Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αγνόλαστος (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

Συνήθως στο ουδέτερο: αγνόλαστο= το φρεσκοργωμένο χωράφι

Συνώνυμα:

Αχνόλαστος, -η, -ον