικού λογιστή είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι της Δημοκρατίας.

 

4. Η αποχώρηση από την υπηρεσία και κάθε πειθαρχικός έλεγχος, περιλαμβανομένης της απολύσεως και της απομακρύνσεως απο την υπηρεσία του γενικού λογιστή και του βοηθού γενικού λογιστή, υπάγονται στην αρμοδιότητα της επιτροπής δημοσίας υπηρεσίας.

 

ΑΡΘΡΟ 127.

 

1. Ο γενικός λογιστής, βοηθούμενος από τον βοηθό γενικού λογιστή, διευθύνει και επιβλέπει κάθε λογιστική εργασία σχετική με τα χρηματικά διαθέσιμα και το λοιπό ενεργητικό, των οποίων η διαχείριση γίνεται από τη Δημοκρατία ή εν ονόματι της, καθώς και σχετική με τις αναληφθείσες από τη Δημοκρατία ή για λογαριασμό της υποχρεώσεις. Τηρουμένων δε των διατάξεων του Συντάγματος ή οποιουδήποτε νόμου, δέχεται και ενεργεί κάθε πληρωμή χρημάτων της Δημοκρατίας.

 

2. Ο γενικός λογιστής, βοηθούμενος από τον βοηθό γενικού λογιστή, ασκεί κάθε άλλη εξουσία και εκτελεί κάθε άλλο καθήκον ή υπηρεσία που καθορίζεται ή ανατίθεται σ' αυτόν δια νόμου.

 

3. Οι εξουσίες και τα καθήκοντα του γενικού λογιστή, που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο, μπορούν να ασκούνται και η καθοριζομένη υπηρεσία να εκτελείται είτε αυτοπροσώπως είτε με υπαλλήλους που υπάγονται σ' αυτόν και ενεργούν υπό και σύμφωνα με τις οδηγίες του.

 

ΑΡΘΡΟ 128.

 

1. Ο βοηθός γενικού λογιστή έχει την εξουσία και εκτελεί τις υπηρεσίες και τα καθήκοντα τα οποία εμπίπτουν κανονικά στην αρμοδιότητα του. Αυτός μπορεί επίσης (υποκείμενος στις οδηγίες του γενικού λογιστή) να ασκεί κάθε εξουσία και να εκτελεί κάθε υπηρεσία και καθήκον που το Σύνταγμα ή ο νόμος εμπιστεύεται στον γενικό λογιστή.

 

2. Ο βοηθός γενικού λογιστή αναπληρώνει τον γενικό λογιστή στην ενάσκηση των καθηκόντων του, σε περίπτωση απουσίας ή πρόσκαιρου κωλύματος του.

 

ΜΕΡΟΣ VIII - ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

ΑΡΘΡΟ 129.

 

1. Η Δημοκρατία έχει στρατό δύο χιλιάδων ανδρών, από τους οποίους εξήντα τοις εκατόν είναι Έλληνες και σαράντα τοις εκατόν είναι Τούρκοι.

 

2. Υποχρεωτική στρατιωτική θητεία δεν μπορεί να επιβληθεί, παρά κατόπιν κοινής συμφωνίας του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 130.

 

1. Οι δυνάμεις ασφαλείας της Δημοκρατίας αποτελούνται από την αστυνομία και τη χωροφυλακή και έχουν δύναμη δύο χιλιάδων ανδρών, η οποία μπορεί να μειωθεί ή αυξηθεί κατόπιν κοινής συμφωνίας του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

 

2. Οι δυνάμεις ασφαλείας της Δημοκρατίας αποτελούνται κατά εβδομήντα τοις εκατόν απο  Έλληνες και κατά τριάντα τοις εκατόν απο Τούρκους- κατά την αρχική όμως περίοδο και για να μη απολυθούν οι Τούρκοι, οι οποίοι υπηρετούσαν στο αστυνομικό σώμα στις 11 του Φεβράρη του 1959, μη περιλαμβανομένων των υπηρετούντων στην επικουρική αστυνομία, το ποσοστό των Τούρκων μπορεί να διατηρηθεί κατ' ανώτατον όριο σε σαράντα τοις εκατόν και συνεπώς το ποσοστό των Ελλήνων μπορεί να μειωθεί μέχρι εξήντα τοις εκατόν.

 

ΑΡΘΡΟ 131.

 

1. Οι αρχηγοί και υπαρχηγοί του στρατού, της αστυνομίας και της χωροφυλακής της Δημοκρατίας διορίζονται από κοινού από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

2. Ένας απο τους αρχηγούς του στρατού, της αστυνομίας και της χωροφυλακής είναι Τούρκος και όταν ο αρχηγός του στρατού ή της αστυνομίας ή της χωροφυλακής ανήκει στη μια κοινότητα, ο υπαρχηγός ανήκει στην άλλη κοινότητα.

 

ΑΡΘΡΟ 132.

 

Δυνάμεις που σταθμεύουν σε τμήματα του εδάφους της Δημοκρατίας κατοικημένα σε αναλογία που προσεγγίζει το εκατόν τοις εκατόν αποκλειστικά απο μέλη μιας μόνο κοινότητας, πρέπει ν' ανήκουν στην κοινότητα αυτή.

 

ΜΕΡΟΣ IX - ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΕΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

ΑΡΘΡΟ 133.

 

1. (1) Καθιδρύεται Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Δημοκρατίας, αποτελούμενο από ένα Ελληνα, ένα Τούρκο και ένα ουδέτερο δικαστή. Πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι ο ουδέτερος δικαστής.

 

(2) Ο πρόεδρος και οι άλλοι δικαστεί; του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου διορίζοντα από κοινού απο τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας- σε περίπτωση όμως κενώσεως μιας μόνο θέσεως, είτε του Έλληνα είτε του Τούρκου δικαστή, υπερισχύει η πρόταση του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, στην κοινότητα του οποίου ανήκει ο δικαστής που θα διοριστεί, αν ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν συμφωνήσουν επί του διορισμού αυτού μέσα σε μια εβδομάδα από την πρόταση αυτή.

 

2. Έδρα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας.

 

3. Ο ουδέτερος δικαστής δεν μπορεί να είναι υπήκοος ή πολίτης της Δημοκρατίας ή του Βασιλείου της Ελλάδος ή της Τουρκικής Δημοκρατίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου και των αποικιών του.

 

4. Ο Έλληνας και ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου πρέπει να είναι πολίτες της Δημοκρατίας.

 

5. Ο πρόεδρος και οι άλλοι δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου διορίζονται επιλεγόμενοι μεταξύ νομομαθών ανωτάτου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου.

 

6. (1) Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου διορίζεται για χρονική περίοδο έξι χρόνων.

 

(2) Η αντιμισθία και οι άλλοι όροι υπηρεσίας του προέδρου του Δικαστηρίου πρέπει να αναφέρονται στο έγγραφο του διορισμού του.

 

(3) Οι όροι υπηρεσίας του προέδρου του Δικαστηρίου, που αναφέρονται στο έγγραφο του διορισμού του σύμφωνα με το εδάφιο (2) της παρούσης παραγράφου, πρέπει να περιλαμβάνουν:

 

(α) όρο περί αποχωρήσεως του από την υπηρεσία για τους ίδιους λόγους για τους οποίους αποχωρεί ο Έλληνας ή ο Τούρκος δικαστής σύμφωνα με το εδάφιο (3) της έβδομης παραγράφου του παρόντος άρθρου, και

(β) όρο περί απολύσεως του για τον ίδιο λόγο για τον οποίο μπορεί να απολυθεί ο  Έλληνας ή ο Τούρκος δικαστής σύμφωνα με το εδάφιο (4) της έβδομης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

 

7. (1) Ο Έλληνας και ο Τούρκος δικαστής είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και παραμένουν στην υπηρεσία μέχρι το εξηκοστό όγδοο έτος συμπληρωμένο.

 

(2) Ο Έλληνας και ο Τούρκος δικαστής μπορεί να υποβάλει ιδιογράφως την παραίτηση του προς τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, διατηρώντας τα δικαιώματα του επί οποιουδήποτε χορηγούμενου, με την αποχώρησή του, επίδομα τος, συντάξεως, πρόσθετου χορηγήματος ή άλλου παρόμοιου ωφελήματος, που τυχόν απέκτησε βάσει οποιουδήποτε νόμου.

 

(3) Ο Έλληνας ή ο Τούρκος δικαστής του Δικαστηρίου αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω πνευματικής ή σωματικής ανικανότητας ή αναπηρίας που τον καθιστά ανίκανο να εκπληρώσει τα καθήκοντα του είτε μόνιμα είτε επί τόσο χρόνο ώστε να καθίσταται ανέφικτη η συνέχιση της υπηρεσίας του. Ο αποχωρών με αυτό τον τρόπο δικαστής δικαιούται όλα τα ωφελήματα και απολαβές που προβλέπονται από τον νόμο ο οποίος ισχύει κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του.

 

(4) Ο  Έλληνας ή ο Τούρκος δικαστής του Δικαστηρίου απολύονται από την υπηρεσία λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς.

 

8. (1) Καθιδρύεται συμβούλιο αποτελούμενο από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως πρόεδρο, τον αρχαιότερο κατά διορισμό  Έλληνα δικαστή και τον Τούρκο δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως μέλη.

 

(2) Το συμβούλιο αυτό έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει για κάθε θέμα που αναφέρεται:

 

(α) στην αποχώρηση, την απόλυση ή τον τερματισμό, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, της υπηρεσίας του προέδρου του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τους όρους υπηρεσίας που περιλαμβάνονται στο έγγραφο του διορισμού του,

(β) στην αποχώρηση ή την απόλυση του Έλληνα ή του Τούρκου δικαστή του Δικαστηρίου, για τους λόγους που προβλέπονται στα εδάφια (3) και (4) της έβδομης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

 

(3) Η διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου, σύμφωνα με το εδάφιο (2) της παρούσης παραγράφου, είναι δικαστικής φύσεως, ο δε υπό κρίση δικαστής δικαιούται να ακουσθεί και να υποστηρίξει την υπόθεση του ενώπιον του συμβουλίου.

 

(4) Η απόφαση του συμβουλίου, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, είναι δεσμευτική για τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίοι προβαίνουν από κοινού στις δέουσες ενέργειες σύμφωνα με την απόφαση αυτή.

 

9. Σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή ανικανότητας του προέδρου ή του Έλληνα ή του Τούρκου δικαστή του Δικαστηρίου, ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή ο κατά διορισμό αρχαιότερος από τους δύο  Έλληνες δικαστές ή ο Τούρκος δικαστής του Δικαστηρίου, αντιστοίχως, τους αναπληρώνουν κατά τη διάρκεια αυτής της προσωρινής απουσίας ή ανικανότητας.

 

10. Αποκλείεται οποιαδήποτε αγωγή κατά του προέδρου ή οποιουδήποτε δικαστή του Δικαστηρίου για κάθε πράξη του ή κάθε γνώμη που εκφράζει κατά την ενάσκηση των δικαστικών του καθηκόντων.

 

11. Η αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας του Έλληνα και του Τούρκου δικαστή του Δικαστηρίου καθορίζονται με νόμο.

 

12. Η αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας οποιουδήποτε δικαστή του Δικαστηρίου δεν μπορούν να μεταβληθούν δυσμενώς γι’ αυτόν μετά τον διορισμό του.

 

ΑΡΘΡΟ 134.

 

1. Όλες οι συνεδριάσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι δημόσιες, το Δικαστήριο όμως μπορεί να αποφασίσει να συνεδριάσει με την παρουσία μόνο των διαδίκων, αν υπάρχουν τέτοιοι, και των υπαλλήλων του Δικαστηρίου, αν θεωρεί ότι αυτό επιβάλλει το συμφέρον της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας ή η ασφάλεια της Δημοκρατίας ή τα δημόσια ήθη.

