Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αβούλλωτος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο ασφράγιστος (συνήθως για γράμμα). 2. ο αβαθής, χωρίς βαθουλλώματα. 3. (για τίτλο ιδιοκτησίας) που δεν μεταβιβάστηκε με τίτλο ιδιοκτησίας.

Ετυμολογία:

α στερ. + βουλλώννω