Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανασταίννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. κάνω να αποκτήσει ξανά τις αισθήσεις του κάποιος. 2. μοσχοβολώ 3. ενισχύω. 4. ανανεώνομαι.

Ετυμολογία:

ανά+στήνω

Συνώνυμα:

Αναστήννω, Νεστήννω, Νεστώ