Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αθεόφοος, -η, -ον »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. αυτός που δεν φοβάται τον Θεό. 2. μτφ. ο αδιάντροπος.