Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Ανατζ̌ινίζω »
Ρήμα
Σημασία:
ανακινώ, ανακατώννω (τη ζύμη).
Ετυμολογία:
ανά+τζ̌ινίζω= κινώ
Συνώνυμα:
Ανατζ̌ινώ, Νετζ̌ινίζω, Νετζ̌ινώ
Ειδικές φράσεις:
«...λαλεί της, η γεναίκα αν δεν ανατζ̌ινήση προζύμιν, ζυμώννει;»
(Μενάνδρου Σίμου, «Τοπωνυμικαί και λαογραφικαί μελέται», σελ. 317, Λ/σία, 2001)
«ανατζ̌εμένος εν τζ̌ι είσαι για να μεν πιάννεις φκιάριν...»
(Λιπέρτη Δ. «'Απαντα», σελ.60, 1969)