Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αλαβροστοισ̌ειώτης, -ισσα »

Επίθετο

Σημασία:

ο αλαφροϊσκιωτος.

Συνώνυμα:

Αλαφροστοισ̌ειώτης, -ισσα