Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αβράκωτος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. αυτός που δεν φορεί σώβρακο. 2. μτφ. ο ενδεής, ο πάπτωχος.

Συνώνυμα:

Aναβράκωτος

Ειδικές φράσεις:

"τίτσιρος τσ̌' αναβράκωτος" (=γυμνός και χωρίς σώβρακο), μτφ. πάμπτωχος "κώλος αναβράκωτος" μτφ ο φτωχός