Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Ακατάχνωτα »
Επίρρημα
Σημασία:
βλ. ακατάγνωτα (ό,τι δεν μπορείς να κατηγορήσεις).
Ετυμολογία:
α στερ. + καταγιγνώσκω (>καταγνώννω)
Ειδικές φράσεις:
"ακατάγνωτα τζι αναγέλαστα" = κυριολ. δεν σε κοροϊδεύω καθόλου, φυσικά!. Εννοείται!