Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αναουλιούμαι »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. αναουλιάζουμαι (1. νιώθω αναγούλα, ναυτία. 2. νιώθω αποστροφή, αηδία).

Συνώνυμα:

Νεουλιάζουμαι, Νεουλιούμαι