Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αγραμματοσύνη (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η αμορφωσιά. 2. ο αναλφαβητισμός.

Ετυμολογία:

α στερ. + γράμμα