 

2. Αν μια προσφυγή εμφανίζεται ως προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων, να την απορρίψει με απόφαση που λαμβάνεται ομόφωνα, χωρίς δημόσια συζήτηση, αν πείθεται ότι η προσφυγή αυτή είναι προδήλως αβάσιμη.

 

ΑΡΘΡΟ 135.

 

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εκδίδει διαδικαστικό κανονισμό του Δικαστηρίου, με τον οποίο ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί και την ενάσκηση της δικαιοδοσίας που αναθέτει σ' αυτό το Σύνταγμα, καθορίζει τους τύπους των δικογράφων και τα δικαστικά τέλη και δαπανήματα της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, τη σύνθεση της γραμματείας του, και ρυθμίζει τα δικαιώματα και καθήκοντα των υπαλλήλων του.

 

ΑΡΘΡΟ 136.

 

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει οριστικά και αμετάκλητα για όλα τα αντικείμενα που αφορούν τα επόμενα άρθρα.

 

ΑΡΘΡΟ 137.

 

1. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, ενεργώντας ο καθένας χωριστά ή από κοινού, δικαιούνται να προσφύγουν ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου, για τον λόγο ότι νόμος η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων η κάποια διάταξή τους, κάμνει δυσμενή διάκριση εις βάρος μιας από τις δύο κοινότητες.

 

2. Η κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου προσφυγή πρέπει να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία εβδομήντα πέντε ημερών από την έκδοση του νόμου ή της αποφάσεως.

 

3. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την κατάθεση της προσφυγής, δημοσιεύουν στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας ανακοίνωση περί της ασκήσεως της προσφυγής. Από την επομένη της δημοσιεύσεως, στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, της ανακοινώσεως αυτής, αναστέλλεται η ισχύς του προσβληθέντος νόμου ή της αποφάσεως, ωσότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφασίσει επί της προσφυγής.

 

4. Σε τέτοια προσφυγή το Δικαστήριο μπορεί να επικυρώσει ή ακυρώσει τον προσβληθέντα νόμο ή απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη τους ή να τον αναπέμψει ενώπιον της Βουλής των Αντί προσώπων για επανεξέταση συνολικά ή επί μέρους۠ σε περίπτωση όμως ακυρώσεως του νόμου ή της αποφάσεως ή οποιασδήποτε διατάξεώς τους, η ακύρωση αυτή επενεργεί από της (κατά την πέμπτη παράγραφο του παρόντος άρθρου) δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, χωρίς να θίγεται καθόλου το κύρος οποιοσδήποτε πράξεως ή παραλείψεως που έγινε υπό το κράτος του νόμου ή της αποφάσεως ή κάποιας διατάξεώς τους.

 

5. Κάθε απόφαση του Δικαστηρίου ανακοινώνεται αμέσως στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, και στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας υποχρεούνται να δημοσιεύσουν αμέσως την απόφαση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 138.

 

1. Κατά την επιψήφιση του προϋπολογισμού από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, σε περίπτωση που ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας (ενεργώντας ο καθένας χωριστό ή από κοινού) ανέπεμψαν προς τη Βουλή τον προϋπολογισμό, λόγω του ότι κατά τη δική τους κρίση γίνεται σ' αυτόν δυσμενής διάκριση, η δε Βουλή επέμεινε στην απόφαση αυτή, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δικαιούνται (ο καθένας χωριστά ή από κοινού, αναλόγως της περιπτώσεως) να προσφύγουν για τον πιο πάνω λόγο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

 

2. Η προσφυγή αυτή ασκείται μέσα στην προθεσμία που ορίζει το Σύνταγμα για την έκδοση των νόμων ή αποφάσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων.

 

3. Σε τέτοια προσφυγή το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει ή επικυρώσει τον προϋπολογισμό ή να τον αναπέμψει, συνολικά ή επί μέρους, στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

 

4. Κάθε απόφαση του Δικαστηρίου ανακοινώνεται αμέσως στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας και στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, και δημοσιεύεται αμέσως στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 139.

 

1. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει οριστικά και αμετάκλητα σε κάθε προσφυγή που αφορά σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότητας που εγείρεται μεταξύ της Βουλής των Αντιπροσώπων και των Κοινοτικών Συνελεύσεων ή μιας από αυτές, καθώς και μεταξύ οποιωνδήποτε οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας. Η παρούσα όμως διάταξη δεν έχει εφαρμογή επί των συγκρούσεων ή αμφισβητήσεων μεταξύ των δικαστηρίων ή δικαστικών αρχών της Δημοκρατίας, που επιλύονται από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο όρος «δικαστήρια ή δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας» στην παρούσα παράγραφο δεν περιλαμβάνει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.

 

2. Όταν αναφύεται ζήτημα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, τούτο, επί οποιουδήποτε θέματος, επιλύει κάθε ζήτημα της αρμοδιότητάς του.

 

3. Η (κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου) προσφυγή ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου:

 

(α) από τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, ή

(β) από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, η

(γ) από τη μια ή και τις δύο Κοινοτικές Συνελεύσεις, ή

(δ) από κάθε άλλο όργανο της Δημοκρατίας ή αρχής στη Δημοκρατία, εφόσον όλοι οι πιο πάνω είναι μέρη ενδιαφερόμενα στη σύγκρουση ή την αμφισβήτηση.

 

4. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε τριάντα μέρες από τη στιγμή που αμφισβητείται αυτή η εξουσία ή αρμοδιότητα.

 

5. Σε τέτοια προσφυγή το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί ότι το αντικείμενο της προσφυγής (νόμος ή απόφαση ή πράξη) είναι άκυρο και χωρίς κανένα απολύτως νομικό αποτέλεσμα, είτε από το χρονικό σημείο που έγινε η σύγκρουση ή ηγέρθη η αμφισβήτηση, είτε εξ υπαρχής, είτε συνολικά, είτε επί μέρους, για τον λόγο ότι ο νόμος αυτός ή πράξη έγινε ή η απόφαση ελήφθη χωρίς εξουσία ή αρμοδιότητα σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει όσον αφορά την ισχύ οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως που έγινε σύμφωνα με τον σχετικό νόμο ή απόφαση ή πράξη.

 

6. Η απόφαση του Δικαστηρίου που εκδίδεται σε τέτοια προσφυγή κοινοποιείται αμέσως σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίοι οφείλουν να τη δημοσιεύσουν αμέσως στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας.

 

7. Όταν ασκηθεί τέτοια προσφυγή, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή του αντικειμένου της προσφυγής (νόμου ή αποφάσεως η πράξεως, αναλόγως της περιπτώσεως) ωσότου αποφανθεί το Δικαστήριο- η απόφαση για τέτοια αναστολή δημοσιεύεται αμέσως οι ην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 140.

 

1. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας από κοινού, πριν από την έκδοση νόμου ή αποφάσεως της Βουλής των Αντιπροσώπων, δικαιούνται να αναφερθούν στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για να γνωματεύσει κατά πόσο ο νόμος αυτός, η απόφαση ή ορισμένη διάταξη τους βρίσκεται σε αντίθεση η είναι ασύμφωνη με κάποια διάταξη του Συντάγματος για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από τη δυσμενή διάκριση εις βάρος μιας από τις κοινότητες.

 

2. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ερευνά το ζήτημα που έχει τεθεί υπό την κρίση του (κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου) και, αφού ακούσει τις απόψεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων, εκδίδει τη γνωμάτευση του για το ζήτημα που έχει τεθεί και την κοινοποιεί στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, καθώς και στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

 

3. Σε περίπτωση που το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο γνωματεύσει ότι ο νόμος ή η απόφαση ή κάποια διάταξη τους βρίσκεται σε αντίθεση η ασυμφωνία με κάποια διάταξη του Συντάγματος, ο νόμος ή η απόφαση δεν μπορεί να εκδοθεί από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 141.

 

1. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί πριν από την έκδοση νόμου που επιβάλλει διατυπώσεις, όρους ή περιορισμούς του δικαιώματος που είναι εγγυημένο με το άρθρο 25 να αναφερθεί στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για να γνωματεύσει κατά πόσο οι διατυπώσεις, οι όροι ή οι περιορισμοί τίθενται ή όχι προς το δημόσιο συμφέρον ή είναι αντίθετοι προς τα συμφέροντα της κοινότητάς του.

 

2. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ερευνά το ζήτημα που έχει τεθεί υπό την κρίση του και αφού ακούσει τις απόψεις του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως, καθώς και τις απόψεις της Βουλής των Αντιπροσώπων, εκδίδει τη γνωμάτευσή του και την κοινοποιεί στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας και στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

 

3. Σε περίπτωση που το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο γνωματεύσει ότι αυτοί οι όροι, περιορισμοί ή διατυπώσεις δεν ετέθησαν προς το δημόσιο συμφέρον ή είναι αντίθετοι προς τα συμφέροντα της ενδιαφερόμενης κοινότητας, ο αναφερόμενος νόμος ή ορισμένη διάταξη του που θεσπίζει όρους, περιορισμούς ή διατυπώσεις, δεν μπορεί να εκδοθεί από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 142.

 

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε σχέση με οποιοδήποτε νόμο ή απόφαση της ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας σε σχέση με οποιοδήποτε νόμο ή απόφαση της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως μπορεί, πριν από τη δημοσίευση του νόμου ή της αποφάσεως αυτής, να αναφερθούν στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για να αποφανθεί κατά πόσο αυτός ο νόμος ή η απόφαση ή ορισμένη διάταξή τους βρίσκεται σε αντίθεση ή ασυμφωνία με κάποια διάταξη του Συντάγματος.

 

2. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ερευνά κάθε ζήτημα που έχει τεθεί υπό την κρίση του κατά την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου και αφού ακούσει τις απόψεις του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως, καθώς και τις απόψεις της ενδιαφερόμενης Κοινοτικής Συνελεύσεως, εκδίδει τη γνωμάτευσή του για το τεθέν ζήτημα και την κοινοποιεί στον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως, και στην ενδιαφερόμενη Κοινοτική Συνέλευση.

 

3. Σε περίπτωση που το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο γνωματεύσει ότι ο νόμος ή η απόφαση ή κάποια διάταξή τους βρίσκεται σε αντίθεση ή ασυμφωνία με κάποια διάταξη του Συντάγματος, ο νόμος ή η απόφαση ή ορισμένη διάταξη τους δεν μπορεί να δημοσιευθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή τον Αντί πρόεδρο της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως.

 

ΑΡΘΡΟ 143.

 

1. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας ή βουλευτές, που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το ένα πέμπτο του συνολικού αριθμού των βουλευτών της νεοεκλεγόμενης Βουλής, δικαιούνται να προσφύγουν στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για να αποφανθεί αν συντρέχουν τέτοιες επείγουσες και εξαιρετικές απρόβλεπτες περιστάσεις που δικαιολογούν τη ψήφιση νόμων ή τη λήψη αποφάσεων από τη Βουλή που συνεχίζει μέχρι της ενάρξεως της περιόδου της νέας Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 68.

 

2. Η προσφυγή του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που ορίζει ίο Σύνταγμα για την έκδοση των νόμων και αποφάσεων της Βουλής, η δε προσφυγή των πιο πάνω Βουλευτών πρέπει να ασκείται μέσα σε δέκα πέντε μέρες από την πρώτη συνεδρίαση της νέας Βουλής.

 

3. Η απόφαση του Δικαστηρίου κοινοποιείται αμέσως στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας και στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, και δημοσιεύεται αμέσως στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 144.

 

1. Κάθε διάδικος δικαιούται (σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης και της κατ’ έφεσιν) να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου ή αποφάσεως ή κάποιας διατάξεώς τους, που είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως. Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εγείρεται το ζήτημα, παραπέμπει αμέσως τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδο της διαδικασίας, ωσότου αποφανθεί γι' αυτό το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.

