Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αβούρητη (η) »

Επίθετο

Σημασία:

αυτή για την οποία δεν ενδιαφέρονται ερωτικά οι άντρες. Κυριολεκτικά: "που δεν την τρέχουν ξοπίσω".

Ετυμολογία:

α στερ. + βουρώ