Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αδκειασερός, -ή, -όν »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. αδκειανός (αυτός που έχει ελεύθερο χρόνο, αυτός που δεν κάνει τίποτα).

Παροιμίες:

αδκιασερός παπάς θάφκει τζαι ζωντανούς =ως επίκριση για τους άεργους.