 

2. Μετά από ακρόαση των διαδίκων το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ερευνά το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτό και αποφασίζει σχετικά, διαβιβάζει δε την απόφασή του στο δικαστήριο που είχε παραπέμψει το ζήτημα.

 

3. Η (κατά τη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου) απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεσμεύει το δικαστήριο που παρέπεμψε το ζήτημα και τους διαδίκους στη δίκη- σε περίπτωση δε που δέχεται ότι ο νόμος ή η απόφαση ή κάποια διάταξη τους είναι αντισυνταγματική, επιφέρει τη μη εφαρμογή, μόνο στην εκκρεμούσα αυτή δίκη, του νόμου αυτού ή της αποφάσεως ή της σχετικής διατάξεώς τους.

 

ΑΡΘΡΟ 145.

 

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει οριστικά και αμετάκλητα για κάθε εκλογική ένσταση, που ασκείται κατά τον εκλογικό νόμο, και αναφέρεται στην εκλογή του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας ή των βουλευτών ή των μελών των Κοινοτικών Συνελεύσεων.

 

ΑΡΘΡΟ 146.

 

1. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει οριστικά και αμετάκλητα σε κάθε προσφυγή που υποβάλλεται εναντίον αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεος οποιουδήποτε οργάνου, αρχής η προσώπου που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, για τον λόγο ότι αυτή είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμο ή έγινε κάθ' υπέρβαση ή κατάχρηση της εξουσίας που έχει δοθεί στο όργανο ή την αρχή ή το πρόσωπο αυτό.

 

2. Η προσφυγή ασκείται από κάθε πρόσωπο, του οποίου έχει προσβληθεί ευθέως, με την απόφαση, την πράξη ή την παράλειψη, ιδιαίτερο έννομο συμφέρον το οποίο κατέχει είτε ως άτομο είτε ως μέλος κοινότητας.

 

3. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε εβδομήντα πέντε μέρες από τη μέρα που δημοσιεύεται η απόφαση ή η πράξη ή (σε περίπτωση μη δημοσιεύσεως ή σε περίπτωση παραλείψεως) από τη μέρα που η πράξη ή παράλειψη περιήλθε σε γνώση αυτού που ασκεί την προσφυγή.

 

4. Σε τέτοια προσφυγή το Δικαστήριο μπορεί, με την απόφασή του:

 

(α) να επικυρώσει, συνολικά ή επί μέρους, αυτή την απόφαση ή πράξη ή παράλειψή ή

(β) να κηρύξει την απόφαση ή την πράξη, συνολικά ή επί μέρους, άκυρη και στερούμενη οποιουδήποτε αποτελέσματος۠ ή

(γ) να κηρύξει την παράλειψη, συνολικά ή επί μέρους, άκυρη και ό,τι έχει παραλειφθεί έπρεπε να είχε εκτελεσθεί.

 

5. Η (κατά την τέταρτη παράγραφο του παρόντος άρθρου) απόφαση δεσμεύει κάθε δικαστήριο, όργανο ή αρχή στη Δημοκρατία και τα σχετικά όργανα, αρχές ή πρόσωπα υποχρεούνται σε ενεργό συμμόρφωση προς αυτήν.

 

6. Κάθε πρόσωπο που εζημιώθη από απόφαση ή πράξη ή παράλειψη που κηρύχθηκε άκυρη (κατά την τέταρτη παράγραφο του παρόντος άρθρου) δικαιούται, εφόσον η αξίωση του δεν ικανοποιήθηκε από το σχετικό όργανο, αρχή ή πρόσωπο, να επιδιώξει δικαστικώς αποζημίωση ή άλλη θεραπεία, με σκοπό να επιδικαστεί σ' αυτό δίκαιη και εύλογη αποζημίωση που καθορίζεται από το δικαστήριο, ή να του παρασχεθεί άλλη δίκαιη και εύλογη θεραπεία την οποία το δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει.

 

ΑΡΘΡΟ 147.

 

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφαίνεται οριστικά και αμετάκλητα (με αίτηση του γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του βοηθού γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 44) σχετικά με την ύπαρξη μόνιμης ή προσωρινής ανικανότητας ή μη προσωρινής απουσίας του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας που παρεμποδίζει την ενεργό εκπλήρωση των καθηκόντων του, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (δ) της πρώτης παραγράφου του άρθρου 44.

 

ΑΡΘΡΟ 148.

 

Τηρουμένων ίων διατάξεων της τρίτης παραγράφου του άρθρου 144, κάθε απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου επί οποιουδήποτε ζητήματος που εμπίπτει στη δικαιοδοσία ή την αρμοδιότητά του, δεσμεύει κάθε δικαστήριο, όργανο, αρχή ή πρόσωπο στη Δημοκρατία.

 

ΑΡΘΡΟ 149.

 

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία:

 

(α) επιλύσεως οποιασδήποτε αντιφάσεως των δυο κειμένων του Συντάγματος, με αναφορά στο κείμενο του σχεδίου Συντάγματος που υπεγράφη στη Μεικτή Συνταγματική Επιτροπή στη Λευκωσία, στις 6 του Απριλίου του 1960, καθώς και στο παράρτημα τροποποιήσεων του, που υπεγράφη στις 6 του Ιουλίου του 1960 από αντιπροσώπους του Βασιλείου της Ελλάδος, της Τουρκικής Δημοκρατίας και της ελληνικής και τουρκικής κοινότητας, λαμβανομένου υπόψιν και του κειμένου των συμφωνιών Ζυρίχης της 11ης του Φεβρουαρίου του 1959 και Λονδίνου της 19ης του Φεβρουαρίου του 1959, τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα τους, και

 

(β) ερμηνείας του παρόντος Συντάγματος σε περίπτωση ασάφειας, λαμβανομένου υπόψιν και του κειμένου των συμφωνιών Ζυρίχης της 11ης του Φεβρουαρίου του 1959, και Λονδίνου της 19ης του Φεβρουαρίου  του 1959, τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα τους.

 

ΑΡΘΡΟ 150.

 

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιβάλλει ποινές λόγω περιφρονήσεως του Δικαστηρίου αυτού.

 

ΑΡΘΡΟ 151.

 

1. Παρά τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος μέρους, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει οριστικά και αμετάκλητα επί αναφοράς της επιτροπής δημοσίας υπηρεσίας, σύμφωνα με το εδάφιο (β) της τρίτης παραγράφου του άρθρου 125.

 

2. Η (κατά το παρόν άρθρο) αρμοδιότητα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν αποκλείει την (κατά το άρθρο 146) άσκηση προσφυγής που στρέφεται εναντίον αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως της επιτροπής δημοσίας υπηρεσίας.

 

ΜΕΡΟΣ Χ - ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠ’ ΑΥΤΟ ΤΑΓΜΕΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

 

ΑΡΘΡΟ 152.

 

1. Η δικαστική εξουσία (με εξαίρεση την ασκούμενη κατά το ένατο μέρος από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και κατά τη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου από τα δικαστήρια που προβλέπονται από κοινοτικό νόμο), ασκείται από Ανώτατο Δικαστήριο και από κατώτερα δικαστήρια που θα ιδρυθούν διά νόμου, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος.

 

2. Η δικαστική εξουσία επί αστικών διαφορών που αφορούν τον προσωπικό θεσμό και θρησκευτικά ζητήματα (τα οποία υπάγονται, κατά το άρθρο 87, στις Κοινοτικές Συνελεύσεις), ασκείται από τα δικαστήρια, περί των οποίων θα προβλέψει κοινοτικός νόμος, κατά τις διατάξεις του Συντάγματος.

 

ΑΡΘΡΟ 153.

 

1. (1) Καθιδρύεται Ανώτατο Δικαστήριο, συγκείμενο από δύο Έλληνες δικαστές, έναν Τούρκο κι έναν ουδέτερο δικαστή. Πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι ο ουδέτερος, ο οποίος θα διαθέτει δύο ψήφους.

 

(2) Ο πρόεδρος και οι άλλοι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται από κοινού από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε περίπτωση κενώσεως μιας μόνο θέσεως Έλληνα ή Τούρκου δικαστή, υπερισχύει η πρόταση του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, στην κοινότητα του οποίου ανήκει ο δικαστής που θα διοριστεί, αν ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν συμφωνήσουν για τον διορισμό αυτό μέσα σε μια εβδομάδα από την πρόταση αυτή.

 

2. Έδρα του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας.

 

3. Ο ουδέτερος δικαστής δεν μπορεί να είναι υπήκοος ή πολίτης της Δημοκρατίας ή του Βασιλείου της Ελλάδος ή της Τουρκικής Δημοκρατίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου και των αποικιών του.

 

4. Οι  Έλληνες δικαστές και ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου πρέπει να είναι πολίτες της Δημοκρατίας.

 

5. Ο πρόεδρος και οι άλλοι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται επιλεγόμενοι μεταξύ νομομαθών ανωτάτου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου.

 

6. (1) Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζεται για χρονική περίοδο έξι χρόνων.

 

(2) Η αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου πρέπει να αναφέρονται στο έγγραφο του διορισμού του.

 

(3) Οι όροι υπηρεσίας του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναφέρονται στο έγγραφο του διορισμού του, κατά το εδάφιο (β) της παρούσης παραγράφου, πρέπει να περιλαμβάνουν:

 

(α) όρο περί αποχωρήσεως του από την υπηρεσία για τους ίδιους λόγους για τους οποίους αποχωρεί ο  Έλληνας ή ο Τούρκος δικαστής, κατά το εδάφιο (γ) της έβδομης παραγράφου του παρόντος άρθρου, και

 

(β) όρο περί απολύσεως του για τον ίδιο λόγο για του οποίο μπορεί να απολυθεί ο  Έλληνας ή ο Τούρκος δικαστής, κατά το εδάφιο (δ) της έβδομης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

 

7. (1) Οι  Έλληνες δικαστές και ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και παραμένουν στην υπηρεσία μέχρι το εξηκοστό όγδοο έτος, συμπληρωμένο.

 

(2) Οι  Έλληνες δικαστές ή ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορούν να υποβάλουν ιδιογράφως την παραίτηση τους προς τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, διατηρώντας τα δικαιώματα τους επί οποιουδήποτε χορηγούμενου με την αποχώρηση τους επιδόματος, συντάξεως, πρόσθετου χορηγήματος ή άλλου παρόμοιου ωφελήματος, που τυχόν απέκτησαν βάσει οποιουδήποτε νόμου.

 

(3) Οι Έλληνες ή ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω πνευματικής ή σωματικής ανικανότητας ή αναπηρίας που τους καθιστά ανίκανους να εκπληρώσουν τα καθήκοντα τους είτε μόνιμα είτε επί τόσο χρόνο, ώστε να γίνεται ανέφικτη η συνέχιση της υπηρεσίας τους. Ο δικαστής που αποχωρεί γι' αυτούς τους λόγους δικαιούται όλων των ωφελημάτων και αμοιβών που προβλέπονται από τον νόμο ο οποίος ισχύει κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του.

 

(4) Ο Έλληνας ή ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου απολύεται λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς.

 

8. (1) Καθιδρύεται συμβούλιο αποτελούμενο από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως πρόεδρο και τον Έλληνα και τον Τούρκο δικαστή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως μέλη.

 

(2) Το συμβούλιο αυτό έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει για κάθε θέμα που αναφέρεται:

 

(α) στην αποχώρηση, απόλυση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τερματισμό του διορισμού του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τους όρους υπηρεσίας που περιλαμβάνονται στο έγγραφο του διορισμού του,

 

(β) στην αποχώρηση ή την απόλυση των Ελλήνων δικαστών ή του Τούρκου δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τους λόγους που προβλέπονται στα εδάφια (3) και (4) της έβδομης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

 

(3) Η κατά το εδάφιο (2) της παρούσης παραγράφου διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου είναι δικαστικής φύσεως, ο δε υπό κρίση δικαστής δικαιούται να ακουσθεί και να υποστηρίξει την υπόθεση του ενώπιον του συμβουλίου.

