Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Αβοκάτος (ο) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
ο δικηγόρος.
Ετυμολογία:
Η λέξη «προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική ἀβοκᾶτος, η οποία βασίζεται στην ιταλική avvocato. Η ρίζα της ιταλικής λέξης εντοπίζεται στη λατινική advocatus (αυτός που καλείται να υπερασπιστεί). Χρησιμοποιείται κυρίως σε ιδιωματικές ή παλιές εκφράσεις (π.χ. στην Κύπρο και τα Επτάνησα).
Βασικά σημεία ετυμολογίας:
Προέλευση: Ιταλική avvocato < Λατινική advocatus.
Σημασία: Δικηγόρος, συνήγορος, αντίκλητος.
Λατινική ρίζα: Ad-vocare (καλώ σε βοήθεια, υπερασπίζομαι).
Συνώνυμα:
Δικηόρος (ο), Δικηορίνα (η), Εμπρόλαλος (ο)