Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αδρατζ̌ιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. αγραξ̌ιά (κάρβουνα αναμμένα σε σωρό).

Συνώνυμα:

Αδραξ̌ιά, Αθρατζ̌ιά (η)