 

(4) Η απόφαση του συμβουλίου λαμβάνεται κατά πλειοψηφία και είναι δεσμευτική για τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, οι οποίοι προβαίνουν από κοινού στις δέουσες ενέργειες, σύμφωνα προς την απόφαση αυτή.

 

9. Σε περίπτωση προσωρινής απουσίας ή ανικανότητας του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή ενός απο τους Έλληνες ή του Τούρκου δικαστή του, τότε ο πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου η ο Έλληνας δικαστής η ο Τούρκος δικαστής αυτού, αντιστοίχως, αναπληρώνουν αυτούς κατά τη διάρκεια της προσωρινής απουσίας η ανικανότητας. Σε περίπτωση όμως που είναι ανέφικτη ή δυσχερής η αναπλήρωση από τον Έλληνα ή τον Τούρκο δικαστή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, τότε τον αναπληρώνει αντιστοίχως ο εν ενεργεία ανώτερος σε βαθμό  Έλληνας ή Τούρκος δικαστής της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

 

10. Αποκλείεται οποιαδήποτε αγωγή κατά ίου προέδρου η οποιουδήποτε δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου για κάθε πράξη ή κάθε γνώμη που εκφράζει κατά την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων.

 

11. Η αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας των Ελλήνων δικαστών και του Τούρκου δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίζονται με νομό.

 

12. Η αντιμισθία και οι λοιποί οροί υπηρεσίας οποιουδήποτε δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν μπορούν να μεταβληθούν δυσμενώς σ΄ αυτόν μετά τον διορισμό του.

 

ΑΡΘΡΟ 154.

 

Οι συνεδριάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι δημόσιες, το Δικαστήριο όμως μπορεί ν' αποφασίσει να συνεδριάσει με την παρουσία μόνο των διαδίκων, αν υπάρχουν τέτοιοι, και των υπαλλήλων του Δικαστηρίου, αν θεωρηθεί ότι τούτο επιβάλλει το συμφέρον της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας ή η ασφάλεια της Δημοκρατίας ή τα δημόσια ήθη.

 

ΑΡΘΡΟ 155.

 

1. Το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το ανώτατο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη Δημοκρατία και έχει δικαιοδοσία να κρίνει και αποφασίζει κατά τις διατάξεις του Συντάγματος και τον δυνάμει αυτού συντασσόμενο διαδικαστικό κανονισμό για κάθε έφεση εναντίον αποφάσεως οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, εκτός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

 

2. Τηρουμένων της τρίτης και τέταρτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, το Ανώτατο Δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, όπως ορίζεται στο Σύνταγμα, ή όπως θα οριστεί από νόμο. Όμως στις περιπτώσεις που απονέμεται στο Ανώτατο Δικαστήριο δικαιοδοσία πρώτου βαθμού, ή δικαιοδοσία αυτή θα ασκείται (τηρούμενης της διατάξεως του άρθρου 159) από δικαστή ή δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου τους οποίους τούτο ορίζει. Παρέχεται όμως το δικαίωμα εφέσεως ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά των εκδιδομένων, όπως ορίζεται πιο πάνω, αποφάσεων.

 

3. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' αποκλεισμό κάθε άλλου δικαστηρίου, καθορίζει τη σύνθεση του δικαστηρίου που κρίνει κάθε αστική υπόθεση στην οποία ενάγων και εναγόμενος ανήκουν σε διαφορετικές κοινότητες, και του δικαστηρίου που κρίνει κάθε ποινική υπόθεση στην οποία κατηγορούμενος και βλαβέν πρόσωπο ανήκουν σε διαφορετικές κοινότητες. Το δικαστήριο αυτό θα απαρτίζεται από δικαστές που ανήκουν και στις δύο, την ελληνική και τουρκική, κοινότητες.

 

4. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδίδει εντάλματα της φύσεως του habeas corpus, mandamus, prohibition, quo warranto και certiorari.

 

ΑΡΘΡΟ 156.

 

Τα πιο κάτω αδικήματα εκδικάζονται κατά πρώτο βαθμό από δικαστήριο που προεδρεύεται από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συντίθεται από δικαστές που ανήκουν και στις δύο κοινότητες, όπως θα ορίσει το Ανώτατο Δικαστήριο:

 

(α) εσχάτη προδοσία κι άλλα αδικήματα κατά της ασφάλειας της Δημοκρατίας,

(β) αδικήματα κατά του Συντάγματος και της συνταγματικής τάξεως.

 

Η έφεση κατά των αποφάσεων που εκδίδονται σύμφωνα με τα πιο πάνω, εκδικάζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο, που όμως προεδρεύεται όχι από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά από του πρόεδρο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου που ασκεί, σε τέτοια περίπτωση, κάθε εξουσία που ανήκει στον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

ΑΡΘΡΟ 157.

 

1. Επιφυλασσομένων των περί του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου διατάξεων του Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο αποτελεί το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, κι ο πρόεδρος του έχει δύο ψήφους.

 

2. Στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου υπάγονται ο διορισμός, η προαγωγή, η μετάθεση, ο τερματισμός της υπηρεσίας και η απόλυση των δικαστών, όπως και η πειθαρχική εξουσία επί αυτών.

 

3. Κανενός δικαστή δεν αποφασίζεται η αποχώρηση ή η απόλυση, nupa μονό υπό τους ορούς και με τον τρόπο που προβλέπεται στο Σύνταγμα για τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

ΑΡΘΡΟ 158.

 

1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος, νόμος θα ορίσει για την ίδρυση, τη δικαιοδοσία και τις εξουσίες των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, εκτός των δικαστηρίων για τα οποία θα ορίσει κοινοτικός νόμος, κατά το άρθρο 160.

 

2. Κάθε τέτοιος νόμος θα προβλέψει για την ίδρυση αποχρώντων δικαστηρίων οι: επαρκή αριθμό, για την πρόσφορη και χωρίς καθυστερηθείς απονομή της δικαιοσύνης και για τη διασφάλιση, μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας τους, της πιστής εφαρμογής των διατάξεων του Συντάγματος που διασφαλίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες.

 

3. Νόμος θα προβλέψει για την αντιμισθία και τους άλλους όρους υπηρεσίας των δικαστών των δικαστηρίων που θα ιδρυθούν σύμφωνα προς την πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου. Η αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας οποιουδήποτε δικαστή δεν μπορούν να μεταβληθούν δυσμενώς γι’ αυτόν μετά τον διορισμό του.

 

ΑΡΘΡΟ 159.

 

1. Όταν σε μια υπόθεση ο ενάγων και ο εναγόμενος ανήκουν στην ίδια κοινότητα, το δικαστήριο που ασκεί πολιτικής φύσεως δικαιοδοσία στην υπόθεση αυτή, απαρτίζεται πιο δικαστή ή δικαστές που ανήκουν στην κοινότητα.

 

2. Όταν σε μια υπόθεση ο κατηγορούμενος και το βλαβέν πρόσωπο ανήκουν στην ίδια κοινότητα, ή όταν δεν υπάρχει βλαβέν πρόσωπο, το δικαστήριο που ασκεί ποινικής φύσεως δικαιοδοσία στην υπόθεση αυτή, απαρτίζεται από δικαστή ή δικαστές που ανήκουν στην κοινότητα αυτή.

 

3. Όταν σε μια αστική υπόθεση ο ενάγων και ο εναγόμενος ανήκουν σε διαφορετικές κοινότητες, το δικαστήριο απαρτίζεται από δικαστές που ανήκουν και στις δύο κοινότητες, όπως θα Ι liot ι το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

4. Όταν σε μια ποινική υπόθεση ο κατηγορούμενος και το βλαβέν πρόσωπο ανήκουν σε διαφορετικές κοινότητες, το δικαστήριο απαρτίζεται από δικαστές που ανήκουν και στις δύο κοινοί, και όπως θα ορίσει το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

5. Επί θανατικής ανακρίσεως, αν μεν εκείνος που πέθανε ανήκε στην ελληνική κοινότητα, η ανάκριση διεξάγεται από Έλληνα θανατικό ανακριτή, αν δε εκείνος που πέθανε ανήκε στην τουρκική κοινότητα, η ανάκριση διεξάγεται από Τούρκο θανατικό ανακριτή. Όταν εκείνοι που πέθαναν είναι περισσότεροι από ένα και ανήκουν σε διαφορετικές κοινότητες, η ανάκριση διεξάγεται am ι θανατικό ανακριτή που ορίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

6. Η εκτέλεση κάθε αποφάσεως ή διαταγής δικαστηρίου που ασκεί αστική ή ποινική δικαιοδοσία, ενεργείται από Έλληνες αστικούς υπαλλήλους αν το δικαστήριο που την εξέδωσε απαρτίζεται από Έλληνα ή Έλληνες δικαστές۠ και από Τούρκους δικαστικούς υπαλλήλους αν το δικαστήριο που την εξέδωσε απαρτίζεται από Τούρκο ή Τούρκους δικαστές. Σε κάθε άλλη περίπτωση η εκτέλεση ενεργείται από δικαστικούς υπαλλήλους τους οποίους ορίζει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση.

 

ΑΡΘΡΟ 160.

 

1. Τηρουμένων των διατάξεων του Σύνταγματος, κοινοτικός νόμος, που ψηφίζεται από Κοινοτική Συνέλευση, α-1 προβλέψει για την ίδρυση, σύνθεση και δικαιοδοσία δικαστηρίων τα οποία θα δικάζουν τις αστικές διαφορές που αφορούν   προσωπικό θεσμό και θρησκευτικά ζητήματα, τα οποία υπάγονται, κατά τις διατάξεις του Συντάγματος, στην αρμοδιότητα των Κοινοτικών Συνελεύσεων.

 

2. Τέτοιος νόμος θα προβλέψει για την έφεση κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων αυτών, για τη σύνθεση των δικαστηρίων  που θα δικάζουν και θ' αποφασίζουν επί των εφέσεων αυτών, όπως και για τη δικαιοδοσία και την εξουσία των δευτεροβαθμίων αυτών δικαστηρίων. Κοινοτικός νόμος, σύμφωνα προς τις διατάξεις της παρούσης παραγράφου, μπορεί να ορίσει ότι το δεύτερο θίμιο δικαστήριο είναι δυνατό να απαρτίζεται από ένα ή περισσότερους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που θα συνεδριάζουν μόνοι ή με άλλο ή άλλους δικαστές της δικαστικής υπηρεσία της Δημοκρατίας, όπως ο νόμος θα ορίσει.

 

3. Κατά την ενάσκηση της δικαιοδοσίας τους, τα πιο πάνω δικαστήρια εφαρμόζουν τους νόμους που ψηφίζονται υπέρ της οικείας Κοινοτικής Συνελεύσεως۠ οι διατάξεις όμως της πάρα γρόσια ής δεν αποκλείουν το δικαίωμα δικαστηρίου της Δημοκρατίας, να εφαρμόσει τον σχετικό κοινοτικό νόμο σε υπόθεση κατά την οποία παρεμπιπτόντως εγείρεται ζήτημα προσωπικού θεσμού ή θρησκευτικό ζήτημα.

 

ΑΡΘΡΟ 161.

 

Τηρουμένων των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του άρθρου 160, τα δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν εξουσία να εφαρμόζουν και τους οικείους κοινοτικούς νόμους, εκτός από τους νόμους περί προσωπικού θεσμού και θρησκευτικών θεμάτων.

