Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αδκιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η ιτιά, η λυγαριά, δέντρο που φυτρώνει σε όχθες.

Συνώνυμα:

Αθκιά (η)