Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αθώρητος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο αθέατος. 2. μτφ. λέγεται για τεράστια έκταση που δεν μπορεί να θεαθεί ολόκληρη.