 

ΑΡΘΡΟ   162.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιβάλλει ποινές λόγω περιφρονήσεως του Δικαστηρίου αυτού, και κάθε άλλο δικαστήριο της Δημοκρατίας (περιλαμβανομένων και κατά το άρθρο 160 δικαστηρίων που θα ιδρυθούν με κοινοτικό νόμο), έχει εξουσία να διατάσσει τη φυλάκιση οποιουδήποτε προσώπου που δεν υπακούει στην απόφαση ή διαταγή του, μέχρι τη συμμόρφωση του προσώπου προς τη σχετική απόφαση ή διαταγή۠  πάντως η φυλάκιση δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα μήνες.

 

Παρά τις διατάξεις του άρθρου 90, νομός η κοινοτικός νόμος, αναλόγως της περιπτώσεως, μπορεί να χορηγήσει δικαιοδοσία επιβολής ποινής για περιφρόνηση του δικαστηρίου.

 

ΑΡΘΡΟ 163.

 

1. Το Ανώτατο Δικαστήριο εκδίδει διαδικαστικό κανονισμό με σκοπό τη ρύθμιση της διαδικασίας ενώπιον του, όπως και ενώπιον κάθε άλλου δικαστηρίου που ιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος μέρους του Συντάγματος, εκτός εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 160.

 

2. Χωρίς να θίγεται η γενική διάταξη της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να εκδίδει διαδικαστικό κανονισμό για τους σκοπούς που αναφέρονται πιο κάτω:

 

(α) τη ρύθμιση των συνεδριάσεων των δικαστηρίων και την για οποιοδήποτε σκοπό επιλογή δικαστών,

(β) τη συνοπτική εκδίκαση οποιασδήποτε εφέσεως, η οποία θεωρείται από το Ανώτατο Δικαστήριο (ενώπιον του οποίου αυτή εκκρεμεί) ως προδήλως αβάσιμη ή προπετής η ως ασκηθείσα προς τον σκοπό παρελκύσεως της απονομής της δικαιοσύνης, όπως και την συνοπτική διεξαγωγή κάθε άλλης διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή άλλου δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ένδικο μέσου προδήλως αβάσιμο ή προπετές ή ασκηθέν προς τον σκοπό της παρελκύσεως της απονομής της δικαιοσύνης,

(γ) τον καθορισμό των τύπων των δικογράφων και των δικαστικών τελών και δαπανημάτων τής ενώπιον των δικαστηρίων διαδικασίας,

(δ) τον καθορισμό και τη ρύθμιση της συνθέσεως της γραμματείας των δικαστηρίων και των εξουσιών και καθηκόντων των δικαστικών υπαλλήλων,

(ε) του καθορισμό των προθεσμιών για τις οποίες αξιούται συμμόρφωση προς τις διατάξεις του διαδικαστικού κανονισμού,

(στ) τον καθορισμό της διαδικασίας που πρέπει να τηρείται ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου κατά την ενάσκηση της πειθαρχικής αρμοδιότητας του επί των δικαστικών λειτουργών.

 

3. Ο κατά το παρόν άρθρο διαδικαστικός κανονισμός μπορεί να ορίσει τον αριθμό των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίοι θα δικάζουν συγκεκριμένο θέμα' στην ενάσκηση όμως της αναγνωριζομένης, δυνάμει του Συντάγματος, στο Ανώτατο Δικαστήριο δικαιοδοσίας, καμιά υπόθεση δεν μπορεί να κριθεί, παρά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 159, κατά την εκδίκαση δε οποιασδήποτε εφέσεως (συμπεριλαμβανομένης και τέτοιας

σύμφωνα με το άρθρο 156), το Ανώτατο Δικαστήριο πρέπει να απαρτίζεται από όλα τα μέλη του, τηρουμένων των διατάξεων της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 160.

 

ΑΡΘΡΟ 164.

 

1. Τα δευτεροβάθμια δικαστήρια (που συστήνονται σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 160), εκδίδουν διαδικαστικό κανονισμό με σκοπό τη ρύθμιση της ενώπιον αυτών διαδικασίας, όπως και της διαδικασίας ενώπιον των δικαστηρίων των οποίων οι αποφάσεις εκκαλούνται ενώπιον τους.

 

2. Χωρίς να θίγεται η γενική διάταξη της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, τα πιο πάνω δευτεροβάθμια δικαστήρια μπορούν να εκδίδουν για τα ίδια, ή για τα δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις εκκαλούνται ενώπιον τους, διαδικαστικό κανονισμό για τους πιο κάτω σκοπούς:

 

(α) τη ρύθμιση των συνεδριάσεων των δικαστηρίων αυτών,

(β) τον καθορισμό των τύπων ίων δικογράφων και των δικαστικών τελών και δαπανημάτων τής ενώπιον τους διαδικασίας,

(γ) τον καθορισμό και ρύθμιση της συνθέσεως της γραμματείας των δικαστηρίων αυτών και των εξουσιών και καθηκόντων των δικαστικών υπαλλήλων, και

(δ) τον καθορισμό των προθεσμιών για τις οποίες αξιούται συμμόρφωση προς τις διατάξεις του κανονισμού του δικαστηρίου.

 

ΜΕΡΟΣ XI - ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

ΑΡΘΡΟ 165.

 

1. Κάθε έσοδο και κάθε χρηματικό ποσόν που κάθ' οιονδήποτε τρόπο συλλέγεται ή εισπράσσεται από τη Δημοκρατία κατατίθεται (τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και των νόμων) σε λογαριασμό του Δημοσίου που ονομάζεται «λογαριασμός παγίου ταμείου της Δημοκρατίας».

 

2. Κάθε έσοδο και κάθε χρηματικό ποσόν που κάθ' οιουδήποτε τρόπο συλλέγεται ή εισπράσσεται από την κάθε μια Κοινοτική Συνέλευση, κατατίθεται (τηρουμένων των κοινοτικών νόμων) σε λογαριασμό που ονομάζεται «λογαριασμός παγίου ταμείου Κοινοτικής Συνελεύσεως».

 

3. Κάθε μνεία στο Σύνταγμα του όρου «λογαριασμός παγίου ταμείου» πρέπει να ερμηνεύεται ως αναφερόμενη στον λογαριασμό παγίου ταμείου της Δημοκρατίας, στο οποίο αναφέρεται η πρώτη παράγραφος του παρόντος άρθρου, εκτός αν ο όρος χρησιμοποιείται σε τέτοια αλληλουχία ώστε να προκύπτει κάτι άλλο.

 

ΑΡΘΡΟ 166.

 

1. Επιπρόσθετα προς τα χορηγήματα, αντιμισθίες και άλλα χρηματικά ποσά, των οποίων η χρέωση ρυθμίζεται από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του Συντάγματος ή νόμου, ο λογαριασμός παγίου ταμείου χρεώνεται με τις πιο κάτω δαπάνες:

(α) κάθε σύνταξη και κάθε χορήγημα, για την καταβολή των οποίων είναι υπόχρεη η Δημοκρατία,

(β) τις χορηγίες του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας και τις αντιμισθίες των δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του γενικού εισαγγελέα και του βοηθού γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του γενικού ελεγκτή και του βοηθού γενικού ελεγκτή, του διοικητή και του υποδιοικητή της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας και των μελών της επιτροπής δημοσίας υπηρεσίας,

(γ) κάθε οφειλή από χρέη, για τα οποία είναι υπόχρεη η Δημοκρατία, και

(δ) κάθε χρηματικό ποσό που καταβάλλεται για εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως ή διαταγής που εκδίδεται κατά της Δημοκρατίας από οποιοδήποτε δικαστήριο.

 

2. Στο παρόν άρθρο ο όρος «οφειλές από χρέη» περιλαμβάνει τόκους, κρατήσεις για δημιουργία εξοφλητικού αποθέματος, την εξόφληση των χρεολυσίων του δημοσίου χρέους, και όλες τις δαπάνες τις σχετικές προς τη σύναψη δανείων με την εγγύηση του λογαριασμού παγίου ταμείου, όπως και την εξυπηρέτηση και εξόφληση του χρέους που δημιουργείται από σύναψη δανείου.

 

ΑΡΘΡΟ 167.

 

1. Ο υπουργός των Οικονομικών, ευθύς μόλις πάρει τις προβλέψεις κάθε υπουργείου και κάθε ανεξάρτητης υπηρεσίας της Δημοκρατίας, μεριμνά για τη σύνταξη (σε σχέση προς κάθε οικονομικό έτος) πλήρους προϋπολογισμού της Δημοκρατίας (για το εν λόγω έτος), ο οποίος, μετά την έγκριση του από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατατίθεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

 

2. Οι προβλέψεις των δαπανών στον προϋπολογισμό απεικονίζουν χωριστά:

 

(α) τα συνολικά κονδύλια που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των δαπανών με τις οποίες χρεώνεται ο λογαριασμός παγίου ταμείου, και

(β) τα ποσά τα οποία απαιτούνται αντιστοίχως για την αντιμετώπιση άλλων δαπανών.

 

3. Ο προϋπολογισμός απεικονίζει, στο μέτρο που είναι πραγματικά δυνατό, το ενεργητικό και το παθητικό της Δημοκρατίας κατά τη λήξη του συμπληρωθέντος προηγούμενου οικονομικού έτους, του τρόπο κατά του οποίο το ενεργητικό είναι επενδυμένο ή τηρείται, και λεπτομέρειες όσον αφορά τις εκκρεμείς υποχρεώσεις.

 

4. Οι δαπάνες οι οποίες αντιμετωπίζονται από τον λογαριασμό παγίου ταμείου, που δεν χρεώνονται εις βάρος του, υποβάλλονται για ψήφιση στη Βουλή των Αντιπροσώπων εφόσον ψηφιστούν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, συμπεριλαμβάνονται στου προϋπολογισμό του οικονομικού έτους, στο οποίο αναφέρονται.

 

5. Αν σε ένα οικονομικό έτος διαπιστωθεί άτι κονδύλι nob ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων για οποιονδήποτε σκοπό είναι ανεπαρκές, ή ότι παρίσταται ανάγκη διαθέσεως κονδυλίου για σκοπό για τον οποίο κανένα κονδύλι δεν έχει ψηφιστεί, τότε κατατίθεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για ψήφιση συμπληρωματικός προϋπολογισμός που δείχνει τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά' εφόσον αυτός ψηφιστεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, το κονδύλι συμπεριλαμβάνεται στου προϋπολογισμό του οικονομικού έτους, στο οποίο αναφέρεται.

 

6. Η Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί να ψηφίσει ή να αρνηθεί τη ψήφιση οποιασδήποτε δαπάνης που περιλαμβάνεται σε συμπληρωματικό προϋπολογισμό, όμως δεν μπορεί να ψηφίσει αύξηση δαπάνης ή μεταβολή του σκοπού, για του οποίο αυτή προορίζεται.

 

ΑΡΘΡΟ 168.

 

1. Καμιά δαπάνη δεν ενεργείται από το λογαριασμό παγίου ταμείου ή άλλο λογαριασμό του Δημοσίου, παρά μόνο βάσει εντάλματος πληρωμής υπογραμμένου από του υπουργό των Οικονομικών ο υπουργός των Οικονομικών όμως δεν μπορεί να αρνηθεί την υπογραφή εντάλματος για πληρωμή δαπάνης που προβλέπεται στον προϋπολογισμό.

 

2. Τηρουμένων των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, κανένα ένταλμα πληρωμής δεν εκδίδεται, αν η σχετική δαπάνη δεν έχει περιληφθεί στου προϋπολογισμό του οικονομικού έτους, στο οποίο αναφέρεται το ένταλμα πληρωμής.

 

3. Αν ο προϋπολογισμός δεν έχει ψηφιστεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων μέχρι την ημέρα ενάρξεως του οικονομικού έτους το οποίο αφορά, η Βουλή μπορεί (τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος), με απόφαση της να παράσχει εξουσιοδότηση ενέργειας οποιασδήποτε δαπάνης απαιτείται, για χρονικό διάστημα που δεν πρέπει να υπερβαίνει του ένα μήνα κάθε φορά, και ευ πάση περιπτώσει τους δυο μήνες συνολικά, από του λογαριασμό παγίου ταμείου ή από οποιουδήποτε άλλο λογαριασμό του Δημοσίου, εφόσον θεωρήσει τούτο αναγκαίο για τη συνέχιση των προβλεπομένων στου προϋπολογισμό δημοσίων υπηρεσιών και ειδικά μέχρις εκπνοής του σχετικού χρονικού διαστήματος' αλλά η δαπάνη που εγκρίνεται κατά τα πιο πάνω, για οποιαδήποτε υπηρεσία, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανάλογο, στο αναφερόμενο χρονικό διάστημα, τμήμα του συνολικού ποσού που έχει ψηφιστεί για την ίδια υπηρεσία με τον προϋπολογισμό του προηγούμενου οικονομικού έτους.

 

ΜΕΡΟΣ XII - ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

ΑΡΘΡΟ 169.

 

Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 50 και της τρίτης παραγράφου του άρθρου 57 —

 

(1) Κάθε διεθνής συμφωνία με άλλα κράτη ή οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό που αφορά εμπορικά θέματα, οικονομική συνεργασία, περιλαμβανομένων πληρωμών και πιστώσεων και modus vivendi, συνομολογούνται ύστερα από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.

 

(2) Η διαπραγμάτευση κάθε άλλης συνθήκης, συμβάσεως ή διεθνούς συμφωνίας, όπως και η υπογραφή τους, γίνεται ύστερα από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν τίθενται όμως σε ισχύ και δεν δεσμεύουν τη Δημοκρατία, παρά μόνο όταν κυρωθούν με νόμο που ψηφίζεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, οπότε και συνομολογούνται.

 

(3) Συνθήκες, συμβάσεις και συμφωνίες που συνομολογούνται σύμφωνα με τις αναφερόμενες διατάξεις του παρόντος άρθρου, από τη δημοσίευση τους στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού νόμου, υπό τον όρο ότι τέτοιες συνθήκες, συμβάσεις και συμφωνίες εφαρμόζονται αντιστοίχως και από τον αντισυμβαλλόμενο.

 

ΑΡΘΡΟ 170.

 

1. Η Δημοκρατία θα παραχωρήσει, κατόπιν συμφωνίας υπό κατάλληλους όρους, την ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου Κράτους στο Βασίλειο της Ελλάδος, στην Τουρκική Δημοκρατία και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας σε κάθε συμφωνία οποιασδήποτε φύσεως.

 

2. Οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται ως προς τη συνθήκη που αναφέρεται στην εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Κύπρου που συνήφθη μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Τουρκικής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας και αφορά τις βάσεις και τις στρατιωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

 

ΑΡΘΡΟ 171.

 

1. Στις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές μεταδίδονται προγράμματα και για τις δυο κοινότητες, ελληνική και τουρκική.

 

2. Η διάρκεια των ραδιοφωνικών προγραμμάτων για την τουρκική κοινότητα δεν θα είναι μικρότερη των εβδομήντα πέντε ωρών την εβδομάδα, που θα κατανέμονται σε κανονικές ημερήσιες εκπομπές για όλες τις ημέρες της εβδομάδας۠ αν όμως επιβληθεί μείωση της συνολικής διάρκειας των εκπομπών ούτως ώστε η διάρκεια των προγραμμάτων για την ελληνική κοινότητα να γίνει μικρότερη ίων εβδομήντα πέντε ωρών ανά εβδομάδα, τότε η για οποιαδήποτε εβδομάδα διάρκεια των προγραμμάτων για την τουρκική κοινότητα μειώνεται κατά τον ίδιο αριθμό ωρών κατά τον οποίο μειώθηκε η διάρκεια των προγραμμάτων για την ελληνική κοινότητα۠ αν αντίθετα η διάρκεια των προγραμμάτων για την ελληνική κοινότητα αυξηθεί πάνω από εκατόν σαράντα ώρες ανά εβδομάδα, τότε η διάρκεια των προγραμμάτων για την τουρκική κοινότητα θ' αυξάνεται κατ' αναλογίαν τριών ωρών, για την τουρκική κοινότητα έναντι επτά ωρών για την ελληνική κοινότητα.

 

3. Στην τηλεόραση θα διατίθενται εκπομπές τριών ημερών για κάθε περίοδο δέκα συνεχών ημερών σε προγράμματα για την τουρκική κοινότητα και η συνολική διάρκεια των προγραμμάτων αυτών, για κάθε τέτοια δεκαήμερη περίοδο, ορίζεται κατ' αναλογίαν τριών ωρών προγράμματος για την τουρκική κοινότητα ι ν αυτί επτά ωρών προγράμματος για την ελληνική κοινότητα.

 

4. Όλες οι επίσημες ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές γίνονται και στις δύο γλώσσες, την ελληνική και την τουρκική, και δεν συνυπολογίζονται στη διάρκεια των εκπομπών στις οποίες αναφέρεται το παρόν άρθρο.

 

ΑΡΘΡΟ 172.

 

Η Δημοκρατία ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας στην άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση ασκήσεως των καθηκόντων τους. Νόμος θα καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 173.

 

1. Χωριστοί δήμοι θα δημιουργηθούν στις πέντε μεγαλύτερες πόλεις της Δημοκρατίας, δηλαδή στη Λευκωσία, Λεμεσό, Αμμόχωστο, Λάρνακα και Πάφο, από τους Τούρκους win ιίκους τους, υπό τον όρο ότι ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, μέσα σε τέσσερα χρόνια από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος, θα εξετάσουν το ζήτημα, αν ο χωρισμός αυτός των δήμων των αναφερομένων πόλεων θα συνεχιστεί ή όχι.

 

2. Σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πόλεις το συμβούλιο του ελληνικού δήμου εκλέγεται από τους  Έλληνες εκλογείς της πόλης, το δε συμβούλιο του τουρκικού δήμου εκλέγεται από τους Τούρκους εκλογείς της πόλης.

 

3. Σε κάθε μια από τις πιο πάνω πόλεις συνιστάται οργανισμός την ιονισμού που αποτελείται από δύο μέλη εκλεγόμενα από το συμβούλιο του ελληνικού δήμου, δύο μέλη εκλεγόμενα από το συμβούλιο του τουρκικού δήμου, και ένα πρόεδρο εκλεγόμενο με κοινή συμφωνία από τα δύο συμβούλια των εν λόγω δήμων της πόλης. Ο οργανισμός συντονισμού προνοεί για κάθε εργασία που χρειάζεται να ενεργείται από κοινού, παρέχει μέσα στην πόλη στους δημότες και των δύο δήμων υπηρεσίες που ανατίθενται σ' αυτόν ύστερα από συμφωνία των συμβουλίων των δύο δήμων, και μεριμνά περί των θεμάτων τα οποία καθιστούν, σε ορισμένο βαθμό, αναγκαία τη συνεργασία.

 

ΑΡΘΡΟ 174.

 

Μέσα στα όρια οποιασδήποτε των πιο πάνω πόλεων κανένας δημοτικός φόρος, φόρος ακίνητης ιδιοκτησίας, τέλος ή οποιοδήποτε άλλο έσοδο δεν επιβάλλεται, βεβαιούται ή εισπράσσεται από οποιοδήποτε πρόσωπο οποιουδήποτε από τους πιο πάνω δήμους, αν το πρόσωπο αυτό δεν ανήκει στη ν ίδια κοινότητα μ' εκείνη του ενδιαφερόμενου δήμου. Εξαιρούνται:

 

(α) τα τέλη που καταβάλλονται για τη χρήση δημοτικών αγορών, σφαγείων και άλλων δημοτικών χώρων, όλων ευρισκομένων στην περιοχή στην οποία το συμβούλιο ενός ι από τους πιο πάνω δήμους οποιασδήποτε από τις αναφερόμενες πόλεις, ασκεί αρμοδιότητα,

 

(β) τα τέλη δημοσίων θεαμάτων που καταβάλλονται εντός ακινήτων ή χώρων ευρισκομένων στην περιοχή στην οποία το συμβούλιο ενός από τους πιο πάνω δήμους οποιασδήποτε από τις αναφερόμενες πόλεις, ασκεί αρμοδιότητα, και

 

(γ) τα τέλη που, κατόπιν συμφωνίας των δύο συμβουλίων των πιο πάνω δήμων οποιασδήποτε από τις αναφερόμενες πόλεις, καταβάλλονται για οποιαδήποτε υπηρεσία που παρέχεται σε πρόσωπο που δεν ανήκει στην κοινότητα του δήμου κάθ' υπέρβαση του μέτρου της συνήθως παρεχόμενης από τον δήμο υπηρεσίας, τα οποία τέλη καταβάλλονται στο συμβούλιο του δήμου για τον οποίο πρόκειται. Σε περίπτωση όμως κατά την οποία οποιαδήποτε υπηρεσία υπό μορφή ελέγχου ή επιθεωρήσεως, όπως και υπηρεσία παρόμοιας φύσεως, παρέχεται από δήμο οποιασδήποτε των αναφερομένων πόλεων σε πρόσωπο που ανήκει στην κοινότητα του άλλου δήμου, κάθε σχετικό τέλος καταβάλλεται στον δήμο που παρέχει την υπηρεσία.

 

ΑΡΘΡΟ 175.

 

Καμιά άδεια δεν χορηγείται από δήμο οποιασδήποτε  των αναφερομένων πόλεων σε πρόσωπο που δεν ανήκει στην κοινότητα του δήμου αυτού. Άδειες όμως σχετικές προς ακίνητα, χώρους ή οικοδομικές εργασίες μέσα στην περιοχή στην οποία ο δήμος οποιασδήποτε των αναφερομένων πόλεων ασκεί την αρμοδιότητα του, εκδίδονται από τον δήμο αυτό- σε σχέση δε προς την άδεια που εκδίδεται, ο δήμος αυτός (που εισπράσσει τα σχετικά τέλη που καταβάλλονται) παρέχει κάθε υπηρεσία, ενεργεί κάθε επίβλεψη και κάθε έλεγχο.

 

ΑΡΘΡΟ 176.

 

Κανένα απ' όσα περιέχονται στα άρθρα 173 έως 178 συμπεριλαμβανομένων, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι αποκλείει την έκδοση νόμου περί σχεδίου πόλεων εφαρμοζόμενου σε οποιονδήποτε από τους πιο πάνω δήμους, τηρουμένων των πιο κάτω όρων:

 

(α) η αρχή που καταρτίζει τα πολεοδομικά σχέδια για οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες πόλεις αποτελείται από δεκαμελή επιτροπή απαρτιζόμενη από επτά  Έλληνες και τρεις Τούρκους,

 

(β) οι αποφάσεις της αρχής αυτής λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία καμιά όμως απόφαση που αφορά ελληνικό δήμο δεν λαμβάνεται, αν η πιο πάνω πλειοψηφία δεν περιλαμβάνει τις ψήφους τουλάχιστον τεσσάρων Ελλήνων, και καμιά απόφαση που αφορά τουρκικό δήμο δεν λαμβάνεται, αν η πιο πάνω πλειοψηφία δεν περιλαμβάνει τις ψήφους τουλάχιστον δύο Τούρκων,

 

(γ) κάθε θέμα πολεοδομικής φύσεως οποιασδήποτε των προαναφερθείσων πόλεων, όπως και κάθε πολεοδομικός διακανονισμός, ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εν λόγω αρχής.

 

ΑΡΘΡΟ 177.

 

Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 173 έως 178 συμπεριλαμβανομένων, κάθε δήμος οποιασδήποτε των αναφερομένων πόλεων ασκεί την αρμοδιότητα και όλες τις λειτουργίες του μέσα στην περιοχή της οποίας τα όρια θα καθοριστούν για κάθε δήμο με συμφωνία του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

 

ΑΡΘΡΟ 178.

 

Για τις λοιπές περιοχές πρέπει να ληφθεί ειδική πρόνοια για τη συγκρότηση των οργάνων των δήμων, με βάση τον κανόνα της αναλογικής εκπροσωπήσεως των δυο κοινοτήτων, στο μέτρο του δυνατού.

 

ΜΕΡΟΣ XIII - ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

ΑΡΘΡΟ 179.

 

1. Το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας.

2. Κανένας νόμος ή απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων ή Κοινοτικής Συνελεύσεως, καθώς και καμιά πράξη ή απόφαση οποιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου στη Δημοκρατία που ασκεί εκτελεστική εξουσία ή οποιοδήποτε διοικητικό λειτούργημα δεν μπορεί να είναι με οποιοδήποτε τρόπο αντίθετος ή ασύμφωνος προς οποιαδήποτε από τις διατάξεις του Συντάγματος.

 

ΑΡΘΡΟ 180.

 

1. Και τα δύο κείμενα του Συντάγματος, το ελληνικό και το τουρκικό, είναι πρωτότυπα και έχουν το ίδιο κύρος και την ίδια νομική ισχύ.

 

2. Οποιαδήποτε αντίφαση μεταξύ των δύο κειμένων του Συντάγματος επιλύεται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο με αναφορά στο κείμενο του σχεδίου Συντάγματος που υπεγράφη στη Μεικτή Συνταγματική Επιτροπή, στη Λευκωσία, στις 6 του Απριλίου του 1960, καθώς και στο παράρτημα τροποποιήσεων του που υπεγράφη στις 6 του Ιουλίου του 1960 από αντιπροσώπους του Βασιλείου της Ελλάδος, της Τουρκικής Δημοκρατίας και της ελληνικής και τουρκικής κοινότητας, λαμβανομένου υπόψιν και του κειμένου των συμφωνιών Ζυρίχης της 11ης του Φεβρουαρίου του 1959 και Λονδίνου της 19ης του Φεβρουαρίου του 1959, τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα τους.

 

3. Σε περίπτωση ασάφειας, το Σύνταγμα ερμηνεύεται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψιν και του κειμένου των συμφωνιών Ζυρίχης της 11ης του Φεβρουαρίου του 1959 και Λονδίνου της 19ης του Φεβρουαρίου του 1959, τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα τους.

 

ΑΡΘΡΟ 181 .

 

Η συνθήκη εγγυήσεως της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και του Συντάγματος της Δημοκρατίας, που συνομολογήθηκε μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Τουρκικής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, καθώς και η συνθήκη στρατιωτικής συμμαχίας που συνομολογήθηκε μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος και της Τουρκικής Δημοκρατίας (τα κείμενα των οποίων είναι προσαρτημένα στο παρόν Σύνταγμα ως παραρτήματα Ι και II) έχουν συνταγματική ισχύ.

 

ΑΡΘΡΟ 182.

 

1. Τα άρθρα ή τα μέρη των άρθρων του Συντάγματος που περιλαμβάνονται στο συνημμένο παράρτημα III, ενσωματωμένα στο Σύνταγμα από τη συμφωνία Ζυρίχης της 11ης του Φεβρουαρίου του 1959, αποτελούν θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος και δεν μπορούν, με οποιοδήποτε τρόπο, να τροποποιηθούν με μεταβολή, προσθήκη ή κατάργηση.

 

2. Τηρουμένων των διατάξεων της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, κάθε διάταξη του Συντάγματος μπορεί να τροποποιηθεί με μεταβολή, προσθήκη ή κατάργηση, όπως ορίζεται στην τρίτη παράγραφο του παρόντος άρθρου.

 

3. Για τη ψήφιση οποιουδήποτε νόμου περί τροποποιήσεως απαιτείται πλειοψηφία που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα δύο τρίτα του συνολικού αριθμού των βουλευτών που ανήκουν στην ελληνική κοινότητα και τουλάχιστον τα δύο τρίτα του συνολικού αριθμού των βουλευτών που ανήκουν στην τουρκική κοινότητα.

 

ΑΡΘΡΟ 183.

 

1. Σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημοσίου κινδύνου που απειλεί την ύπαρξη της Δημοκρατίας ή οποιοδήποτε τμήμα της, το Υπουργικό Συμβούλιο έχει την εξουσία να προκηρύσσει, με απόφαση του, την κήρυξη καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης- ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, όμως, καθένας χωριστά ή από κοινού, έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας σε οποιαδήποτε τέτοια απόφαση, το οποίο ασκείται μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες από τη μέρα που η απόφαση κοινοποιήθηκε στο γραφείο καθενός.

 

2. Κάθε τέτοια προκήρυξη καθορίζει τα άρθρα του Συντάγματος, τα οποία αναστέλλονται, κάθ' όλη τη διάρκεια της καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης۠ μόνο όμως τα πιο κάτω αναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος μπορούν να ανασταλούν με την προκήρυξη: το άρθρο 7 (μόνο όσον αφορά θάνατο που προκλήθηκε από θεμιτή πολεμική ενέργεια), η δεύτερη και τρίτη παράγραφος του άρθρου 10, τα άρθρα 11, 13, 16, 17, 19, 21, το εδάφιο (δ) της όγδοης παραγράφου του άρθρου 23 και τα άρθρα 25 και 27,.

 

3. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδουν αμέσως, με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, την προκήρυξη, εκτός αν καθένας χωριστά ή από κοινού έχουν ασκήσει το δικαίωμα της αρνησικυρίας, όπως ορίζεται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου.

 

4. Προκήρυξη που εξεδόθη σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις του παρόντος άρθρου κατατίθεται αμέσως ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων. Αν η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν βρίσκεται σε σύνοδο, γίνεται σύγκληση της για να ληφθεί σχετική απόφαση το ταχύτερο δυνατό.

 

5. Η Βουλή των Αντιπροσώπων δικαιούται να απορρίψει ή εγκρίνει την προκήρυξη για κήρυξη καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης. Σε περίπτωση απορρίψεως, η προκήρυξη για κήρυξη καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης δεν έχει καμιά νομική ισχύ. Σε περίπτωση εγκρίσεως, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδουν αμέσως την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων, με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας.

 

6. Η προκήρυξη για κήρυξη καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης παύει να ισχύει μετά παρέλευση δύο μηνών από την έγκριση της εκ μέρους της Βουλής των Αντιπροσώπων, εκτός α ν η Βουλή των Αντιπροσώπων, με αίτηση του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίσει να παρατείνει τη διάρκεια της καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης, οπότε ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, ο καθένας χωριστά ή από κοινού, έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας στην απόφαση για παράταση της διάρκειας της καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης, το οποίο ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 50.

 

7. (1) Παρά τις διατάξεις του Συντάγματος, για όσο χρόνο ισχύει προκήρυξη για κήρυξη καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης, το Υπουργικό Συμβούλιο, κρίνοντας ότι απαιτείται άμεση ενέργεια, εκδίδει διατάγματα αυστηρά συναρτώμενα προς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που έχουν ισχύ νόμου και υπόκεινται στο δικαίωμα αρνησικυρίας του Προέδρου και του Αντιπροέδρου,. που ενεργούν καθένας χωριστά ή από κοινού, σύμφωνα με το άρθρο 57.

 

(2) Αν δεν ασκηθεί, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσης παραγράφου, δικαίωμα αρνησικυρίας, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδουν αμέσως τα αναφερόμενα διατάγματα, με δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας.

 

(3) Τα πιο πάνω διατάγματα αποβάλλουν την ισχύ τους με τη λήξη της καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης, εφόσον δε ν θα έχουν ανακληθεί νωρίτερα.

 

ΑΡΘΡΟ 184.

 

1. Όταν διάταγμα που εξεδόθη σύμφωνα με το εδάφιο (2) της έβδομης παραγράφου του άρθρου 183 επιτρέπει την επιβολή προληπτικής προσωπικής κρατήσεως —

 

(α) η αρχή, με διαταγή της οποίας κρατείται οποιοδήποτε πρόσωπο κατ' εφαρμογήν του διατάγματος, πρέπει να πληροφορήσει όσο το δυνατόν ταχύτερα τον κρατούμενο για τους λόγους της κρατήσεως του και, τηρουμένων των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, για τους ισχυρισμούς ως προς τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η διαταγή και να του παράσχει την ευχέρεια υποβολής, όσο το δυνατόν ταχύτερα, αντιρρήσεων κατά της διαταγής κρατήσεως, και

 

(β) κανένας πολίτης δεν κρατείται σ' εκτέλεση διατάγματος   για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τον ένα μήνα, εκτός αν γνωμοδοτικό συμβούλιο που συγκροτείται (όπως ορίζεται στη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου), ύστερα από εξέταση των αντιρρήσεων που ο κρατούμενος υπέβαλε σύμφωνα με το εδάφιο (α) της παρούσης παραγράφου, γνωμοδοτεί προτού παρέλθει ο μήνας ότι θεωρεί πως υφίσταται αρκετός λόγος που δικαιολογεί την κράτηση.

 

2. Γνωμοδοτικό συμβούλιο που εγκαθιδρύεται για τη ν εφαρμογή του παρόντος άρθρου, απαρτίζεται από ένα πρόεδρο διοριζόμενο από κοινού από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας και επιλεγόμενο μεταξύ προσώπων που διατελούν ή διετέλεσαν δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ή μεταξύ προσώπων που κατέχουν τα προσόντα για διορισμό τους ως δικαστών του Δικαστηρίου αυτού, καθώς και από δύο άλλα μέλη που διορίζονται από κοινού από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, αφού προηγουμένως συμβουλευθούν τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

3. Το παρόν άρθρο δεν επιβάλλει σε οποιαδήποτε αρχή να αποκαλύψει γεγονότα, των οποίων η αποκάλυψη, κατά την κρίση της, θα ήταν αντίθετη προς το εθνικό συμφέρον.

 

ΑΡΘΡΟ 185.

 

1. Το έδαφος της Δημοκρατίας είναι ενιαίο και αδιαίρετο.

 

2. Η καθολική ή μερική ένωση της Κύπρου με οποιοδήποτε άλλο Κράτος ή η χωριστική ανεξαρτησία αποκλείονται.

 

ΑΡΘΡΟ 186.

 

1. Στο Σύνταγμα, εκτός αν ρητά ορίζεται διαφορετικά ή αν από τη χρήση όρου σε δεδομένη αλληλουχία προκύπτει κάτι άλλο —

 

(α) «Κοινότητα» σημαίνει την ελληνική ή την τουρκική κοινότητα    ۠ ντο «δικαστήριο» συμπεριλαμβάνει και κάθε δικαστή του ۠   «Έλληνας» είναι ο ανήκων στην ελληνική κοινότητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 ۠  «νόμος» σημαίνει νόμο της Δημοκρατίας, όταν ο όρος χρησιμοποιείται σε σχέση προς περίοδο χρόνου που ακολουθεί την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος ۠  το «πρόσωπο» συμπεριλαμβάνει κάθε εταιρεία, συνεταιρισμό, ένωση, σωματείο, ίδρυμα ή οργάνωση προσώπων, με νομική προσωπικότητα ή χωρίς ۠  «Δημοκρατία» σημαίνει τη Δημοκρατία της Κύπρου ۠  «Τούρκος» ή «τουρκικός» είναι ο ανήκων στην τουρκική κοινότητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 ۠    

(β) λέξεις που δηλούν το αρσενικό γένος συμπεριλαμβάνουν το θηλυκό γένος και λέξεις στον ενικό αριθμό συμπεριλαμβάνουν τον πληθυντικό και αντίθετα.

 

2. Στις περιπτώσεις που το Σύνταγμα παρέχει εξουσία για έκδοση κάθε είδους διαταγμάτων, κανονισμών διοικήσεως ή διαχειρίσεως και οποιωνδήποτε οδηγιών, η εξουσία αυτή πρέπει να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει και εξουσία που ασκείται με όμοιο τρόπο, για τροποποίηση ή ανάκληση οποιουδήποτε από τα αναφερόμενα διατάγματα, κανονισμούς ή οδηγίες.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΘΕΜΕΛΙΩΔΏΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

(Άρθρο 182)

 

Αρθρο 1.

Πρώτη και δεύτερη παράγραφος άρθρου 3.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 4.

 

Δεύτερη παράγραφος άρθρου 4, μόνο κάθ' όσον αναφέρει τις αρχές της Δημοκρατίας.

 

Τρίτη παράγραφος άρθρου 4, μόνο κάθ' όσον αναφέρει τις κοινοτικές αρχές.

 

Τέταρτη παράγραφος άρθρου 4, μόνο κάθ' όσον αναφέρει τους πολίτες της Δημοκρατίας.

 

Άρθρο 5.

 

Τέταρτη παράγραφος άρθρου 23, μόνο κάθ' όσον αναφέρει τη Δημοκρατία ή δήμο, και το εδάφιο (γ) της αναφερόμενης παραγράφου.

 

Πέμπτη παράγραφος άρθρου 23, μόνο κάθ' όσον αναφέρει τη χρήση ιδιοκτησίας που αποκτάται με αναγκαστική απαλλοτρίωση από τη Δημοκρατία ή δήμο και την απόδοσή της στον ιδιοκτήτη.

 

Έκτη παράγραφος άρθρου 23.

 

Ενδέκατη παράγραφος άρθρου 23, μόνο καθ' όσον αναφέρει αναγκαστική απαλλοτρίωση που ενεργείται από τη Δημοκρατία ή δήμο και κάθ' όσον αναφέρεται στην παράγραφο Π προσφυγή σε δικαστήρια και το ανασταλτικό της αποτέλεσμα.

 

Δεύτερη παράγραφος άρθρου 36.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 39, μόνο κάθ' όσον αναφέρει καθολική ψηφοφορία.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 42, με εξαίρεση το κείμενο της διαβεβαιώσεως, εκτός μόνο της μνείας που γίνεται στο κείμενο αυτό για την πίστη στο Σύνταγμα και του σεβασμό προς αυτό.

 

Δεύτερη παράγραφος άρθρου 42.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 43, μόνο κάθ' όσον αναφέρει την πενταετή θητεία.

 

Δεύτερη και τέταρτη παράγραφος άρθρου 44.

 

Άρθρο 46, με εξαίρεση την τέταρτη παράγραφό του.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 50, με εξαίρεση το τμήμα του εδαφίου Α, από του υπεδαφίου (α) μέχρι και του υπεδαφίου (στ) συπεριλαμβανομένων.

 

Πρώτη και δεύτερη παράγραφος άρθρου 51.

 

Τρίτη παράγραφος άρθρου 51, με εξαίρεση την προθεσμία τριάνταμερών του προϋπολογισμού.

 

Τέταρτη και έκτη παράγραφος άρθρου 51.

 

Άρθρο 52, με εξαίρεση την προσφυγή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 140.

 

Πρώτη, δεύτερη και τρίτη παράγραφος άρθρου 53.

 

Λεύτερη παράγραφος άρθρου 57, με εξαίρεση τις προθεσμίες και την περίοδο που αρχίζει με τις λέξεις: «η άσκηση όμως του δικαιώματος αναπομπής» — μέχρι το τέλος της παραγράφου.

 

Τρίτη παράγραφος άρθρου 57, με εξαίρεση τις προθεσμίες.

 

Τέταρτη παράγραφος άρθρου 57, μόνο κάθ' όσον αναφέρει έκδοση.

 

Άρθρο 61.

 

Δεύτερη παράγραφος άρθρου 62, μόνο κάθ' όσον αναφέρει τα ποσοστά, τη χωριστή καθολική ψηφοφορία και ότι τα ποσοστά είναι ανεξάρτητα στατιστικών δεδομένων.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 65, μόνο κάθ' όσον αναφέρει την πενταετή προθεσμία.

 

Άρθρο 78. 

 

Άρθρο 86.

Εδάφια (α), (β), (γ), (δ) και (ε) της πρώτης παραγράφου του άρθρου 87, και το εδάφιο (στ), με εξαίρεση τις λέξεις του τέλους «σύμφωνα με το άρθρο 88».

Εδάφια (β) και (γ) της πρώτης παραγράφου του άρθρου 89 και η δεύτερη και τρίτη παράγραφος του ίδιου άρθρου.

 

Άρθρο 92, μόνο κάθ' όσον αναφέρει τον καθορισμό, από τις Κοινοτικές Συνελεύσεις, του αριθμού των μελών καθεμιάς.

 

Άρθρο 108.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 112, με εξαίρεση τα προσόντα που αναφέρονται σ' αυτήν.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 115, με εξαίρεση τα προσόντα που αναφέρονται σ' αυτήν.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 118, με εξαίρεση τα προσόντα που αναφέρονται σ' αυτήν.

 

Άρθρο 123.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 126, με εξαίρεση τα προσόντα που

αναφέρονται α' αυτήν.

 

Άρθρο 129.

Άρθρο 130.

Άρθρο 131.

Άρθρο 132.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 133, με εξαίρεση τη δεύτερη περίοδο

του εδαφίου (2).

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 137.

 

Τρίτη παράγραφος άρθρου 137, μόνο κάθ' όσον αναφέρει την αναστολή της ισχύος του προσβληθέντος νόμου ή αποφάσεως.

 

Τέταρτη παράγραφος άρθρου 137, με εξαίρεση τη δεύτερη περίοδο.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 138.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 139, μόνο κάθ' όσον αναφέρει τη σύγκρουση αρμοδιότητας, που εγείρεται μεταξύ της Βουλής και των Κοινοτικών Συνελεύσεων.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 153, με εξαίρεση τη δεύτερη περίοδο του εδαφίου (2).

 

Πρώτη και δεύτερη παράγραφος άρθρου 157.

 

Πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη παράγραφος άρθρου 159. Πρώτη παράγραφος άρθρου 160, κάθ' όσον προβλέπει τα θέματα που θα δικάζουν τα δικαστήρια.

 

Άρθρο 170.

 

Πρώτη παράγραφος άρθρου 173, με εξαίρεση τα ονόματα των πόλεων.

 

Τρίτη παράγραφος άρθρου 173, με ειδική εξαίρεση την υπό του οργανισμού συντονισμού μέριμνα για κάθε εργασία, η οποία απαιτείται να ενεργείται από κοινού.

 

Άρθρο 178.

Άρθρο 181.

Άρθρο 182.

 

Δεύτερη παράγραφος άρθρου 185.

 

Γενικές παρατηρήσεις: Όπως μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας περιέχει πολλές ιδιοτυπίες, ακόμη και παραδοξότητες, που βασικά ξεκινούν από την προσπάθεια (και σύμφωνα προς τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου) αναλογικής εκπροσώπησης των δυο κοινοτήτων που αναγνωρίζονται στην Κύπρο (δηλαδή της ελληνικής πλειοψηφίας του 80% περίπου και της τουρκικής μειονότητας του 18% περίπου), σε αναλογία 70 προς 30. Στο Σύνταγμα υπάρχουν και άρθρα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως διχοτομικά, όπως για παράδειγμα τα άρθρα που προνοούν για χωριστούς δήμους (ελληνικό και τουρκικό) στις πέντε μεγάλες πόλεις του νησιού. Τέτοια ζητήματα, όπως εκείνο των χωριστών δήμων, προκάλεσαν αναταραχή και αναστάτωση ήδη από την αρχή της ζωής της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κατά την συμφωνημένη αναλογία εκπροσώπηση Ελλήνων και Τούρκων σε όλα τα σώματα και στην κυβερνητική μηχανή, δημιούργησε επίσης πολλά προβλήματα. Εκ των πραγμάτων, αρκετά άρθρα του Συντάγματος δεν ήταν δυνατό να εφαρμοσθούν πλήρως ή και να λειτουργήσουν ικανοποιητικά στην πράξη. Το 1963 ο πρόεδρος Μακάριος υπέβαλε πρόταση για τροποποιήσεις στο Σύνταγμα, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν λυσσωδώς η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι (βλέπε λήμμα «δεκατρία σημεία», όπου απαριθμούνται και οι τροποποιήσεις που είχαν προταθεί).

 

Σήμερα, πάρα πολλά άρθρα του Συντάγματος δεν είναι εφαρμόσιμα ή εξ ολοκλήρου εφαρμόσιμα, εξ αιτίας της αποχώρησης και της μη συνεργασίας των Τουρκοκυπρίων από το 1964 κ.ε. Η κατάσταση, όπως διαφοροποιήθηκε μετά την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων και όλα τα γεγονότα που ακολούθησαν, δεν επέτρεπε και δεν επιτρέπει την εφαρμογή όλων εκείνων των άρθρων του Συντάγματος που προβλέπουν συμμετοχή Τουρκοκυπρίων.

 

Ο αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας και ο αντιπρόεδρος της Βουλής δεν υπάρχουν, Τουρκοκύπριοι υπουργοί και βουλευτές δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν ούτε οι άλλοι Τουρκοκύπριοι δημόσιοι υπάλληλοι, δικαστικοί κλπ., που προνοούνται στο Σύνταγμα. Κατ' ακολουθίαν, δεν μπορούν να εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις του Συντάγματος που ορίζουν περί του ρόλου αυτών στην κυβερνητική και κρατική μηχανή. Εξ άλλου, διάφορες πρόνοιες του Συντάγματος εκ των πραγμάτων έχουν καταργηθεί ή τροποποιηθεί: Κοινοτικές Συνελεύσεις δεν υφίστανται, ενώ ιδρύθηκε και υπουργείο Παιδείας, η Χωροφυλακή καταργήθηκε, όπως καταργήθηκε ο Κυπριακός Στρατός, ενώ ιδρύθηκε από το 1964 η Εθνική Φρουρά. Χωριστοί δήμοι δεν υφίστανται, ενώ δεν μπορούν να εφαρμοστούν κι άλλες διατάξεις (όπως λ.χ. οι πρόνοιες του Σύνταγματος για ώρες εκπομπής στην ελληνική και στην τουρκική κατ' αναλογίαν, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση). Η Νομοθετική Εξουσία εργάζεται, από το 1964, χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων, η δε Βουλή αύξησε τον αριθμό των βουλευτών, αφήνοντας όμως απλήρωτες τις θέσεις που προβλέπονται για τους Τουρκοκυπρίους. Χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων εργάζεται και η Δικαστική Εξουσία, και βέβαια και η Εκτελεστική.

 

Έτσι, ενώ το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και ν' αποτελεί τον υπέρτατο νόμο του κράτους (σύμφωνα και προς το άρθρο 179), θα πρέπει να τονιστεί ότι εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη όλες ανεξαίρετα οι πρόνοιες του που αφορούν συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων.

 

Μετά την τραγωδία του 1974, την τουρκική στρατιωτική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή του 38% περίπου του κυπριακού εδάφους, τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο περίπλοκα. Στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου οι Τουρκοκύπριοι, με την ηθική και υλική βοήθεια της Τουρκίας, ίδρυσαν δικό τους χωριστό «κράτος», με «κυβέρνηση», «Βουλή» κλπ. Ωστόσο, όλες ανεξαίρετα οι πρόνοιες του Συντάγματος που είναι δυνατό (χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων) να εφαρμόζονται, εξακολουθούν να αποτελούν τον υπέρτατο νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ισχύει στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image